Μονεμβασιά

οικισμός της Ελλάδας
(Ανακατεύθυνση από Μονεμβασία)

Συντεταγμένες: 36°41′N 23°3′E / 36.683°N 23.050°E / 36.683; 23.050

Η Μονεμβάσια ή Μονεμβασία ή Μονεμβασιά ή Μονοβάσια, γνωστή στους Φράγκους ως Μαλβαζία, είναι μια μικρή ιστορική πόλη της ανατολικής Πελοποννήσου, της Δήμος Μονεμβασιάς, στο Νομό Λακωνίας. Είναι περισσότερο γνωστή από το μεσαιωνικό φρούριο, επί του ομώνυμου "Βράχου της Μονεμβασίας", που αποτελεί στην κυριολεξία μικρή νησίδα που συνδέεται με γέφυρα σε σχηματιζόμενο λαιμό συνολικού μήκους 400 μέτρων με τη σημερινή παράλια κατ΄ έναντι πόλη επί της λακωνικής ακτής. Από γεωφυσικής απόψεως αποτελεί ένα τόμπολο (tombolo). Στα διασωθέντα κτήρια και τις δομές στο κάστρο περιλαμβάνονται αμυντικές κατασκευές του εξωτερικού κάστρου και αρκετές μικρές βυζαντινές εκκλησίες.

Μονεμβασία
Monemvasia 2003.jpg
Η Παλιά Μονεμβασιά, νότια του βράχου.
Τοποθεσία στο χάρτη
Τοποθεσία στο χάρτη
Μονεμβασία
36°41′23″N 23°3′16″E
ΧώραΕλλάδα
Διοικητική υπαγωγήΔήμος Μονεμβασίας
Υψόμετρο15 μέτρα
Πληθυσμός19 (2011)
Ταχ. κωδ.230 70
Τηλ. κωδ.27320
Ζώνη ώραςUTC+02:00 (επίσημη ώρα)
UTC+03:00 (θερινή ώρα)
ΙστότοποςΕπίσημος ιστότοπος
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη, που προέρχεται από τις δύο ελληνικές λέξεις Μόνη και Έμβασις. Πολλές από τις οδούς είναι στενές και κατάλληλες μόνο για τους πεζούς. Ο κόλπος της Παλαιάς Μονεμβασίας βρίσκεται στο Βορρά. Το παρωνύμιο της Μονεμβασίας είναι «Γιβραλτάρ της ανατολής», επειδή τυγχάνει να είναι σε σμίκρυνση πανομοιότυπη με τον βράχο του Γιβραλτάρ.

Μπαίνοντας στην πόλη ο κεντρικός δρόμος με το βυζαντινό καλντερίμι οδηγεί στη Κεντρική Πλατεία με το παλαιό κανόνι και την Εκκλησία του Ελκομένου Χριστού.

Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος καταγόταν από τη Μονεμβασία, όπου και βρίσκεται σήμερα ο τάφος του.

Η παλαιά πόλη έχει 90 κατοίκους σύμφωνα με την απογραφή του 2001.

ΤοποθεσίαΕπεξεργασία

 
Ο Βράχος της Μονεμβασιάς.

Η Μονεμβασία είναι κτισμένη πάνω σε ασβεστολιθικό βράχο στη νοτιοανατολική ακτή της Πελοποννήσου, περίπου 20 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο Μαλέας. Ο βράχος έχει μήκος 1,5 χιλιόμετρο, μέγιστο πλάτος 600 μέτρα και μέγιστο ύψος 198,5 μέτρα. Γύρω από τους γκρεμούς υπάρχει λωρίδα ξηράς. Η κορυφή του βράχου είναι σχετικά ομαλή και κεκλιμένη. Αν και δεν περιγράφεται ως νησί από αρχαίους περιηγητές όπως ο Στράβων και ο Παυσανίας, περιγράφουν ότι είχε μορφή παρόμοια με τη σημερινή. Οι γεωλογικές μεταβολές τις τελευταίες τρεις χιλιετίες ήταν μικρές και αποτελούσαν κυρίως βύθιση ή ανύψωση εκτάσεων γης, όπως αυτές που προκλήθηκαν από ισχυρό σεισμό το 365. Σήμερα η Μονεμβασιά συνδέεται με τη ξηρά με γέφυρα, στην οποία υπάρχει άνοιγμα για να περνούν βάρκες. Στο παρελθόν, εκατέρωθεν της γέφυρας υπήρχε λιμάνι. Στην κορυφή του βράχου βρίσκεται η Πάνω Πόλη και η Κάτω Πόλη βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του βράχου.

ΙστορίαΕπεξεργασία

ΑρχαιότηταΕπεξεργασία

Λίγο βορειότερα από τη Μονεμβασιά βρισκόταν κατά την αρχαιότητα η Επίδαυρος Λιμηρά. Η περιοχή της Επιδαύρου Λιμηράς κατοικείται από την προϊστορία. Κατά τη διάρκεια των ιστορικών χρόνων ήταν η σημαντικότερη πόλη στις ανατολικές ακτές της χερσονήσου του Μαλέα και άνθισε κατά τη διάρκεια των ρωμαϊκών χρόνων.[1] Ο Παυσανίας επισκέπτηκε την Επίδαυρο Λιμηρά και περιέγραψε ότι απέναντι από την πόλη βρισκόταν ακρωτήριο το οποίο αναφέρει ως «άκρα Μινώα», η οποία έχει ταυτοποιηθεί ως η Μονεμβασιά. Ο Στράβων ένα αιώνα αργότερα την αναφέρει ως «φρούριο Μινώα». Το τοπωνύμιο «Μινώα» υποδηλώνει την ύπαρξη λιμένα στην αρχαιότητα, ίχνη της οποίας έχουν εντοπιστεί υποθαλάσσια. Παρόλα αυτά δεν είναι γνωστό αν υπήρχε σημαντικός οικισμός πάνω στο βράχο. Είναι πιθανό να δημιουργήθηκε εκεί οικισμός τον 4ο αιώνα, όταν η πρωτεύουσα μετακινήθηκε από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, με αποτέλεσμα μεταβολές στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς. Η ίδια η Επίδαυρος Λιμηρά εγκαταλείφθηκε τον 4ο αιώνα.[2]

ΊδρυσηΕπεξεργασία

Η Μονεμβασιά ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα, από την μετεγκατάσταση σε αυτή των κατοίκων της Αρχαίας Σπάρτης, η οποία τότε ήταν γνωστή ως Λακεδαίμονα. Η Σπάρτη, σε αντίθεση με άλλες πόλεις που εγκαταλείφθηκαν, συνέχισε να κατοικείται μέχρι τον 6ο αιώνα μ.Χ., παρά τους σεισμούς, τις επιδρομές Γότθων το 395 υπό τον Αλάριχο και Βανδάλων το 468 υπό τον Γιζέριχο και την επιδημία πανώλης το 541-43.[3] Σύμφωνα με το μεταγενέστερο Χρονικό της Μονεμβασίας, η πόλη εγκαταλείφθηκε μετά από επιδρομή Σλάβων το 587-588, επί βασιλείας Μαυρικίου. Το Χρονικό αναφέρει ότι οι κάτοικοί της εγκατέλειψαν την Σπάρτη πανικόβλητοι και οχυρώθηκαν υπό την ηγεσία του επισκόπου της στη Μονεμβασιά ενώ άλλοι εγκαταστάθηκαν στα περάσματα της περιοχής, ενώ αναφέρει ότι και πολλές άλλες πόλεις της Πελοποννήσου εγκαταλείφθηκαν τοιουτοτρόπως.[4] Παρόλα αυτά, τα αρχαιολογικά ευρήματα δεν συνηγορούν σε αυτή την άποψη και τοποθετούν την ίδρυση της Μονεμβασιάς μερικές δεκαετίες νωρίτερα, στη βασιλεία του Ιουστινιανού. Από τότε χρονολογείται το πρώτο στάδιο βασιλικής του Χριστού Ελκόμενου στο κέντρο της Κάτω Πόλης.[5]

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού, λόγω διαφόρων καταστροφών, είτε φυσικών είτε λόγω επιδρομών, οι πόλεις γνώρισαν κάμψη. Ο Ιουστινιανός προχώρησε σε οικιστική αναδιαμόρφωση, μετακινώντας ολόκληρο τον πληθυσμό πόλεων σε νέες τοποθεσίες και συχνά άλλαζε το όνομα της πόλης. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται από τον Προκόπιο στο Περί κτισμάτων, αν και οι αναφορές του για την Πελοπόννησο είναι σπάνιες.[6] Το κείμενο του 15ου αιώνα Αναφορά προς τον Πατριάρχη, γραμμένο από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας Ισίδωρο, αναφέρει ότι η μετακίνηση του πληθυσμού έγινε επί Ιουστινιανού.[7] Μια άλλη πόλη που μετακινήθηκε στην ίδια περίοδο ήταν η Αιπεία Μεσσηνίας, η οποία μετακινήθηκε στην Κορώνη. Παρομοίως, η τοποθεσία της Σπάρτης κρίθηκε ανεπαρκώς οχυρή και επιρρεπής σε μακροχρόνιους αποκλεισμούς λόγω της μεγάλης απόστασής της από το λιμάνι, ενώ με την μετακίνηση της πρωτεύουσας στη Κωνσταντινούπολη, τα πλοία από το Γύθειο έπρεπε να παραπλέουν πλέον το ακρωτήριο Μαλέας.[5]

Λόγω των προαναφερθέντων λόγων, οι αρχές της πόλης προχώρησαν όχι μόνο σε μετακίνηση του πληθυσμού της Σπάρτης, ιδρύοντας τη Μονεμβασιά, αλλά και αναδιοργάνωση των οικισμών της νοτιοανατολικής Λακωνίας. Η αναδιοργάνωση περιλάμβανε την εγκατάσταση στα ορεινά περάσματα του Πάρνωνα και στη μετανάστευση από το Γύθειο. Το Χρονικό της Μονεμβασιάς αναφέρει ότι μέρους του πληθυσμού μετεγκαταστάθηκε στη Σικελία. Επειδή η ανοικοδόμηση, μετακίνηση και εγκατάσταση του πληθυσμού στη νέα θέση πρέπει να ολοκληρώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, είναι πιθανόν οι δύο πόλεις να συνυπήρχαν για κάποιο χρονικό διάστημα.[8] Μαζί με τους κατοίκους, μετακινήθηκε και η έδρα της επισκοπής Λακεδαιμονίας, αν και διατήρησε το παλιό της όνομα.[9]

Βυζαντινή περίοδοςΕπεξεργασία

 
Ο ναός της Αγίας Σοφίας

Σε αντίθεση με άλλους οικισμούς στην περιοχή της Πελοποννήσου οι οποίοι παρήκμασαν από τον 7ο αιώνα και μετά - μια περίοδος γνωστή ως σκοτεινοί χρόνοι - η Μονεμβασιά λόγω της θέσης πάνω σε σημαντικούς θαλάσσιους δρόμους, όπως αυτός που τη συνέδεε με τη Σικελία, αναπτύχθηκε σε εμπορικό και καλλιτεχνικό κέντρο. Στην Κάτω Πόλη βρέθηκε χάλκινο νόμισμα κομμένο στη Σικελία του Φιλιππικού Βαρδάνη. Η παλαιότερη γνωστή μνεία στη Μονεμβασία χρονολογείται από την τρίτη δεκαετία του 8ου αιώνα, και γίνεται από τον προσκυνητή Βιλιβάλδο, ο οποίος ταξίδευσε από τη Σικελίαστους Άγιους Τόπους με ενδιάμεση στάση στη Μονεμβασιά. Η Μονεμβασιά αναφέρεται επίσης από τον Θεοφάνη Ομολογητή, ο οποίος περιγράφει την άφιξη της πανούκλας στο Βυζάντιο το 746-747.[10]

Η καίρια θέση της Μονεμβασιάς στο θαλάσσιο δρόμο προς την ανατολική Μεσόγειο υπήρξε στόχος πειρατικών επιδρομών στους επόμενους αιώνες, καθώς και επιδρομών ηγεμόνων της Δύσης. Οι επιδρομές Αράβων αρχίζουν τον 9ο αιώνα και μετά την εγκατάστασή τους στην Κρήτη, οι επιδρομές πολλαπλασιάζονται. Μια τέτοια επιδρομή αναφέρεται στις λεγόμενες Ψυχωφελείς Αφηγήσεις του επισκόπου Παύλου Μονεμβασιάς, οι οποίες γράφηκαν τον 10ο αιώνα και σώζονται μόνο σε αραβική μετάφραση.[11] Σε μια από αυτές αναφέρεται ότι οι Άραβες επιτέθηκαν στο φρούριο των Βουκόλων, το οποίο έχει ταυτιστεί με τη Μονεμβασιά. Νωρίτερα στο ίδιο κείμενο αναφέρεται ότι στην πόλη είχαν ξεβραστεί τα λείψανα των αγίων της Βαρκελώνης, του επισκόπου Βαλέριου, της Ευλαλίας, του Βικέντιου και άλλων. Οι κάτοικοι περισυνέλεξαν τις σαρκοφάγους που τα περιείχαν και κατασκεύασαν μια εκκλησία πάνω στον απόκρημνο λόφο. Αργότερα, μετά την επιδρόμη, αναφέρεται ότι επί αυτοκρατόρων Λέοντος και Αλεξάνδρου, το εκκλησάκι εντοπίστηκε και τα λείψανα μεταφέρθηκαν στο παρεκκλήσι της Αγίας Ειρήνης, δίπλα στο ναό της Αγίας Αναστασίας (σήμερα είναι αφιερωμένος στον Χριστό Ελκόμενο).[12] Στις αρχές του 10ου αιώνα, η εκκλησιαστική έδρα της Μονεμβασιάς μεταφέρθηκε από την δικαιοδοσία της εκκλησίας της Ρώμης στο πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, όπου υποβαθμίστηκε σε επισκοπή της Κορίνθου.[13] Παρόλα αυτά, η Μονεμβασιά συνέχισε να αναπτύσσεται, ενώ παράλληλα διατηρούσε προνόμια, ανάμεσα στα οποία ήταν και η αυτοδιοίκηση.[14]

 
Η κεντρική πλατεία της Μονεμβασιάς, με τον βυζαντινό ναό του Χριστού Ελκόμενου.

Κατά τη διάρκεια του 11ου και 12ου αιώνα, η Μονεμβασιά γνώρισε εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη. Εκείνη την περίοδο, ο οικισμός εξαπλώθηκε σε όλο το βράχο και όχι μόνο στην αθέατα πλευρά του και σε ανοικοδομήθηκαν σημαντικά μνημεία, όπως ο ναός της αγίας Σοφίας (αρχικά αφιερωμένο στην Παναγία Οδηγήτρια) στην πάνω πόλη και ο ναός του Ελκόμενου Χριστού, ο οποίος ανακατασκευάστηκε εκείνη την περίοδο, πιθανόν λόγω της τοποθέτησης της εικόνας του Χριστού Ελκόμενου στο ναό.[14] Την εποχή των Κομνηνών, η Μονεμβασία είχε εξελιχθεί σε φύλακα της δυτικής εισόδου του Αιγαίου.[15] Το 1147 πλοία του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου Β' προσπάθησαν να την καταλάβουν χωρίς επιτυχία και αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν με σοβαρές απώλειες. Ο άρχων της Μονεμβασιάς κατά τη διάρκεια της επίθεσης Θεόδωρος Μαυροζώμης στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην αυτοκρατορική αυλή και μετά τη Μάχη του Μυριοκέφαλου ετέθη επικεφαλής της αριστερής πτέρυγας του στρατού και εν συνέχεια του δόθηκε το αξίωμα του μεσάζοντα. Σύμφωνα με μία άποψη, ο Μανουήλ Μαυροζώμης ήταν γιος του Θεόδωρου.[16] Επίσης, Μονεμβασιώτες είχαν αναλάβει τη διοίκηση των Κυθήρων, αρχικά ο Γεώργιος Παχής και ύστερα οι Ευδαιμογιάννηδες, οι οποίοι διοικούσαν το νησί μέχρι το 1204.[17]

Οι Λατίνοι πολιόρκησαν ανεπιτυχώς τη Μονεμβασιά το 1222.[18] Το 1252, ύστερα από πολιορκία τριών χρόνων, ο γιος του Γοδεφρείδου Βιλλεαρδουίνου Γουλιέλμος Β', πρίγκιπας της Αχαΐας, κατέλαβε τη Μονεμβασία,[19] Όσοι κάτοικοι της Μονεμβασιάς δεν επιθυμούσαν να παραμείνουν στην υπό λατινική κατοχή πόλη αναχώρησαν για τις Πηγές στη Βιθυνία, οι οποίες απέκτησαν τα ίδια εμπορικά προνόμια με τη Μονεμβασιά. Η ίδια η Μονεμβασία διατήρησε τα προνόμια που είχε, με μόνη υποχρέωση της αγγαρεία στα καράβια, και έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου.[20] Η απώλεια της υπήρξε σοβαρό πλήγμα για τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο, καθώς ανέτρεπε τα σχέδιά του για την ανάκτηση των εδαφών που είχαν περιέλθει στους Φράγκους.[εκκρεμεί παραπομπή]

