Το μπατζεριγκάρ (budgerigar) πιο γνωστό ως μπάτζι (επιστημονική ονομασία Melopsittacus undulatus) είναι ένας μικρός σε μέγεθος παπαγάλος, με μακριά ουρά, ο οποίος σιτίζεται συνήθως με σπόρους. Το μπάτζι είναι το μόνο είδος του γένους Melopsittacus. Το χρώμα τως φτερών του είδος είναι πράσινο και κίτρινο με μαύρα, σημάδια στον αυχένα, την πλάτη και τις φτερούγιες. Ωστόσο στην αιχμαλωσία έχουν εκτραφεί πουλιά με άλλα χρώματα όπως μπλε, λευκά, κίτρινα, γκρι, ακόμη και με μικρά τσουλούφια στο κεφάλι. Οι νεοσσοί και τα νεαρά πουλιά είναι μονομορφικά, ενώ οι ενήλικες ξεχωρίζουν από τον χρωματισμό της βάσης του ράμφους τους, αλλά και τη συμπεριφορά τους.

Η προέλευση του ονόματος μπάτζι είναι ασαφής. Καταγράφηκε για πρώτη φορά το 1805.Τα μπάτζι είναι δημοφιλή κατοικίδια σε όλο τον κόσμο λόγω του μικρού τους μεγέθους, του χαμηλού κόστους και της ικανότητας να μιμούνται την ανθρώπινη ομιλία. Είναι το τρίτο πιο δημοφιλές κατοικίδιο ζώο στον κόσμο, μετά το σκύλο και τη γάτα . [1] Τα μπάτζι είναι παπαγάλοι που ζουν σε κοπάδια και εκτρέφονται στην αιχμαλωσία από τον 19ο αιώνα. Τόσο στην αιχμαλωσία όσο και στην άγρια φύση, οι παπαγάλοι αυτοί ζευγαρώνουν και γεννούν όποτε το επιτρέπουν οι συνθήκες.

Βρίσκεται στην άγρια φύση σε όλα τα ξηρότερα μέρη της Αυστραλίας, όπου έχει επιβιώσει από σκληρές εσωτερικές συνθήκες για πάνω από πέντε εκατομμύρια χρόνια. Η επιτυχία του μπορεί να αποδοθεί στον νομαδικό τρόπο ζωής και την ικανότητά του να αναπαράγεται εν κινήσει. [2] Το μπάτζι συνδέεται στενά με τους παπαγάλους loris καθώς επίσης και με τους παπαγάλους των σύκων . [3] [4] [5] [6]


Το μπάτζι περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον George Shaw το 1805 και έλαβε το τρέχον διωνυμικό του όνομα από τον John Gould το 1840. Το όνομα του γένους Melopsittacus, από τα αρχαία ελληνικά, σημαίνει "μελωδικός παπαγάλος". [7]

[6]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Perrins, Christopher, επιμ. (2003). «Parrots, Lories, and Cockatoos». The New Encyclopedia of Birds (1st έκδοση). Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-852506-6. 
  2. «Dr. Marshall's Philosophy on Breeding Exhibition Budgerigars». Bird Health. 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Αυγούστου 2004. Ανακτήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2013. 
  3. Wright, TF; Schirtzinger EE; Matsumoto T; Eberhard JR; Graves GR; Sanchez JJ; Capelli S; Mueller H και άλλοι. (2008). «A Multilocus Molecular Phylogeny of the Parrots (Psittaciformes): Support for a Gondwanan Origin during the Cretaceous». Molecular Biology and Evolution 25 (10): 2141–2156. doi:10.1093/molbev/msn160. PMID 18653733. 
  4. Tokita, M; Kiyoshi T; Armstrong KN (2007). «Evolution of craniofacial novelty in parrots through developmental modularity and heterochrony». Evolution & Development 9 (6): 590–601. doi:10.1111/j.1525-142X.2007.00199.x. PMID 17976055. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 October 2012. https://archive.today/20121005175548/http://www3.interscience.wiley.com/journal/118546207/abstract. 
  5. de Kloet, RS; de Kloet SR (2005). «The evolution of the spindlin gene in birds: Sequence analysis of an intron of the spindlin W and Z gene reveals four major divisions of the Psittaciformes». Molecular Phylogenetics and Evolution 36 (3): 706–721. doi:10.1016/j.ympev.2005.03.013. PMID 16099384. 
  6. 6,0 6,1 Schweizer, M.; Seehausen O; Güntert M; Hertwig ST (2009). «The evolutionary diversification of parrots supports a taxon pulse model with multiple trans-oceanic dispersal events and local radiations». Molecular Phylogenetics and Evolution 54 (3): 984–94. doi:10.1016/j.ympev.2009.08.021. PMID 19699808. 
  7. Liddell, Henry George· Robert Scott (1980). A Greek-English Lexicon (Abridged έκδοση). United Kingdom: Oxford University Press. ISBN 0-19-910207-4.