Άνοιγμα κυρίου μενού

To Νούμπατ (Μυρμηκόβιος ο ταινιωτός - Myrmecobius fasciatus), γνωστό επίσης και ως ταινιωτός μυρμηγκοφάγος, μαρσιποφόρος μυρμηγκοφάγος ή walpurti, είναι εντομοφάγο μαρσιποφόρο που προέρχεται από τη Δυτική Αυστραλία και πρόσφατα εισήχθη στη Νότια Αυστραλία. Η διατροφή του αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από τερμίτες. Κάποτε ήταν πολύ διαδεδομένο στη Νότια Αυστραλία, πλέον όμως η περιοχή του περιορίζεται σε αρκετές μικρές αποικίες και αναφέρεται ως απειλούμενο είδος. To Νούμπατ είναι ένα σύμβολο της Δυτικής Αυστραλίας και προστατεύεται από προγράμματα προστασίας.

Νούμπατ (Μυρμηκόβιος ο ταινιωτός)
Numbat.jpg
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Θηλαστικά (Mammalia)
Τάξη: Δασυουρόμορφα (Dasyuromorphia)
Οικογένεια: Μυρμηκοβιίδες (Myrmecobiidae)
Γένος: Μυρμηκόβιος (Myrmecobius)

ΤαξινόμησηΕπεξεργασία

Το Νούμπατ, το γένος Μυρμηκόβιος, είναι το μοναδικό μέλος της οικογένειας Μυρμηκοβιίδες, μιας από τις τέσσερις οικογένειες που απαρτίζουν την τάξη Δασυουρόμορφα, τα αυστραλιανά μαρσιποφόρα σαρκοφάγα.[1]

Το είδος δεν είναι στενά συνδεδεμένο με άλλα μαρσιποφόρα. Η ισχύουσα κατάταξή του είναι στην τάξη των Δασυουρόμορφων ως το μοναδικό είδος της οικογένειας Μυρμηκοβιίδες μαζί με τα σαρκοφάγα είδη της οικογένειας Δασυουρίδες. Έχει προταθεί μια στενότερη συγγένεια με τον εξαφανισμένο θυλακίνο, που περιέχεται στην ίδια τάξη.[εκκρεμεί παραπομπή] Γενετικές μελέτες έδειξαν ότι οι πρόγονοι του νούμπατ άρχισαν να αποκλίνουν από τα άλλα μαρσιποφόρα πριν από 32 με 42 εκατομμύρια χρόνια, κατά τα τέλη του Ηώκαινου.[2]

Δύο υποείδη είναι αναγνωρισμένα, αλλά ένα από αυτά, ο σκουριασμένος Νούμπατ (M. f. rufus), έχει εξαφανιστεί τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960 και μόνο το υποείδος του ταινιωτού Νούμπατ (Μ. F. Fasciatus) παραμένει ζωντανό σήμερα. Όπως υποδηλώνει το όνομά του, ο σκουριασμένος Νούμπατ λέγεται ότι είχε πιο κοκκινωπή γούνα από τον ταινιωτό Νούμπατ.[3] Μόνο ένας πολύ μικρός αριθμός απολιθωμένων δειγμάτων είναι γνωστός, ο παλαιότερος χρονολογείται από το Πλειστόκαινο και δεν υπάρχουν απολιθώματα που να ανήκουν σε άλλα είδη από την ίδια οικογένεια.[3]

ΠεριγραφήΕπεξεργασία

 
Νούμπατ στο ζωολογικό κήπο του Περθ

Το Νούμπατ είναι ένα μικρό, πολύχρωμο πλάσμα με μήκος μεταξύ 35 και 45 εκατοστών, συμπεριλαμβανομένης της ουράς, με λεπτό μυτερό ρύγχος και μια προεξέχουσα, πυκνή ουρά περίπου το ίδιο μήκος με το σώμα του. Το χρώμα του ποικίλλει σημαντικά από ελαφρά γκρι έως κοκκινωπό-καφέ, συχνά με μια κεραμιδί περιοχή στην πλάτη και πάντα με μια εμφανή μαύρη λωρίδα που ξεκινάει από την άκρη του ρύγχους μέσα από τα μάτια έως τα μικρά αιχμηρά αυτιά. Στην πλάτη του υπάρχουν τέσσερις έως έντεκα λευκές λωρίδες, οι οποίες σταδιακά φθίνουν προς το μεσαίο τμήμα. Η κάτω πλευρά έχει χρώμα κρεμ ή ανοιχτό γκρι, ενώ η ουρά είναι καλυμμένη με μακριές, γκρίζες έως και λευκές τρίχες. Το βάρος ττου κυμαίνεται μεταξύ 280 και 700 γραμμαρίων.[3][4]

Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα μαρσιποφόρα, το νούμπατ είναι ημερόβιο, κυρίως λόγω των περιορισμών της εξειδικευμένης δίαιτας χωρίς να έχει το συνηθισμένο φυσικό εξοπλισμό για αυτή. Τα περισσότερα οικοσυστήματα με αφθονία τερμιτών έχουν ένα αρκετά μεγάλο πλάσμα με ισχυρά μπροστινά άκρα με μεγάλα νύχια.[5] Τα νούμπατ δεν είναι μεγάλα και έχουν πέντε δάχτυλα στα μπροστινά πόδια και τέσσερα στα πίσω πόδια.[3] Ωστόσο, όπως και τα άλλα θηλαστικά που τρώνε τερμίτες ή μυρμήγκια, το νούμπατ έχει μια εκφυλισμένη σιαγόνα με έως και 50 πολύ μικρά, μη λειτουργικά δόντια και παρόλο που είναι σε θέση να μασήσει [3] σπάνια το κάνει λόγω της μαλακής φύσης της διατροφής του. Μοναδικά μεταξύ των χερσαίων θηλαστικών, τα νούμπατ έχουν ένα επιπλέον δόντι το οποίο βρίσκεται μεταξύ των προγομφίων και των γομφίων. Είναι ασαφές εάν αυτό το επιπλέον δόντι είναι ένας υπεράριθμος γομφίος είτε ένα νεογιλό δόντι που διατηρείται στην ενήλικη ζωή.

Όπως πολλά ζώα που τρώγουν μυρμήγκια, το νούμπατ έχει μια ασυνήθιστα μεγάλη, στενή γλώσσα, επικαλυμμένη με κολλώδες σάλιο που παράγεται από μεγάλους υπογνάθιους αδένες. Μια περαιτέρω προσαρμογή στη διατροφή είναι η παρουσία πολλών ραχών κατά μήκος του μαλακού ουρανίσκου, που προφανώς συμβάλλουν στην απόξεση των τερμιτών από τη γλώσσα έτσι ώστε να μπορούν να καταποθούν. Το πεπτικό σύστημα είναι σχετικά απλό και στερείται πολλών από τις προσαρμογές που υπάρχουν σε άλλα εντομοφάγα ζώα, πιθανώς επειδή οι τερμίτες είναι πιο εύπεπτοι από τα μυρμήγκια, έχοντας ένα πιο μαλακό εξωσκελετό. Τα νούμπατ είναι προφανώς ικανά να αποκτήσουν σημαντική ποσότητα νερού από τη διατροφή τους, καθώς τα νεφρά τους δεν διαθέτουν τις συνήθεις εξειδικεύσεις για τη συγκράτηση νερού που βρίσκονται σε άλλα ζώα που ζουν στο άγονό περιβάλλον τους.[6] Τα νούμπατ έχουν επίσης στο θώρακα έναν εξωκρινή αδένα, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σήμανση των εδαφών τους.[3]

Παρόλο που το νούμπατ εντοπίζει τους τερμίτες κυρίως με την όσφρηση, έχει την υψηλότερη οπτική οξύτητα από οποιοδήποτε μαρσιποφόρο και, ασυνήθιστα για τα μαρσιποφόρα, έχει υψηλό ποσοστό κονίων στον αμφιβληστροειδή. Αυτές και οι δύο πιθανές προσαρμογές οφείλονται στο ότι είναι ημερόβιο ζώο και η όραση φαίνεται να είναι η πρωταρχική αίσθηση που χρησιμοποιεί για την ανίχνευση πιθανών αρπακτικών.[3] Τα νούμπατ εισέρχονται τακτικά σε κατάσταση νάρκης, η οποία μπορεί να διαρκέσει έως και δεκαπέντε ώρες την ημέρα κατά τους χειμερινούς μήνες.[7]