Όταν ο Γουλιέλμος αιχμαλωτίστηκε από τους Βυζαντινούς στη μάχη της Πελαγονίας το 1259 και αρνήθηκε να παραχωρήσει τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο με αντάλλαγμα την απελευθέρωσή του, ο Μιχαήλ τον κράτησε αιχμάλωτο μέχρι το 1262, οπότε δέχθηκε να παραδώσει στους Βυζαντινούς τα κάστρα της Μονεμβασιάς, του Μυστρά, της Μαΐνης[21] και του Γερακίου. Ο Μιχαήλ τον τίμησε με τον τίτλο του μεγάλου δομεστίκου, σύμβολο υποτέλειας στην αυτοκρατορία. Η Μονεμβασία ορίστηκε έδρα Βυζαντινού στρατηγού και έδρα Ορθόδοξου μητροπολίτη, ενώ παράλληλα παραχωρήθηκαν στους κατοίκους σημαντικά προνόμια, που ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο (1282-1328), όπως η απαλλαγή από φόρο κληρονομιάς και η απαλλαγή από το κομμέρκιον (δασμοί).[22] Ο Ανδρόνικο Γ' Παλαιολόγο στη συνέχεια απάλλαξε τη Μονεμβασιά από 28 φόρους.[23] Η ακμή της πόλης υπήρξε ραγδαία: εκτός από την αύξηση του πληθυσμού, που κύρια επίδοσή του ήταν το εμπόριο και η ναυτιλία, δημιουργήθηκαν προϋποθέσεις για την πνευματική και εκκλησιαστική ανάπτυξη, σε βαθμό που η ως το 1460 περίοδος να θεωρείται «χρυσή εποχή» της πόλης. Είναι χαρακτηριστικό το 1324 από τα συνολικά 3.108 υπέρπυρα που εισέφεραν οι μητροπόλεις στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης, τα 800 προέρχονταν από την μητρόπολη Μονεμβασιάς, τα περισσότερα από κάθε άλλη.[24] Ο Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός προβίβασε την μητρόπολη Μονεμβασίας το 1347 ή το 1348 στην ιεραρχική σειρά του πατριαρχείου Ιεροσολύμων.[25] Την ειρηνική ζωή της Μονεμβασίας κατά τον 14ο και το α' μισό του 15ου αιώνα τάραξαν πειρατικές επιδρομές και εσωτερικές συγκρούσεις, που δεν επηρέασαν εν τούτοις την ιστορική της πορεία στα πλαίσια του δεσποτάτου του Μορέως.

Το 1354 τη διοίκηση του δεσποτάτου του Μυστρά ανέλαβε ο Μανουήλ Καντακουζηνός, ο οποίος διατηρήθηκε στην εξουσία μέχρι το 1380. Η διοίκηση της Μονεμβασιάς δόθηκε στον Ιωάννη Καντακουζηνό, ο οποίος όταν έμαθε ότι μετά τον θάνατο του Μανουήλ δεσπότης ορίστηκε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος στασίασε.[26] Ο Θεόδωρος προσπάθησε να προσεγγίσει την Μονεμβασιά αλλά απομακρύνθηκε και κατέφυγε στην βενετοκρατούμενη Κορώνη για να ζητήσει βοήθεια, με αντάλλαγμα την περιοχή της Μονεμβασιάς, αλλά οι Μονεμβασιώτες αποκήρυξαν τους στασιαστές.[27] Το 1394 ο Θεόδωρος αιχμαλωτίστηκε από τον σουλτάνο Βαγιαζήτ Α΄ και για να ελευθερωθεί ζήτησε την παράδοση της Μονεμβασιάς. Ο Θεόδωρος κατάφερε να δραπετεύσει και με τη βοήθεια της Βενετίας ανακατέλαβαν τη Μονεμβασιά από τους Οθωμανούς τον Ιούλιο του 1394. Αποτέλεσμα όλων αυτών των ταραχών ήταν ο πληθυσμός της πόλης να μειωθεί και η εμπορική κίνηση να σταματήσει.[28]

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 επικράτησε αναταραχή στο δεσποτάτο του Μορέως, το οποίο είχε τότε δύο δεσπότες, τον Θωμά και τον Δημήτριο, οι οποίοι διαφωνούσαν σχετικά με το μέλλον του δεσποτάτου. Ο Δημήτριος παρέδωσε τη Μονεμβασιά τον Μάιο του 1460 στον Μωάμεθ Β΄,[29] ο οποίος όμως αποχώρησε χωρίς να τη πολιορκήσει.[30] Στη συνέχεια, ακολουθώντας τη συμβουλή του Θωμά Παλαιολόγου, οι κάτοικοι προσέφεραν την πόλη στον Πάπα Πίο Β΄ στις 12 Σεπτεμβρίου 1460, ο οποίος και δέχθηκε.[31]

Α΄ Βενετοκρατία και Α΄ ΤουρκοκρατίαΕπεξεργασία

 
Παραδοσιακά σπίτια στη Μονεμβασιά.

Το 1460 ο Μωάμεθ Β' έφθασε στην Κόρινθο, προχώρησε προς τη Λακωνία, κατέλαβε τα φρούρια της Αχαΐας και της Ηλείας και τον Ιούλιο του 1461 παραδόθηκε το Σαλμενίκο, τελευταίο κάστρο του ελληνικού δεσποτάτου. Έτσι, εκτός από τις βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου και τη Μονεμβασία, που είχε παραχωρηθεί με σύμφωνη γνώμη του Δεσπότη του Μυστρά Θωμά Παλαιολόγου στον πάπα Πίο Β΄, η τουρκική κατάκτηση της νευραλγικής αυτής για το Βυζάντιο περιοχής είχε ολοκληρωθεί. Στα τέλη του 1463 η Μονεμβασία είχε περιέλθει στους Βενετούς. Μετά το τέλος του Α΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου τμήμα των εκτάσεων στην επικράτεια της Μονεμβασιάς περιήλθε στην κατοχή των Οθωμανών, επηρεάζοντας την αγροτική παραγωγή και το εμπόριο.[32] Οι κτήσεις της Βενετίας γύρω από τη Μονεμβασιά περιοριστήκαν περισσότερο μετά τον Β΄ Βενετοτουρκικό Πόλεμο (1499-1503).[33]

Ο Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσσα άρχισε το 1537 προσπάθειες να καταλάβει το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία, τις δύο εναπομείνασες βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο. Στη συνθήκη ειρήνης ο σουλτάνος Σουλεϊμάν Β΄ ζήτησε ως αποζημίωση για τις ζημιές που υπέστη ο στόλος την παραχώρηση νησιών που έχει κατακτήσει μαζί με το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά, και παρά τις αντιδράσεις των Βενετών, η συνθήκη υπογράφηκε στις 2 Οκτωβρίου 1540 και οι δύο πόλεις παραδόθηκαν στους Τούρκους.[34] Οι περισσότεροι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και κατέφυγαν στα βενετοκρατούμενα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα και στην Κρήτη.

Κατά τους Οθωμανικούς χρόνους η Πάνω Πόλη εγκαταλείφθηκε. Η ίδια η Μονεμβασιά έγινε γνωστή ως Μενεξέ, Μενεφσέ ή Μπενεφσέ[35] και εντάχθηκε διοικητικά στο Σαντζάκι του Μοριά. Στην απογραφή του 1573-1574 αναφέρεται ότι διέθετε φρουρά 104 αντρών και απέδιδε ως φόρους 28.665 ακτσέδες, 6.000 από την εμπορική κίνηση στο λιμάνι της. Λόγω πληροφοριών ότι υπήρχε μικρή φρουρά στη Μονεμβασιά, ο Μέγας Μαγίστρος Ζαν Παριζό ντε Λα Βαλέτ αποφάσισε να την καταλάβει ώστε να αποκτήσει μία βάση στο Αιγαίο.[36] Στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1564 έστειλε γαλέρες αλλά καθώς δεν εντοπίστηκε το παλιό αφύλακτο μονοπάτι που οδηγούσε στην άνω πόλη, αποχώρησαν. Το μονοπάτι αυτό σφραγίστηκε από τους Οθωμανούς λίγο αργότερα με τοίχο.[37] Το 1583 υπήρχαν 320 οικογένειες μη μουσουλμάνων και 191 κάτοικοι χωρίς οικογένεια.[38]

Κατά τη διάρκεια του Κρητικού Πολέμου έγιναν προσπάθειες από τη Βενετία να καταλάβει τη Μονεμβασιά, η οποία λειτουργούσε ως βάση του οθωμανικού στρατού. Η πρώτη απόπειρα έγινα τον Αύγουστο του 1653, κατά την οποία οι Βενετοί κατάφεραν να καταλάβουν ένα φρούριο έξω από την κάτω πόλη, αλλά εγκατέλειψαν την προσπάθεια καθώς οι επιθέσεις εναντίον της κάτω πόλης απέτυχαν.[39] Η δεύτερη προσπάθεια έγινε στον Ιούλιο του 1655, με τους Βενετούς να προχωρούν σε αποκλεισμό της Μονεμβασιάς, αλλά καθώς οι Οθωμανοί έστειλαν ενισχύσεις, τελικά αποχώρησαν. Ακολούθως οι Οθωμανοί ενίσχυσαν την άμυνα της Μονεμβασιάς,[40] και παραχώρησαν στους κατοίκους της την δυνατότητα να φτιάξουν μια εκκλησία με τρούλο, ως επιβράβευση που δεν παραχώρησαν την πόλη στους Βενετούς.[41]

