Ναός Αγίου Λαζάρου (Λάρνακα)

Συντεταγμένες: 34°54′42″N 33°38′5″E / 34.91167°N 33.63472°E / 34.91167; 33.63472

Ο ναός του Αγίου Λαζάρου είναι χριστιανικός ναός ο οποίος βρίσκεται στη Λάρνακα, Κύπρος. Ο ναός χρονολογείται από το τέλος του 9ου αιώνα και υπάγεται στην αυτοκέφαλη ελληνορθόδοξη εκκλησία της Κύπρου. Ο ναός είναι αφιερωμένος στον Άγιο Λάζαρο της Βηθανίας, τον οποίο σύμφωνα με τον κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο ανέστησε ο Ιησούς τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατό του. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Λάζαρος μετά την ανάσταση έφυγε από την Ιουδαία ώστε να μην δολοφονηθεί και κατέφυγε στην Κύπρο. Εκεί οι απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας τον όρισαν πρώτο επίσκοπο Κιτίου (σημερινή Λάρνακα). Έζησε στην Λάρνακα μέχρι τον θάνατό του και η εκκλησία κτίστηκε πάνω από τον θεωρούμενο ως (δεύτερο) τάφο του.[3]

ναός του Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα
Cyprus-lazarus-church hg.jpg
Είδοςεκκλησία[1] και ορθόδοξη εκκλησία
Αρχιτεκτονικήβυζαντινή αρχιτεκτονική
ΔιεύθυνσηΠλατεία Αγίου Λαζάρου, Λάρνακα και Saint Lazarus square, Larnaca
Γεωγραφικές συντεταγμένες34°54′42″N 33°38′5″E
Διοικητική υπαγωγήΛάρνακα[1] και Επαρχία Λάρνακας[2]
ΧώραΚύπρος[1][2]
Έναρξη κατασκευής9ος αιώνας
Ιστότοπος
Επίσημος ιστότοπος
Commons page Πολυμέσα

ΙστορίαΕπεξεργασία

Σύμφωνα με την παράδοση ο τόπος του τάφου του Λαζάρου χάθηκε κατά την περίοδο της αραβικής κυριαρχίας που ξεκίνησε το 649. Το 890, βρέθηκε τάφος στη Λάρνακα με την επιγραφή «Λάζαρος, τέσσερις ημέρες νεκρός, φίλος του Χριστού». Ο αυτοκράτορας Λέων Στ΄ μετέφερε τα λείψανα του Λαζάρου στην Κωνσταντινούπολη το 898. Η μεταφορά καταγράφηκε από τον Αρέθα, επίσκοπο Καισάρειας, και εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία κάθε χρόνο στις 17 Οκτωβρίου. Τα λείψανα κλάπηκαν αργότερα κατά την Τέταρτη Σταυροφορία και μεταφέρθηκαν στη Μασσαλία, αλλά στη συνέχεια χάθηκαν. Ως ανταμοιβή στην πόλη της Λάρνακας για τη μεταφορά, ο Αυτοκράτορας Λέων ανέγειρε το ναό του Αγίου Λαζάρου πάνω από τον τάφο τα τέλη του 9ου ή τις αρχές του 10ου αιώνα.

 
Η σαρκοφάγος που αναγνωρίζεται ως τάφος του Λαζάρου.

Κατά τη Φραγκοκρατία και την Ενετική κυριαρχία (από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα), η εκκλησία έγινε Ρωμαιοκαθολική. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου προστέθηκε μια πέτρινη στοά γοτθικού ρυθμού στη νότια πλευρά της. Οι τρεις επιβλητικοί τρούλοι αυτής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βασιλικής και το αρχικό καμπαναριό καταστράφηκαν, πιθανώς τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1571 μ.Χ.), όταν η εκκλησία μετατράπηκε σε τζαμί. Το 1589, οι Οθωμανοί πούλησαν τον ναό πίσω στους Ορθόδοξους, πιθανώς λόγω του χριστιανικού νεκροταφείου του. Για τα επόμενα διακόσια χρόνια χρησιμοποιήθηκε και για Ορθόδοξες και Καθολικές λειτουργίες. Το προστώο φέρει ίχνη ελληνικών, λατινικών και γαλλικών επιγραφών. Το 1857, αφού οι οθωμανικές αρχές επέτρεψαν και πάλι στις κυπριακές εκκλησίες να έχουν καμπαναριό, το καμπαναριό της εκκλησίας ξαναχτίστηκε σε νεογοτθικό ρυθμό.