Οικολογία και συμπεριφοράΕπεξεργασία

 
Ενήλικο νούμπατ στο ζωολογικό κήπο του Περθ

Τα νούμπατ είναι εντομοφάγα και η διατροφή τους αποτελείται αποκλειστικά από τερμίτες. Ένα ενήλικο νούμπατ χρειάζεται έως και 20.000 τερμίτες κάθε μέρα. Το μόνο ημερόβιο μαρσιποφόρο, το νούμπατ περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στην αναζήτηση τερμιτών. Τους ξεθάβει από το μαλακό χώμα με τα μπροστινά νύχια και τα συλλαμβάνει με τη μακριά, κολλώδη γλώσσα του.[8] Παρά το όνομα του, φαίνεται ότι δεν τρώει σκοπίμως μυρμήγκια, αν και απομεινάρια μυρμηγκιών έχουν περιστασιακά βρεθεί στα περιττώματα του, αυτά τα μυρμήγκια ανήκουν σε είδη που λεηλατούν τους τερμίτες, και κατά πάσα πιθανότητα τρώγονται τυχαία μαζί με τους τερμίτες. Γνωστά αρπακτικά των νούμπατ είναι οι πύθωνες, οι κόκκινες αλεπούδες και διάφορα γεράκια και αετοί.[3]

Τα ενήλικα νούμπατ είναι μοναχικά και εδαφικά ζώα. Ένα αρσενικό ή θηλυκό νούμπατ οριοθετεί μια περιοχή μέχρι 1,5 τετραγωνικό χιλιόμετρο,[5] νωρίς στη ζωή του, και τον υπερασπίζεται από άλλους του ίδιου φύλου. Το ζώο γενικά παραμένει στο έδαφος αυτό από τότε και τα αρσενικά και τα θηλυκά εδάφη αλληλοεπικαλύπτονται, και κατά την περίοδο αναπαραγωγής, τα αρσενικά θα βγουν έξω από τις περιοχές τους για να βρουν ταίρι.

Παρότι το νούμπατ έχει σχετικά ισχυρά νύχια για το μέγεθός του, δεν είναι αρκετά ισχυρά για να φτάσει τους τερμίτες μέσα στο ανάχωμά τους και έτσι πρέπει να περιμένει μέχρι να είναι ενεργοί οι τερμίτες. Χρησιμοποιεί την καλά αναπτυγμένη αίσθηση της όσφρησης για να εντοπίσει τις ρηχές και μη ενισχυμένες υπόγειες στοές που κατασκευάζουν οι τερμίτες μεταξύ της φωλιάς και των χώρων σίτισης τους. Αυτές βρίσκονται συνήθως σε μικρή απόσταση κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και είναι ευάλωτες στα νύχια του νούμπατ.

Το νούμπατ συγχρονίζει την ημέρα του με τη δραστηριότητα των τερμιτών, η οποία εξαρτάται από τη θερμοκρασία: το χειμώνα, τρέφεται από αργά το πρωί έως νωρίς το απόγευμα, ενώ το καλοκαίρι, τρέφεται νωρίτερα το πρωί, βρίσκει καταφύγιο κατά τη διάρκεια της ζέστης του μεσημεριού και τρέφεται και πάλι αργά το απόγευμα.