Βενετική ανάκτηση και Β΄ ΤουρκοκρατίαΕπεξεργασία

 
Η Μονεμβασιά σε γκραβούρα του 1688

Το 1684 ξεκίνησε ο ΣΤ΄ Βενετοτουρκικός Πόλεμος, κατά τον οποίο ο Φραντζέσκο Μοροζίνι κατέλαβε ολόκληρη την Πελοπόννησο, με την εξαίρεση της Μονεμβασιάς, η οποία αντιστάθηκε. Ο Μοροζίνι την πολιόρκησε ξανά το 1687, βομβαρδίζοντάς την, αλλά οι Τούρκοι υπερασπιστές αρνήθηκαν να παραδωθούν με αποτέλεσμα να αποχωρήσει. Στην πόλη κατέφυγαν πολλοί Τούρκοι που έφυγαν από τις υπόλοιπες περιοχές του Μοριά.[42] Το 1688 πρότεινε να κατασκευαστεί ένα φρούριο απέναντι από την Μονεμβασιά. Τελικά τον Ιούλιο του 1689 ξεκίνησε η κατασκευή δύο φρουρίων και η πολιορκία ξεκίνησε εκ νέου, αλλά ήταν πάλι ανεπιτυχής και στα τέλη Σεπτεμβρίου αποχώρησε.[43] Στο τέλος της επόμενης άνοιξης η πολιορκία άρχισε ξανά, με επικεφαλής Τζιρόλαμο Κορνέρ και παρά τις αποτυχίες,[44] η πόλη παραδόθηκε και ο Κορνέρ εισήλθε στις 12 Αυγούστου 1690.[45]

Η ανάκτηση της Πελοποννήσου από τους Βενετούς είχε ως αποτέλεσμα και την επανεγκατάσταση κατοίκων στη Μονεμβασία, που ορίστηκε πρωτεύουσα του διαμερίσματος της Λακωνίας. Η πόλη είχε υποστεί σημαντικές καταστροφές και ακολούθησε πρόγραμμα ανοικοδόμησής της. Ο πληθυσμός της το 1700 είχε φθάσει στους 1.622 κατοίκους, σχεδόν διπλάσιος σε σύγκριση με δέκα χρόνια πριν.[46]

Το 1715 ο Οθωμανικός στρατός επιτέθηκε στην Πελοπόννησο, στα πλαίσια του Ζ΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου. Ο στόλος έφτασε στη Μονεμβασιά στις 3 Αυγούστου 1715, ζητώντας την παράδοση της πόλης, και το πολεμικό συμβούλιο της πόλης ζήτησε παράταση 20 ημερών ώστε να μάθουν τις προθέσεις του βενετικού στόλου, αίτημα που έγινε δεκτό.[47] Ο στόλος δεν προσέγγισε την Μονεμβασιά και τελικά η πόλη παραδόθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1715.[48] Κάποιοι από τους κατοίκους, ως μέρος της συνθήκης παράδοσης πουλήθηκαν ως σκλάβοι.[49] Άλλοι κατέφυγαν σε άλλες ενετοκρατούμενες περιοχές. Μετά την οθωμανική ανάκτηση, η Μονεμβασιά παρέμεινε υπό τη δικαιοδοσία του Καπουδάν πασά. Η περιοχή γνώρισε μια σχετική εμπορική και οικονομική άνθηση και ιδρύθηκε ελληνικό σχολείο. Κάποιοι Βενετοί επέστρεψαν στην πόλη, όπως και παλαιότεροι Τούρκοι κάτοικοι.[50]

Κατά τα Ορλωφικά (1770) ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Άνθιμος ο Λέσβιος όπλισε σώμα Μονεμβασιωτών και απέκλεισε τους Τούρκους στο φρούριο, όταν όμως οι πολιορκητές δέχθηκαν την επίθεση των Αλβανών διασκορπίστηκαν και πολλοί αιχμαλωτίστηκαν ή φονεύθηκαν και η πόλη λεηλατήθηκε.[εκκρεμεί παραπομπή] Μετά τα Ορλωφικά η περιοχή εγκαταλείφθηκε από μεγάλο μέρος του πληθυσμού της.

Κατά την Ελληνική ΕπανάστασηΕπεξεργασία

Το φρούριο της Μονεμβασίας πολιορκήθηκε κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης από ξηρά και θάλασσα και ύστερα από τετράμηνη πολιορκία παραδόθηκε στους Έλληνες στις 23 Ιουλίου 1821. Ακολούθησαν διαμάχες για την διανομή των λαφύρων και τη διοίκηση, οι οποίες οδήγησαν στην αναρχία. Το Μάρτιο του 1822 αποφασίστηκε από την προσωρινή διοίκησης της Ελλάδας η επισκευή του φρουρίου και η αποστολή φρουράς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, με αποτέλεσμα η κατάσταση στο φρούριο να χειροτερεύει.[51] Στη συνέχεια το φρούριο και η επαρχία Μονεμβασιάς έπεσε θύμα του εμφυλίου πολέμου. Οι Μανιάτες με αρχηγό τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη άρχισαν να πολιορκούν το φρούριο τον Σεπτέμβριο του 1823.[52] Μέχρι το Μάρτιο του 1824 τα μισά χωριά της επαρχίας είχαν περάσει στην κατοχή των Μανιατών, και ενώ συνέχιζαν να πολιορκούν το φρούριο, η κεντρική διοίκηση αποφάσισε να μεταφέρει 3-4 κανόνια από την Μονεμβασιά στις Σπέτσες. Επίσης, στο φρούριο κατέφτασαν Κρήτες και Ψαριανοί μετά την καταστροφή των Ψαρών, όμως η πολιορκία του φρουρίου συνεχίστηκε.[53] Τον Ιανουάριο του 1827 έφτασε στο φρούριο ο Δημήτριος Πλαπούτας με 200 στρατιώτες και οι κάτοικοι και οι έφοροι της Μονεμβασιάς συμφώνησαν να παραδοθεί σε αυτόν η διοίκηση του κάστρου, ώστε να απελευθερωθεί το φρούριο, όπως και εγένετο με απόφαση της Εθνικής Συνέλευσης την 1η Μαρτίου 1827.[54] Όμως, ο Μαυρομιχάλης συνέχισε να προσπαθεί να κατακτήσει το φρούριο, με αποτέλεσμα ο Πλαπούτας να αποχωρήσει, μη αποδεχόμενος αυτή τη συμπεριφορά, και τελικά ο Μαυρομιχάλης να τεθεί επικεφαλής του κάστρου. Οι συνεχείς αυτές έριδες απέτρεψαν τη Μονεμβασιά από τη δυνατότητα να μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στις μετέπειτα εξελίξεις σχετικά με τη ίδρυση του ελληνικού κράτους και να μην καταφέρει να αποκτήσει την παλιά της αίγλη.[55]

Τμήμα της ΕλλάδαςΕπεξεργασία

Στην στατιστική περιγραφή της Μονεμβασιάς το 1828, η Μονεμβασιά είχε 659 κατοίκους, ενώ τα περισσότερα από τα σπίτια ήταν κατεστραμμένα. Νέος φρούραρχος της Μονεμβασιάς ορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Ανάμεσα στα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η φύλαξη του φρουρίου και η επισκευή των κτιρίων, καθώς δεν επαρκούσαν ούτε για τη στέγαση των δημόσιων υπηρεσιών.[56] Για αυτό το λόγο έφτασε στην πόλη ο μηχανικός Φώτης Κεσόγλου και ο Θεόδωρος Βαλλιάνος. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια για τη λειτουργία σχολείου, το οποίο στεγάστηκε στο ναό του Αγίου Νικολάου.[57] Παρά τις δυσκολίες στη χρηματοδότησή του, παρέμεινε σε λειτουργία το 1937.[58] Εκκλησιαστικά, η Μονεμβασιά παρέμεινε έδρα της μητρόπολης Μονεμβασιάς, όμως μετά το θάνατο του μητροπολίτη Χρύσανθου Παγώνη, η έδρα χήρευσε και τοποτηρητής ορίστηκε ο Γεράσιμος Παγώνης, αλλά δεν είχε το βαθμό του επισκόπου και έτσι χρησιμοποιούσε και τον επίσκοπο Σταγών Αμβρόσιο, όμως οι πόροι της επαρχίας αρκούσαν μόνο για τον ένα, και τελικά ο Αμβρόσιος κατέληξε στην μητρόπολη Μυστρά.[59]

Η Μονεμβασιά συνέχισε να βρίσκεται σε δεινή κατάσταση για πολλά ακόμη χρόνια, αλλά παρέμεινε το μεγαλύτερο χωριό της περιοχής και κατά τη διοικητική αναδιάταξη του 1833, η Μονεμβασιά εξαολούθησε να είναι έδρα της επαρχίας, η οποία όμως από επαρχεία Μονεμβασιάς μετονομάζεται σε επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς. Η Μονεμβασιά παρέμεινε έδρα της επαρχίας Μονεμβασιάς μέχρι το 1864, όταν η έδρα μεταφέρθηκε στους Μολάους, αλλά παρέμεινε έδρα δήμου, μέχρι την κατάργησή του το 1913.[60] Στις αρχές του 20ού αιώνα, ήταν έδρα ειρωνοδικείου, τελωνείου, τηλεγραφείου, αστυνομίας και σχολαρχείου. Σύμφωνα με τις απογραφές, υπήρχε μείωση του πληθυσμού μέχρι τη δεκαετία του 1970. Η πορεία του πληθυσμού της κοινότητας σύμφωνα με τις απογραφές είναι η εξής: 1920: 483 κ., 1928: 638 κ., 1940: 638 κ., 1951: 522 κ., 1961: 487 κ., 1971: 445 κ..[61] Οι κάτοικοι της Μονεμβασιάς είτε μετανάστευσαν στην Αθήνα είτε μετοίκησαν στη Γέφυρα, απέναντι από τη Μονεμβασιά. Στην απογραφή του 1951, από τους 522 κατοίκους της κοινότητας, στη Γέφυρα ζούσαν οι 261, στην παλιά πόλη οι 178 και στην Αγία Κυριακή 83. Ο πληθυσμός της παλιάς πόλης συνέχισε να μειώνεται και το 1971 σε αυτήν ζούσαν μόλις 32 κάτοικοι.[62] Η Μονεμβασιά συνέχισε να βασίζεται για την ύδρευσή της στις στέρνες μέχρι το 1964 και ο ηλεκτρισμός έφτασε το 1972. Το εμπόριο γινόταν ακτοπλοϊκώς, όπου τα προϊόντα μεταφέρονταν στο κοντινότερο μεγάλο λιμάνι, τον Πειραιά.[61]

Από τη δεκαετία του 1970 η Μονεμβασιά άρχισε να ακμάζει ξανά, αυτή τη φορά ως τουριστικός προορισμός. Οι Μονεμβασιώτες πούλησαν τα σπίτια τους σε ανθρώπους που επισκέπτονταν την Μονεμβασιά και τα αναστήλωσαν. Στις αναστηλώσεις κύριο λόγο έπαιξαν ο Αλέξανδρος και η Χάρις Καλλιγά. Παράλληλα, έντονη ανάπτυξη γνώρισε και η Γέφυρα (στην απογραφή του 2011 έχει 1.299 κατοίκους).[63]

ΠεριγραφήΕπεξεργασία

 
Το δυτικό τείχος της Κάτω Πόλης.

Η Μονεμβασιά αποτελείται από την Επάνω Πόλη, η οποία βρίσκεται επάνω στο πλάτωμα του λόφου, και την Κάτω Πόλη, η οποία είναι κτισμένη στη νότια ακτή της χερσονήσου. Η Επάνω Πόλη πλέον δεν κατοικείται, καθώς εγκαταλείφθηκε μετά την Β΄ Ενετοκρατία. Η είσοδος σήμερα στην Επάνω Πόλη γίνεται μέσω οχυρωμένης πύλης στην οποία ανεβαίνει οχυρωμένο ελικοειδές μονοπάτι από την Κάτω Πόλη. Μια δεύτερη είσοδος βρισκόταν κατά τον παρελθόν στη βόρεια πλευρά, αλλά σφραγίστηκε κατά την Α΄ Τουρκοκρατία. Στην Επάνω Πόλη βρισκόταν η ακρόπολη της Μονεμβασιάς, ένα ορθογώνιο οχυρό με τέσσερις πύργους, το οποίο κατασκευάστηκε τον 6ο αιώνα, σπίτια και δημόσια κτίρια, όπως εκκλησίες, στέρνες και διοικητικά κτίρια. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο ναός της Αγίας Σοφίας. Η διάταξη του οικισμού δεν είναι πλέον ευδιάκριτη, αλλά φαίνεται ότι διέθετε δύο κύριους παράλληλους δρόμους σε άξονα ανατολής-δύσης.[64]

Η Κάτω Πόλη βρίσκεται κάτω από το νότιο τείχος της Επάνω Πόλης. Είναι περιτειχισμένη από τρεις πλευρές, ανατολή, νότο και δύση. Η είσοδος γίνεται από τη δυτική πύλη, η οποία συνδέεται με δρόμο με τη γέφυρα.[65] Ο δρόμος συνεχίζει στο εσωτερικό της πόλης και αποτελεί τον κεντρικό δρόμο της Κάτω Πόλης, ο οποίος ήταν γνωστός ως Μέση Οδός τη βυζαντινή περίοδο.[66] Ήταν γνωστός ως η Αγορά και κατά μήκος του βρίσκονται εμπορικά καταστήματα.[67] Ο δρόμος αυτός διασταυρώνεται με τον δρόμο που κατεβαίνει από την Επάνω Πόλη και οδηγεί στην πύλη στα θαλάσσια τείχη γνωστή ως Πορτέλλο. Στο σημείο όπου αυτοί οι δύο δρόμοι διασταυρώνονται βρίσκεται η πλατεία του Ελκόμενου Χριστού, όπου βρίσκεται ο μητροπολιτικός ναός, το πρώην τζαμί και το επισκοπικό μέγαρο. Τον 19ο αιώνα δημιουργήθηκαν δυο ακόμη πλατείες, η Μεγάλη και η Μικρή Τάπια.[66] Οι υπόλοιποι δρόμοι της κάτω πόλης είναι στενά καλντερίμια, κάποιες φορές καλυμμένα με θολωτές κατασκευές γνωστές ως «δρομικές», πάνω στις οποίες μπορεί να συνέχιζαν τμήματα κατοικιών.[68]

ΟχυρώσειςΕπεξεργασία

Στο ψηλότερο σημείο του βράχου της Μονεμβασιάς βρισκόταν η ακρόπολη. Το φρούριο αυτό αποτελούταν από ένα περίβολο με τέσσερις πύργους σε κάθε γωνία. Η είσοδος γινόταν από πύλη στον ανατολικό τοίχο. Οι τοίχοι ήταν φτιαγμένοι από αργολιθοδομή με ισχυρό κονίαμα.[69] Στη θέση του νοτιοδυτικού πύργου κτίστηκε κατά τη Β΄ Ενετοκρατία μια ορθογώνια πυριτιδαποθήκη.[70] Μέσα στο οχυρό σώζονται υπολείμματα κτιρίων. Ένα από τα κτίρια κοντά στο κέντρο διέθετε δεξαμενή. Υπάρχουν ενδείξεις ότι στην ανατολική πλευρά του οχυρού βρισκόταν μεγάλη αίθουσα, στο νότιο τοίχο της οποίας βρέθηκε εντοιχισμένο το μονόγραμμα του Θεόδωρου Παλαιολόγου. Το φρούριο φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε κατά την Α΄ Βενετοκρατία.[71]

 
Η πύλη της Επάνω Πόλης

Η υπόλοιπη Επάνω Πόλη προστατεύεται από έναν οχυρωματικό περίβολο στη βόρεια και στη νότια πλευρά του λόφου, ενώ οι υπόλοιπες πλευρές δεν οχυρώθηκαν καθώς ήταν απότομες και ήταν φυσικά οχυρές.[65] Ένας δρόμος με κατά τόπους στηθαίο, το οποίο διέθετε πολεμίστρες και σκοπιές, κατασκευάστηκε περιμετρικά του γκρεμού ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης.[72] Η οχύρωση της Επάνω Πόλης είναι γνωστή ως Γουλάς και κτίστηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο, αν και πλέον το μεγαλύτερο τμήμα των τειχών χρονολογείται από τους ενετικούς και τους οθωμανικούς χρόνους.[70] Τα τείχη είναι πιο ενισχυμένα στο τμήμα όπου βρίσκεται η νότια πύλη, στο τμήμα πάνω από τη δυτική πύλη της κάτω πόλης και στο ανατολικό άκρο. Στην πύλη της επάνω πόλης οδηγεί από την κάτω πόλη ελικοειδές καλντερίμι με δύο ενδιάμεσες πύλες. Η πύλη τους βυζαντινούς χρόνους ήταν θολωτή και είχε από πάνω της τετράγωνο πύργο.[73] Κατά τους οθωμανικούς χρόνους κατασκευάστηκαν κοντά στην πύλη θολωτά δωμάτια, ένα εκ των οποίων ήταν τζαμί.[74] Προς τα δυτικά υπάρχει μικρός προμαχώνας. Το δυτικό τείχος της άνω πόλης επόπτευε την κύρια πύλη της κάτω πόλης. Είχε δύο πύργους. Το τείχος αυτό ενισχύθηκε από τους Οθωμανούς ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει το πυροβολικό με διπλό προμαχώνα στα ανατολικά.[75] Στην ανατολική άκρη το βόρειο τείχος υπήρχε επίσης οχυρό, το οποίο ανακατασκευάστηκε το 1540 από τον Κασίμ πασά, αλλά καταστράφηκε όταν η πυριτιδαποθήκη του εξερράγη μετά από βομβαρδισμό της από τους Βενετούς.[74] Το κάστρο διέθετε και μια πύλη στο βόρειο τείχος, αλλά αυτή σφραγίστηκε κατά την Α΄ Τουρκοκρατία με τείχος το οποίο οι Βενετοί ονόμασαν Mura Rossa (Κόκκινο Τείχος). Οι Βενετοί το ενίσχυσαν και τοποθέτησαν σε αυτό κανόνια.[76]