Μια πυρκαγιά το 1970 κατέστρεψε μεγάλο μέρος του εσωτερικού, συμπεριλαμβανομένων εκτεταμένων ζημιών σε ένα τμήμα του τέμπλου μαζί με τις εκεί εικόνες.[4] Το τέμπλο έχει αποκατασταθεί εν μέρει και ξαναεπικαλύφθηκε με χρυσό μεταξύ 1972 και 1974. Κατά τις επακόλουθες ανακαινίσεις της εκκλησίας, στις 2 Νοεμβρίου 1972, ανθρώπινα λείψανα ανακαλύφθηκαν σε μια μαρμάρινη σαρκοφάγο κάτω από την Αγία Τράπεζα, και ταυτοποιήθηκαν ως μέρος των λειψάνων του αγίου (προφανώς δεν είχε μεταφερθεί ολόκληρο το σκήνωμα στην Κωνσταντινούπολη).

Σήμερα δίπλα στην εκκλησία λειτουργεί βυζαντινό μουσείο, όπου ανάμεσα στα εκθέματα περιλαμβάνει εικόνες και θρησκευτικά κειμήλια.[5]

ΑρχιτεκτονικήΕπεξεργασία

 
Το εσωτερικό του ναού

Ο ναός είναι ένα επιμήκες κτίριο διαστάσεων 31,5 x 14,5 μ. Διαθέτει τριμερές ιερό, ημικυκλικές αψίδες εσωτερικά και τρίπλευρες εξωτερικά και πεντάπλευρη κόγχη στο κέντρο. Η εσωτερική δομή της εκκλησίας χωρίζεται σε τρία κλίτη με ογκώδεις διπλούς στύλους και τοξωτά ανοίγματα που περνούν από αυτούς. Αυτοί οι στύλοι φέρουν το βάρος των τρούλων σχηματίζοντας έτσι το κεντρικό διάδρομο, ενώ τα βόρεια και νότια κλίτη φέρουν ημι-κυλινδρική οροφή, και στεγάζονται με εγκάρσιους θόλους. Η τοιχοποιία της εκκλησίας αποτελείται κυρίως από τετράγωνους ασβεστόλιθους πάχους περίπου ενός μέτρου. Η εκκλησία έχει ανοικτό προστώο, από το οποίο σκαλοπάτια οδηγούν στην εκκλησία.

Η ξυλογλυπτική του μοναδικού μπαρόκ τέμπλου της εκκλησίας έγινε μεταξύ 1773 και 1782 από τον Χατζησάββα Ταλιαδόρου. Το τέμπλο επιχρυσώθηκε μεταξύ 1793 και 1797. Μερικές από τις εικόνες ζωγραφίστηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα από τον Μιχαήλ Προσκυνητή από τη Μαραθάσα. Ο ζωγράφος Χατζημιχαήλ ολοκλήρωσε τις εικόνες του τέμπλου το 1797. Μερικά από τα ξυλόγλυπτα έπιπλα (συμπεριλαμβανομένου ενός ροκοκό άμβωνα σε έναν πυλώνα για καθολική χρήση) και εικόνες στους τοίχους είναι του 17ου αιώνα.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 archINFORM. 44581. Ανακτήθηκε στις 31  Ιουλίου 2018.
  2. 2,0 2,1 GEOnet Names Server. 11  Ιουνίου 2018. -3847903.
  3. Michaelides, M.G. "Saint Lazarus, The Friend Of Christ And First Bishop Of Kition", Larnaca, Cyprus, 1984. Reprinted by Fr. Demetrios Serfes at St. Lazarus The Friend Of Christ And First Bishop Of Kition, Cyprus Αρχειοθετήθηκε 2009-09-22 στο Wayback Machine.
  4. Dubin, Marc and Damien Morris (2002). Cyprus: The Rough Guide (4th ed.). Published by Rough Guides. (ISBN 978-1-85828-863-5).
  5. «Εκκλησία Αγίου Λαζάρου». www.visitcyprus.com. Ανακτήθηκε στις 27 Απριλίου 2020. 

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία