Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Ξενοφών Μόσχου ή Μόσχος (1858-1939) ήταν σημαντικός ποιμένας της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, αναζωογονητής του Προτεσταντικού έργου στην Μικρά Ασία και ιδρυτής της Β' Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Αθηνών.[1][2]

Ξενοφών Μόσχου
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση31  Δεκεμβρίου 1858
Θεσσαλονίκη
Θάνατος1939
Αθήνα
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταθεολόγος

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

O Ξενοφών Μόσχου γεννήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1858 στη Θεσσαλονίκη, και ήταν παιδί ιερατικής οικογένειας. Σε ηλικία 5 ετών έμεινε ορφανός από μητέρα, ενώ μέχρι να γίνει 11 είχε χάσει και τα 7 του αδέρφια. Ο ιερέας πατέρας του είχε επηρεαστεί από τις Βιβλικές ερμηνείες του Αδαμάντιου Κοραή, και είχε κριτική ματιά σε μια σειρά από δόγματα της Ορθόδοξης εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά, σε ηλικία 12 χρόνων ο Μόσχου άρχισε να εκτελεί χρέη ψάλτη στην εκκλησία της ενορίας του.[3]

Στην ηλικία των 13μιση χρονών, ο Μόσχου είχε την εμπειρία της αναγέννησης. Από τότε άρχισε να διαβάζει συστηματικά την Καινή Διαθήκη και σταμάτησε να τηρεί παραδόσεις όπως οι νηστείες και οι προσευχές σε αγίους. Αν και θέλησε αρχικά να δραστηριοποιηθεί μέσα στην Ορθόδοξη εκκλησία, οι προσπάθειές του ναυάγησαν καθώς ο «παράξενος νεωτερισμός του», δεν έβρισκε χώρο μέσα στην Ορθοδοξία. Αυτός ήταν ο λόγος που τελικά ο Μόσχου, ενώ φοιτούσε στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών, αποφάσισε να γίνει μέλος της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, και άρχισε να παρακολουθεί τις συναθροίσεις στην Α' Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία της Αθήνας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να δεχτεί αφορισμό από τον πατέρα του. Μετά από μερικά χρόνια ο πατέρας του Ξενοφώντα, πίστεψε, έγινε πρεσβύτερος της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Θεσσαλονίκης και τελικά δολοφονήθηκε από φανατικούς θρησκευόμενους.[3]

Αφού ο Μόσχου, αναγορεύθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, πήγε στο Εδιμβούργο και σπούδασε θεολογία για δύο χρόνια.

Το 1884 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, και αφού παντρεύτηκε, υπηρέτησε ως κήρυκας στην Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Θεσσαλονίκης. Το 1886 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου διορίστηκε καθηγητής σε δημόσιο γυμνάσιο, και κύρρητε μεσοβδόμαδα στην Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Πειραιά. Το ίδιο χρονικό διάστημα ξεκίνησε το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο. Το 1892 δέχτηκε να αναλάβει της θέση του ποιμένα στην Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Σμύρνης.[3]

Για 30 χρόνια, μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, ο Μόσχου υπηρέτησε την εκκλησία της Σμύρνης. Εκτός των άλλων, δραστηριοποιήθηκε σε διάφορες πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Κύπρου και της Αιγύπτου, συνέγραψε μελέτες πάνω στην Αγία Γραφή. Αν και σε πολλές περιπτώσεις δέχθηκε επιθέσεις από φανατικούς θρησκευόμενους (αρκετές φορές λιθοβολήθηκε και σε δύο περιπτώσεις κινδύνεψε η ζωή του), συνεργάστηκε και με τον Μητροπολίτη Σμύρνης, Χρυσόστομο, σε διάφορους τομείς, όπως η διανομή Καινών Διαθηκών στους Έλληνες στρατιώτες που πολεμούσαν στο μέτωπο και η αποστολή από κοινού επιστολών προς τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποφευχθεί η καταστροφή. Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο Μόσχου μαζί με την υπόλοιπη εκκλησία έφυγαν από την Σμύρνη ως πρόσφυγες. Μαζί με άλλους Έλληνες πρόσφυγες ίδρυσε την Β' Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία στην Αθήνα, την οποία υπηρέτησε μέχρι το θάνατό του το 1939.[3]

Συγγραφικό έργοΕπεξεργασία

Αποκορύφωμα του συγγραφικού του έργου του Ξενωφόντα Μόσχου, αποτελεί αδιαμφισβήτητα, η μετάφραση του Μεγάλου Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας των Χένρι Λίντελ και Ρόμπερτ Σκοτ.[4] Άλλα έργα του είναι βιβλία όπως τα: Χριστιανικαί Μελέται (2 τόμοι), Σύνοψις της Χριστιανικής Διδασκαλίας, Ερμηνεία της Προς Γαλάτας Επιστολής, Πληρούσθε δια του Πνεύματος, Βάπτισμα εν Ύδατι και Βάπτισμα εν Πνεύματι και άλλα. Επίσης μετέφρασε διάφορα βιβλία θεολογικού περιεχομένου. Έγραψε στίχους σε πάνω από 30 ύμνους που βρίσκονται στα υμνολόγια της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας.[3]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Γ.Α. Χατζηαντωνίου, Ξενοφών Μόσχου, Εκδόσεις Β' Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Αθηνών, Αθήνα 1958