Η Κάτω Πόλη είναι περιτειχισμένη προς τα δυτικά, νότια και ανατολικά. Στα δυτικά βρίσκεται η κύρια πύλη της πόλης, η οποία οδηγεί στη γέφυρα και στο λιμάνι. Κατά τους βυζαντινούς χρόνους πρέπει να ήταν ενσωματωμένη σε πύργο και προστατευόταν από επιπλέον πύργους, ένας από τους οποίους σώζεται μέχρι σήμερα ενσωματωμένος σε μεταγενέστερες μετασκευές. Ένα ευθύγραμμο τείχος (cortina) συνέδεε τον πύργο με πύργο στη βάση του γκρεμού και ένα άλλο έφτανε μέχρι τη θάλασσα, όπου υπήρχε γωνιακός πύργος.[77] Η νοτιοδυτική γωνία του τείχους ενισχύθηκε τον 17ο αιώνα με πύργο με κανόνια, ενώ η πύλη ανακατασκευάστηκε και κτίστηκε ένας προμαχώνας από πάνω της. Ένας ακόμη προμαχώνας κτίστηκε κοντά στο βράχο.[78] Μετά την ανακατάληψη από τη Βενετία κτίστηκε ισχυρός πύργος στη νοτιοδυτική γωνία και σκάρπα με διακοσμητική απόληξη στο δυτικό τείχος.[79] Το θαλάσσιο τείχος αποτελείται από ευθύγραμμα τμήματα τα οποία ένωναν πέντε πύργους πέρα από τους δύο γωνιακούς πύργους. Στο μέσο του τείχους υπήρχε πύλη.[80] Τον 17ο αιώνα ενισχύθηκε, καθώς κατασκευάστηκαν σκάρπες (κεκλιμένο τείχος), και ένα μικρό προμαχώνα.[81] Το ανατολικό τείχος μοιάζει με το δυτικό, με ευθύγραμμα τμήματα ανάμεσα σε πύργους. Διαθέτει στο μέσο του πύλη που οδηγεί εκτός πόλης. Οι Οθωμανοί για να ενισχύσουν το δυτικό τείχος κατασκεύασαν και ένα φρούριο εκτός τειχών με πολλά κανόνια.[80]

ΕκκλησίεςΕπεξεργασία

 
Ο ναός της Αγίας Σοφίας
  • Ο ναός της Αγίας Σοφίας στην Επάνω Πόλη, κοντά στην άκρη του γκρεμού. Ο ναός χρονολογείται από τους βυζαντινούς χρόνους, και κτίστηκε κατά την επικρατέστερη εκδοχή τον 12ο αιώνα. Είναι εγγεγραμμένος στραυροειδής ναός με τρούλο. Έχει ταυτιστεί με τον ναός της Οδηγήτριας που αναφέρεται στις πηγές. Ο κυρίως ναός έχει διαστάσεις 14 επί 14 μέτρα και ο τρούλος έχει διάμετρο 7 μέτρα και έχει 16 παράθυρα. Ο νάρθηκας είναι διώροφος. Ο ναός διέθετε πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Σώζονται τμήματα τοιχογραφιών, όπως δύο αρχαγγέλων στον νάρθηκα, παράσταση από τον βίο του αγίου Νικολάου στη βόρεια πρόθεση και ο Χριστός ως «Παλαιός των Ημερών» στο ιερό. Μετά την ολοκλήρωση του ναού προστέθηκε στη νότια πρόσοψη εξωτερικά διπλή στοά, ενώ κατά τους βενετικούς χρόνους προστέθηκε διώροφος εξωνάρθηκας στη δυτική πρόσοψη. Κατά την Α΄ Τουρκοκρατία ο ναός μετατράπηκε σε τζαμί και οι τοιχογραφίες ασβεστώθηκαν.[82][83] Εργασίες αποκατάστασης του ναού έλαβαν χώρα το 1958, με την επαναφορά βυζαντινών στοιχείων, άλλα κάποια από τα αρχιτεκτονικά μέλη είχαν μετασκευαστεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και έτσι μεταφέρθηκαν στην αρχαιολογική συλλογή.[84]
  • Ο ναός του Χριστού Ελκόμενου στην κεντρική πλατεία της κάτω πόλης είναι ο μητροπολιτικός ναός της Μονεμβασιάς. Σήμερα ο ναός έχει τη μορφή τρίκλιτης βασιλικής με τρούλο. Το μεσαίο κλίτος είναι υπερυψωμένο και χωρίζεται από τα άλλα δύο με πεσσούς. Το κωδωνοστάσιο είναι χωριστά από το ναό, βορειοδυτικά του. Ο ναός αρχικά κτίστηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. και έχει υποστεί σειρά μετασκευών. Η κεντρική αψίδα είναι ημικυκλική και έχει εσωτερικά σύνθρονο, που υποδηλώνει ότι ο ναός χρονολογείται από την παλαιοχριστιανική εποχή. Στο ναό έχουν ενσωματωθεί μαρμάρινα μέλη εκείνης της εποχής. Διακρίνεται μια δεύτερη φάση κατασκευής κατά τον 11ο-12ο αιώνα, όπως φαίνεται από τα γλυπτά πάνω από τη θύρα του ναού. Το 1538 σύμφωνα με επιγραφή εκτελέστηκαν οικοδομικές εργασίες, ενώ επιγραφή πάνω από τη δυτική θύρα αναφέρει ότι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1697, που πιθανόν αφορούσαν την κατασκευή του τρούλο και του νάρθηκα. Ο ναός δεν φαίνεται να είχε τοιχογραφηθεί. Στο εσωτερικό του φυλάσσονταν εικόνες, όπως η εικόνα του Ελκόμενου που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Ισαάκιο Β΄ Άγγελο τον 12ο αιώνα, η εικόνα της Σταύρωσης του Χριστού, του 14ου αιώνα, που εκτίθεται στο Βυζαντινό Μουσείο, και αρκετές μεταβυζαντινές εικόνες.[85]
 
Η πρόσοψη της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας
  • Η Παναγία η Μυρτιδιώτισσα ή Παναγία η Κρητικιά κτίστηκε βόρεια του ναού του Ελκόμενου κατά Β΄ Ενετοκρατία, σε μία συνοικία όπου εγκαταστάθηκαν Κρήτες. Είναι μονόχωρη βασιλική με τρούλο. Έχει μεγάλη κεντρική αψίδα και η πρόθεση και το διακονικό ανοίγονται σαν κόγχες στον ανατολικό τοίχο. Η πρόσοψη και ο τρούλος είναι κτισμένοι από πωρόλιθο και ο υπόλοιπος ναός από αργολιθοδομή. Η πρόσοψη διαθέτει διακοσμητικά στοιχεία με ιταλικές επιδράσεις, όπως ο στρογγυλός φεγγίτης και τα γείσα και τα διακοσμημένα αετώματα με γεωμετρικά και φυτικά μοτίβα.[86]
  • Η Παναγία η Χρυσαφίτισσα βρίσκεται κοντά στο θαλάσσιο τείχος και στην πλατεία Χρυσαφίτισσας. Διαθέτει μεγάλο τρούλο και στενό νάρθηκα στη δυτική πρόσοψη. Ο ναός κτίστηκε κατά τη διάρκεια της Α΄ Τουρκοκρατίας και έχει μουσουλμανικές επιδράσεις. Ο ναός εσωτερικά είναι επιχρισμένος.[87]
  • Ο ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται βορειοανατολικά της Παναγίας Χρυσαφίτισσας. Είναι τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, με τα κλίτη να χωρίζονται με πεσσούς. Στη δυτική πρόσοψη σώζεται επιγραφή η οποία αναφέρει ότι ο ναός κατασκευάστηκε από τον Αντρέα Λικίνιο το 1703. Τόσο η διακόσμηση όσο και η κατασκευή έχουν δυτικές επιδράσεις.[88]
  • Ο ναός του Αγίου Σπυρίδωνα είναι δίκλιτος και χρονολογείται από τη Β΄ Ενετοκρατία.[89] Βρίσκεται κάτω από την πύλη της επάνω πόλης.
  • Ο ναός του Αγίου Αντωνίου, βορειοανατολικά του ναού του Ελκόμενου, χρονολογείται από τους βυζαντινούς χρόνους αλλά η τωρινή του μορφή χρονολογείται από την β΄ Ενετοκρατία. Είναι μονόχωρος καμαροσκέπος ναός με δύο τυφλά αψιδώματα να σώζονται στο βόρειο τοίχο. Στο εσωτερικό του σώζονται φθαρμένες τοιχογραφίες, όπως ένας ιεράρχης και δύο αγίες που κρατούν σταυρό στο βορειοδυτικό αψίδωμα, οι οποίες χρονολογούνται από τα τέλη του 13ου ή 14ου αιώνα.[89]
  • Ο ναός της Αγίας Παρασκευής είναι ένα μικρό παρεκκλήσι στη βορειοδυτική πλευρά του ναού του Ελκόμενου. Είναι μονόχωρη και θολοσκεπής.[90]
  • Ο ναός των Αγίων Αποστόλων μικρός σπηλαιώδης ναός με ίχνη τοιχογραφιών της β΄ Ενετοκρατίας.[89]
  • Ο δίκλιτος ναός των Αγίων Δημητρίου και Αντωνίου, της β΄ Ενετοκρατίας.[89]
  • Η Αγία Άννα η Καθολική, μια μικρή μονόχωρη εκκλησία στον κεντρικό δρόμο της Μονεμβασιάς. Διαθέτει έναν ιδιόμορφο χώρο στη βόρεια πλευρά της. Με βάση τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της κτίστηκε στη β΄ Ενετοκρατία.[90]
  • Η Αγία Άννα της Μάλτας είναι μια τρίκλιτη βασιλική της β΄ Ενετοκρατίας, της οποίας η ανατολική πλευρά έχει φθαρεί.[90]
  • Επίσης στη Μονεμβασιά σώζονται οι ερειπωμένοι ναοί της Αγίας Άννας, Αγίων Τεσσαράκοντα, των Αγίου Ιωάννη και Παναγίας (με ίχνη τοιχογραφιών), Ευαγγελιστρίας,[90] Κατηχούμενων και ένας μικρός μονόχωρος μεσοβυζαντινός ναός με γλυπτό μαρμάρινο τέμπλο που ανακαλύφθηκε κοντά στα θαλάσσια τείχη το 1974.[88]