Τη νύχτα το νούμπατ υποχωρεί σε μια φωλιά, η οποία μπορεί να βρίσκεται σε ένα κοίλο κούτσουρο ή δέντρο ή σε ένα βράχο, συνήθως ένα στενό άνοιγμα μήκους 1-2 μ., που τερματίζεται σε ένα σφαιρικό θάλαμο επενδεδυμένο με μαλακό φυτικό υλικό: γρασίδι, φύλλα, λουλούδια και τεμαχισμένο φλοιό. Το νούμπατ είναι σε θέση να εμποδίσει το άνοιγμα της φωλιάς του, με το παχύ δέρμα των οπισθίων του, για να εμποδίσει την πρόσβαση ενός αρπακτικού στο λαγούμι. Τα νούμπατ έχουν σχετικά λίγες φωνητικές εκδηλώσεις, αλλά έχουν αναφερθεί σφυρίγματα, γρυλίσματα ή κάνουν έναν επαναλαμβανόμενο ήχο «tut» όταν ενοχλούνται.[3]

ΑναπαραγωγήΕπεξεργασία

Τα νούμπατ αναπαράγονται τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο, κανονικά γεννούν μια φορά το χρόνο, παρόλο που μπορούν να γεννήσουν και δεύτερη εάν η πρώτη χαθεί.[9] Η κύηση διαρκεί 15 ημέρες και έχει ως αποτέλεσμα τη γέννηση τεσσάρων μικρών. Ασυνήθιστα ανάμεσα στα μαρσιποφόρα, οι θηλυκοί μαστοί δεν έχουν μάρσιπο, παρόλο που οι τέσσερις θηλές προστατεύονται από ένα κομμάτι πτυχωτών χρυσών μαλλιών και από το πρήξιμο της κοιλιάς και των μηρών κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.[3]

Τα μικρά έχουν μήκος 2 εκατοστών κατά τη γέννηση, και σέρνονται στις θηλές και παραμένουν συνδεδεμένοι μέχρι τα τέλη Ιουλίου ή τις αρχές Αυγούστου, οπότε έχουν αυξηθεί στα 7,5 εκ.. Αρχικά αναπτύσσουν γούνα στα 3 εκατοστά και το ενήλικο σχέδιο γούνας αρχίζει να εμφανίζεται μόλις φτάσουν τα 5,5 εκ.. Μετά τον απογαλακτισμό, τα μικρά αφήνονται αρχικά στη φωλιά ή μεταφέρονται στην πλάτη της μητέρας και είναι πλήρως ανεξάρτητα μέχρι τον Νοέμβριο. Τα θηλυκά ωριμάζουν σεξουαλικά το επόμενο καλοκαίρι, ενώ τα αρσενικά χρειάζονται ακόμη έναν χρόνο.[3]


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Wilson, D. E.; Reeder, D. M., επιμ. (2005). Mammal Species of the World (3rd έκδοση). Johns Hopkins University Press. ISBN 978-0-8018-8221-0. OCLC 62265494. 
  2. Bininda-Emonds, O.R.P. (2007). «The delayed rise of present-day mammals». Nature 446: 507–512. doi:10.1038/nature05634. PMID 17392779. 
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 Cooper, C.E. (2011). «Myrmecobius fasciatus (Dasyuromorphia: Myrmecobiidae)». Mammalian Species 43 (1): 129–140. doi:10.1644/881.1. 
  4. Ellis, Eric (2003). «Animal Diversity Web: Myrmecobius fasciatus». Ανακτήθηκε στις 1 Σεπτεμβρίου 2006. 
  5. 5,0 5,1 Lee, A.K. (1984). Macdonald, D., επιμ. The Encyclopedia of Mammals. New York: Facts on File. σελ. 844. ISBN 0-87196-871-1. 
  6. Cooper, C.E.; Withers, P.C. (2010). «Gross renal morphology of the numbat (Myrmecobius fasciatus) (Marsupialia : Myrmecobiidae)». Australian Mammalogy 32 (2): 95–97. doi:10.1071/AM10005. 
  7. Cooper, C.E.; Withers, P.C. (2004). «Patterns of body temperature variation and torpor in the numbat, Myrmecobius fasciatus (Marsupialia: Myrmecobiidae)». Journal of Thermal Biology 29 (6): 277–284. doi:10.1016/j.jtherbio.2004.05.003. 
  8. «Archived copy». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Ιουνίου 2009. Ανακτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2009. 
  9. Power, V. (2009). «Reproduction of the numbat (Myrmecobius fasciatus): observations from a captive breeding program». Australian Mammalogy 31 (1): 25–30. doi:10.1071/AM08111. 


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Numbat της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).