Άλλα θρησκευτικά κτίριαΕπεξεργασία

 
Το πρώην τζαμί της Μονεμβασιάς

Στην πλατεία του Ελκόμενου ανεγέρθηκε κατά την Α΄ Τουρκοκρατία μουσουλμανικό τέμενος. Μετά την ανάκτηση της Μονεμβασιάς από τους Βενετούς το 1690, το κτίριο άλλαξε χρήση και πιθανόν χρησιμοποιήθηκε από τους Καπουτσίνους ως μοναστήρι. Το 1715, όταν οι Οθωμανοί ανακατέλαβαν τη Μονεμβασιά, το κτίριο ξαναέγινε τζαμί. Μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, το κτίριο μετατράπηκε σε φυλακή και στα μέσα του 20ού αιώνα λειτουργούσε ως καφενείο. Από το 1999 στεγάζει την αρχαιολογική συλλογή της Μονεμβασιάς.[91] Το κτίριο είναι απλό μορφολογικά, αποτελούμενο από δύο αίθουσες, μία τετράγωνη αίθουσα με χαμηλωμένο τρούλο και έναν ορθογώνιο χώρο. Το μιχράμπ και ο μιναρές δεν σώζονται. Η είσοδος γίνεται από την ανατολική πρόσοψη, όπου υπάρχουν δύο πόρτες αλλά μόνο η βορειότερη χρησιμοποιείται. Διακρίνονται επίσης σφραγισμένα πλέον ανοίγματα, όπως ένα βενετικό θύρωμα στη βόρεια πρόσοψη. Οι τοίχοι είναι από αργολιθοδομή και λαξευμένοι πωρόλιθοι χρησιμοποιούνται στα ανοίγματα και κάποιες αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες.[92]

Νότια του ναού του Ελκόμενου σώζεται το παλιό επισκοπικό μέγαρο. Πάνω από τη είσοδό του σώζεται ανάγλυφος λέοντας, ο οποίος αποτελεί το σύμβολο της Βενετίας.[93]

Αρχαιολογική συλλογήΕπεξεργασία

 
Η αρχαιολογική συλλογή

Η αρχαιολογική συλλογή Μονεμβασιάς εγκαινιάστηκε τον Ιούλιο του 1999[94] και στεγάζεται στο πρώην οθωμανικό τζαμί, το οποίο βρίσκεται στην πλατεία Ελκόμενου. Η συλλογή περιλαμβάνει ευρήματα από τις ανασκαφές και αποκαταστάσεις που έλαβαν χώρα στη Μονεμβασιά. Τα εκθέματα εκτίθενται στην θολοσκέπαστη αίθουσα στο ισόγειο του κτιρίου, έκτασης 60 τ.μ., η οποία χωρίζεται από την είσοδο με τοίχο.[95] Το αρχικό πάτωμα έχει καλυφθεί με κεραμικές πλάκες για την προστασία του.[96] Τα περισσότερες εκθέματα είναι αρχιτεκτονικά γλυπτά από την παλαιοχριστιανική, βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο και κεραμικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης, ενώ υπάρχει και μικρός αριθμός νομισμάτων, λύχνων και γυάλινων αντικειμένων. Ανάμεσα στα γλυπτά ξεχωρίζουν αυτά που προέρχονται από το ναό της Αγίας Σοφίας και το αποκατεστημένο μαρμάρινο τέμπλο ενός μικρού ναού των μεσοβυζαντινών χρόνων που ανασκάφηκε σε ιδιωτικό οικόπεδο κοντά στα θαλάσσια τείχη.[97] Άλλα εκθέματα περιλαμβάνουν οικόσημα της ενετικής εποχής και στόμια στερνών.[98]

ΟικίεςΕπεξεργασία

 
Χαρακτηριστικές οικίες της Μονεμβασιάς

Η Κάτω Πόλη της Μονεμβασιάς είναι, όπως και άλλες βυζαντινές καστροπολιτείες, πυκνοδομημένη. Τα περισσότερα σπίτια έχουν στενή πρόσοψη (στενομέτωπα) και είναι διατεταγμένα κάθετα στις κλίσεις του εδάφους. Τα σπίτια αυτά διαθέτουν τρία επίπεδα. Το κάτω επίπεδο έχει ανεξάρτητη είσοδο και προοριζόταν για τον σταυλισμό ζώων και διέθετε σε ξεχωριστό χώρο στέρνα, όπου συλλέγονταν τα όμβρια ύδατα.[99] Οι στέρνες και οι δεξαμενές ήταν απαραίτητες καθώς δεν υπάρχουν φυσικές πηγές νερού στη Μονεμβασιά.[100] Από πάνω βρίσκονται βοηθητικά δωμάτια, όπως το μαγειρείο και, ίσως, το λουτρό και το τζάκι. Υπήρχε επίσης σε αυτό το στόμιο της στέρνας, μέσω του οποίου συλλεγόταν το νερό. Η πρόσβαση στο από πάνω επίπεδο γινόταν με μικρή ξύλινη σκάλα στερεωμένη σε λίθινη βάση. Στο χώρο αυτό παρέμενε η οικογένεια και διέθετε πολλά παράθυρα.[99] Αν και τα σπίτια μπορεί να διαφέρουν τυπολογικά, η διάταξη σε τρία επίπεδα είναι κοινή για όλα.

Τα σπίτια μπορεί να διαθέτουν μεγάλες καπνοδόχους, καμπύλα γείσα που σχηματίζονται από τις υδρορροές της στέγης που οδηγούν το νερό στην στέρνα. Άλλα διακοσμητικά στοιχεία είναι οι παραστάδες, οι εγχάρακτες επιστέψεις και οι λοξότμητες πώρινες ποδιές. Οι τοίχοι των σπιτιών είναι από αργολιθοδομή και κονίαμα και εξωτερικά είναι επιχρισμένα ώστε να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες. Άλλα αρχιτεκτονικά στοιχεία όπως τα θυρώματα, οι καμινάδες και οι γωνιακοί λίθοι είναι από πωρόλιθο. Για τα δάπεδα μπορεί να είναι από κουρασάνι, σχιστόπλακες, μάρμαρο και πλακίδια, ενώ τα πατώματα είναι από ξύλο. Το ξύλο χρησιμοποιείται επίσης στους εσωτερικούς τοίχους, στις στέγες και στα κουφώματα, αλλά γενικά η χρήση του είναι περιορισμένη λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητάς του.[101]

Λόγω της έλλειψης χώρου εντός του κάστρου, δεν υπήρχαν καλλιεργημένες εκτάσεις και κήποι. O Ζαν-Μπατίστ Μπορύ ντε Σεν-Βενσάν επισκέφθηκε τη Μονεμβασιά το 1829 και επισήμανε ότι τα σπίτια μπορεί να έχουν μικρούς περιτειχισμένους κήπους με μία αμυγδαλιά μέσα μόνο.[102]

Άλλα κτίριαΕπεξεργασία

Λόγω της απουσίας φυσικών πηγών νερού η Μονεμβασιά διαθέτει δημόσιες δεξαμενές. Τρεις μεγάλες δημόσιες δεξαμενές βρίσκονται στο δυτικό τμήμα του Γουλά (Πάνω Πόλη), όπου ήταν πιο αραιοκατοικημένο και ήταν πιο προστατευμένο από τη Κάτω Χώρα σε περίπτωση πολιορκίας. Οι δεξαμενές αυτές είναι γνωστές ως Κάτεργο, Μακριά Στέρνα ή Γκαλεάτσα, Καράβι ή Γαλέρα και Μπαστάρντα ή Κερατσίνι. Οι δεξαμενές αυτές είναι ημιυπόγειες, κτιστές, μακρόστενες και είναι εσωτερικά επιχρισμένες με κουρασάνι ώστε να είναι στεγανές μέχρι το σημείο που αρχίζει ο θόλος. Οι δεξαμενές Κάτεργο και Καράβι διαθέτουν πλευρικά επιστρωμένο κεκλιμένο χώρο που συνέλλεγε νερό για την τροφοδοσία των δεξαμενών.[103] Οι δεξαμενές αυτές πιθανόν κατασκευάστηκε στους μεταβυζαντινούς χρόνους. Μια μικρότερη ημιυπόγεια μονόχωρη δεξαμενή βρίσκεται στη θέση Λειμώνας, στο βόρειο τμήμα του βράχου. Στην κάτω πόλη έχουν βρίσκονται δύο υπόγειες δεξαμενές των οποίων τα στόμια τώρα βρίσκονται σε πλατείες, αλλά δεν είναι σαφές αν αποτελούσαν δημόσιες δεξαμενές ή ιδιωτικές στέρνες.[104] Στη θέση Κατηχούμενα της Κάτω Πόλης, βόρεια του κεντρικού δρόμου, βρίσκεται μεγάλη στέρνα η οροφή της οποίας στηρίζεται από δύο κιονοστοιχίες με τρεις κίονες η καθεμία. Οι κίονες έχουν παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα.[89]

Στην επάνω πόλη, κοντά στις δεξαμενές, σώζεται οθωμανική κρήνη. Η κρήνη είναι τετράπλευρη και καλυμμένη με θόλο. Πιθανόν το νερό της προερχόταν από τις δεξαμενές.[105] Επίσης στην άνω πόλη, κοντά στον ναό της Αγίας Σοφίας βρίσκεται ερειπωμένο λουτρό, στο οποίο διασώζονται ο μικρός του θόλος και οι στέρνες. Πιθανόν κτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα.[106] Στην κάτω πόλη, νότια της κεντρικής πλατείας σώζεται λουτρό της Α΄ Τουρκοκρατίας, στη θέση του ιερού του βυζαντινού ναού του Σωτήρος.[90]

Στο ανατολικό άκρο του βράχου βρίσκεται φάρος των νεότερων χρόνων. Ο φάρος κατασκευάστηκε το 1896 και άρχισε να λειτουργεί στις 13 Ιανουαρίου 1897. Το εστιακό ύψος του είναι 15 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και η φωτοβολία του 11 ναυτικά μίλια. Δίπλα στον πύργο του φάρου, ύψους 7 μέτρων, βρίσκεται η πέτρινη κατοικία του φαροφύλακα. Στον κλωβό του φάρου οδηγεί μαρμάρινη σκάλα. Εργασίες αποκατάστασης του φάρου ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2015. Διαθέτει μικρό εκθετήριο σχετικά με το ελληνικό δίκτυο φάρων.[107]

Προστατευόμενη τοποθεσίαΕπεξεργασία

Η περιοχή της Μονεμβασιάς είναι προστατευόμενος βιότοπος του δικτύου Natura 2000 με κωδικό GR2540001.[108]

Τοπικά προϊόνταΕπεξεργασία

Οίνος Μονεμβασιάς - MalvasiaΕπεξεργασία

Μαλβαζία (ή Μαλβασία) είναι ένα γλυκό, λιαστό κρασί που παράγεται στην περιοχή της Μονεμβασίας, προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (Π.Ο.Π.).

ΦωτογραφίεςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Ελένη Ζαββού. «Επίδαυρος - Λιμηρά». Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ανακτήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2016. 
  2. Καλλιγά 2010, σελ. 20
  3. Καλλιγά 2010, σελ. 21
  4. Καλλιγά 2010, σελ. 22
  5. 5,0 5,1 Καλλιγά 2010, σελ. 30
  6. Καλλιγά 2010, σελ. 25
  7. Καλλιγά 2010, σελ. 29
  8. Καλλιγά 2010, σελ. 31
  9. Καλλιγά 2010, σελ. 32
  10. Καλλιγά 2010, σελ. 34
  11. Καλλιγά 2010, σελ. 40
  12. Καλλιγά 2010, σελ. 42
  13. Καλλιγά 2010, σελ. 47
  14. 14,0 14,1 Καλλιγά 2010, σελ. 50
  15. Καλλιγά 2010, σελ. 57
  16. Καλλιγά 2010, σελ. 61
  17. Καλλιγά 2010, σελ. 63
  18. Καλλιγά 2010, σελ. 67
  19. Καλλιγά 2010, σελ. 68
  20. Καλλιγά 2010, σελ. 69
  21. Καλλιγά 2010, σελ. 71
  22. Καλλιγά 2010, σελ. 77-78
  23. Καλλιγά 2010, σελ. 81
  24. Καλλιγά 2010, σελ. 84-85
  25. Καλλιγά 2010, σελ. 86
  26. Καλλιγά 2010, σελ. 87-88
  27. Καλλιγά 2010, σελ. 89
  28. Καλλιγά 2010, σελ. 90-91
  29. Καλλιγά 2010, σελ. 103
  30. Καλλιγά 2010, σελ. 105
  31. Καλλιγά 2010, σελ. 106
  32. Καλλιγά 2010, σελ. 116
  33. Καλλιγά 2010, σελ. 122
  34. Καλλιγά 2010, σελ. 129
  35. Καλλιγά 2010, σελ. 134
  36. Καλλιγά 2010, σελ. 137-138
  37. Καλλιγά 2010, σελ. 139-140
  38. Καλλιγά 2010, σελ. 142
  39. Καλλιγά 2010, σελ. 144
  40. Καλλιγά 2010, σελ. 145
  41. Καλλιγά 2010, σελ. 146
  42. Καλλιγά 2010, σελ. 149
  43. Καλλιγά 2010, σελ. 150
  44. Καλλιγά 2010, σελ. 151
  45. Καλλιγά 2010, σελ. 152
  46. Καλλιγά 2010, σελ. 164
  47. Καλλιγά 2010, σελ. 171
  48. Καλλιγά 2010, σελ. 175
  49. Καλλιγά 2010, σελ. 176
  50. Καλλιγά 2010, σελ. 179
  51. Βουνελάκης 2001, σελ. 5-6
  52. Βουνελάκης 2001, σελ. 12
  53. Βουνελάκης 2001, σελ. 13
  54. Βουνελάκης 2001, σελ. 18
  55. Βουνελάκης 2001, σελ. 21
  56. Βουνελάκης 2001, σελ. 25
  57. Βουνελάκης 2001, σελ. 31
  58. Βουνελάκης 2001, σελ. 60
  59. Βουνελάκης 2001, σελ. 33
  60. Βουνελάκης 2001, σελ. 47-48
  61. 61,0 61,1 Βουνελάκης 2001, σελ. 68
  62. Βουνελάκης 2001, σελ. 89
  63. Βουνελάκης 2001, σελ. 110
  64. Ευγενίδου 2001, σελ. 62-63
  65. 65,0 65,1 Ευγενίδου 2001, σελ. 63
  66. 66,0 66,1 Ευγενίδου 2001, σελ. 64
  67. Καλλιγά 2010, σελ. 243
  68. Ευγενίδου 2001, σελ. 65
  69. Καλλιγά 2010, σελ. 215
  70. 70,0 70,1 Ευγενίδου 2001, σελ. 86
  71. Καλλιγά 2010, σελ. 216
  72. Καλλιγά 2010, σελ. 217
  73. Καλλιγά 2010, σελ. 218
  74. 74,0 74,1 Καλλιγά 2010, σελ. 221
  75. Καλλιγά 2010, σελ. 222
  76. Καλλιγά 2010, σελ. 216-217
  77. Καλλιγά 2010, σελ. 244
  78. Καλλιγά 2010, σελ. 248-249
  79. Καλλιγά 2010, σελ. 251
  80. 80,0 80,1 Καλλιγά 2010, σελ. 246-247
  81. Καλλιγά 2010, σελ. 249
  82. Ευγενίδου 2001, σελ. 86-87
  83. Καλλιγά 2010, σελ. 228-229
  84. Ευγενίδου 2001, σελ. 93-94
  85. Ευγενίδου 2001, σελ. 88-89
  86. Ευγενίδου 2001, σελ. 89-90
  87. Ευγενίδου 2001, σελ. 90-91
  88. 88,0 88,1 Ευγενίδου 2001, σελ. 90
  89. 89,0 89,1 89,2 89,3 89,4 Ευγενίδου 2001, σελ. 91
  90. 90,0 90,1 90,2 90,3 90,4 Ευγενίδου 2001, σελ. 92
  91. Ευγενίδου 2001, σελ. 16
  92. Ευγενίδου 2001, σελ. 16-17
  93. Ευγενίδου 2001, σελ. 89
  94. «Αρχαιολογική Συλλογή Μονεμβασιάς». odysseus.culture.gr. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουνίου 2022. 
  95. Ευγενίδου 2001, σελ. 96
  96. Ευγενίδου 2001, σελ. 97
  97. Ευγενίδου 2001, σελ. 93
  98. Ευγενίδου 2001, σελ. 95
  99. 99,0 99,1 Ευγενίδου 2001, σελ. 65
  100. Ευγενίδου 2001, σελ. 20
  101. Ευγενίδου 2001, σελ. 66
  102. Ευγενίδου 2001, σελ. 21
  103. Ευγενίδου 2001, σελ. 22
  104. Ευγενίδου 2001, σελ. 23
  105. Ευγενίδου 2001, σελ. 87
  106. Ευγενίδου 2001, σελ. 88
  107. «Υπηρεσία Φάρων - Μονεμβασιά». yf.hellenicnavy.gr. Ανακτήθηκε στις 8 Ιουνίου 2022. 
  108. «N2K GR2540001 dataforms». natura2000.eea.europa.eu. Ανακτήθηκε στις 21 Ιουνίου 2019. 

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Καλλιγά, Χάρις Α. (2010). Μονεμβασία: Μια βυζαντινή πόλις-κράτος. Αθήνα: Ποταμός. ISBN 978-960-6691-64-5. 
  • Βουνελάκης, Γιώργος Ν. (2001). Μονεμβασιά - Από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα. Μέδουσα. ISBN 960-7014-81-2. 
  • Ευγενίδου, Δέσποινα (2001). Μονεμβασιά: αντικείμενα, περιβάλλον, ιστορία, η αρχαιολογική συλλογή. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. ISBN 960-214-266-9. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία