Άνοιγμα κυρίου μενού
Οικόσημο της οικογένειας των Τόκων.

Η οικογένεια των Τόκκων ή Τόκκο ήταν ευγενής ιπποτική οικογένεια καταγόμενη από από την φυλή των Ταύκων που ακολούθησε τον βασιλιά των Γότθων Τοτίλα όταν αυτός κατέβηκε στην Ιταλία και κυρίεψε την Ρώμη το 547[1]. Στην συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Μπενεβέντο. Με λομβαρδική πλέον καταγωγή, διακρίθηκε κατά τα τέλη του 14ου αιώνα και τις αρχές του 15ου αιώνα στα δυτικά της Ελλάδας, όπου εξουσίαζε τις Ιόνιες Νήσους, καθώς και το Δεσποτάτο της Ηπείρου σαν Παλατινοί Κόμητες Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Δούκες Λαυκάδας, Αφέντες Βόνιτσας και αργότερα Δεσπότες Ηπείρου[2].

Πίνακας περιεχομένων

ΙστορίαΕπεξεργασία

 
Εδαφική επέκταση του Καρόλου στην ηπειρωτική Ελλάδα

Το πρώτο μέλος της οικογένειας το οποίο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ήταν ο Ουγκολίνο Τόκκο, ο οποίος διετέλεσε Μέγας Ταξίαρχος του Ερρίκου ΣΤ΄, αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1195[3][4]. Ο πρώτος Τόκκο που εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα ήταν ο Γκουλιέλμο Τόκκο, ο οποίος ορίστηκε κυβερνήτης της Κέρκυρας στην διάρκεια της δεκαετίας του 1330, κατά την περίοδο βασιλείας του Ανδεγαυού Φιλίππου Α΄ του Τάραντα[5][4]. Ο γιος του, Λεονάρντο Τόκκο, έλαβε τον τίτλο του Παλατινού Κόμη των νήσων της Κεφαληνίας και της Ζακύνθου από τον Ροβέρτο του Τάραντα το 1357, για τις ενέργειές του που συνέβαλαν στην απελευθέρωση των αδελφών Ροβέρτου και Φιλίππου από την αιχμαλωσία τους στην Ουγγαρία[6]. Στην συνέχεια πέτυχε να επεκτείνει τις κτήσεις του, φτάνοντας έως την Ιθάκη και την Λευκάδα, καθώς και το λιμάνι της Βόνιτσας στην ηπειρωτική Ελλάδα, πριν τον θάνατό του το 1376[3][5][7].

Οι δύο γιοι του, Κάρλο Α΄ Τόκκο και Λεονάρντο Β΄ Τόκκο, αποτελούν τα κύρια πρόσωπα του Χρονικού των Τόκκων έργου γραμμένου στα ελληνικά, το οποίο διηγείται τα κατορθώματά τους[8]. Ο Λεονάρντο έλαβε την Ζάκυνθο ως παραχώρηση. Η κόρη του, Μανταλένα Τόκκο, αποτέλεσε την πρώτη σύζυγο του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα. Μέσω του γάμου του με την κόρη του Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι, δούκα των Αθηνών, ο Κάρλο έλαβε στην κατοχή του την Κόρινθο το 1395, ενώ κατέλαβε την Ήλιδα κατά την περίοδο μετά το 1402. Η Κόρινθος κατελήφθη με την σειρά της από τον Δεσπότη του Μωριά, Θεόδωρο Παλαιολόγο, ενώ η Ήλιδα περιήλθε στην κατοχή των Βυζαντινών του Μωριά το 1427[3][9]. Ο Κάρλο εκμεταλλεύτηκε, επίσης, ενός εμφυλίου πολέμου μεταξύ Αλβανών αρχόντων της περιοχής της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, καταλαμβάνοντας την Ακαρνανία το 1408, ενώ διαδέχθηκε τον θείο του, Ησαύ Μπουοντελμόντι, ως ηγεμόνας των Ιωαννίνων. Το 1415, κατέλαβε, επίσης, την Άρτα, συγκεντρώνοντας, με αυτόν τον τρόπο, υπό τον έλεγχό του, για ύστατη φορά, τον πυρήνα των εδαφών που αποτελούσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου[3][10].

 
Το βραχύβιο Δεσποτάτο του Αγγελοκάστρου (1358-1374), το οποίο ενώθηκε με το Δεσποτάτο της Άρτας το 1374.

Με τον θάνατο του Κάρλο Α΄ το 1429, η διαδοχή του διεκδικήθηκε ταυτόχρονα από τους πέντε νόθους γιους του και τον ορισμένο διάδοχό του, Κάρλο Β΄ Τόκκο (γιο του Λεονάρντο Β΄). Κατόπιν αιτήματος του τελευταίου, οι Οθωμανοί επενέβησαν, καταλαμβάνοντας τα Ιωάννινα το 1430 και σχεδόν το σύνολο των εδαφών της Ηπείρου το επόμενο έτος. Ο Κάρλο Β΄ συνέχισε να κυβερνά την Άρτα ως βασσάλος των Οθωμανών μέχρι τον θάνατό του το 1448[3][11]. Το επόμενος έτος, η Άρτα έπεσε στα χέρια των Οθωμανών. Ο γιος του Κάρλο, Λεονάρντο Γ΄ Τόκκο κατέφυγε στο Αγγελόκαστρο. Όταν το τελευταίο αυτό φρούριο κατελήφθη, με την σειρά του, το 1460, μετέβη στις κτήσεις της οικογένειάς του στις Ιόνιες Νήσους τις οποίες και κυβέρνησες έως το 1479, όταν και έπεσαν, με την σειρά τους, στα χέρια των Οθωμανών[3][11]. Ο Λεονάρντο και η οικογένειά του διέφυγαν, τότε, στο Βασίλειο της Νάπολης με τον γιο του, Κάρλο Γ΄, και τους αδελφούς του Ιωάννη και Αντώνιο. Οι απόγονοί του εξακολούθησαν να διεκδικούν για λογαριασμό τους τον τίτλο του «Δεσπότη της Άρτας» έως τον 17ο αιώνα.

Το Χρονικό των ΤόκκωνΕπεξεργασία

Σε αντίθεση με το Χρονικό των Ιωαννίνων, πεζό έργο το οποίο παρουσιάζει το τυραννικό καθεστώς διακυβέρνησης του Σέρβου Δεσπότη, Τόμα Πρελιούμποβιτς, το Χρονικό των Τόκκων, γραμμένο σε στίχους και με την συγγραφή του να έχει ολοκληρωθεί προς το 1429, αποτελεί ένα έπος το οποίο αναφέρεται στα υψηλά κατορθώματα των δύο πρωταγωνιστών του: του Κάρλο Τόκκο και του νεαρότερου αδερφού του, Λεονάρντο. Γραμμένο από τοπικό πατριώτη του οποίου η ταυτότητα παραμένει άγνωστη, επικεντρώνεται στο νησί της Λευκάδας και την Ακαρνανία, ηπειρωτική περιοχή στα νοτιοδυτικά του παλαιού Δεσποτάτου της Ηπείρου. Παρά το γεγονός πως ο συγγραφέας είναι ιδιαίτερα δεμένος με τον τόπο καταγωγής του, ενώ η Κωνσταντινούπολη, καθώς και ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας είναι ιδιαιτέρως απομακρυσμένοι από τις τοπικές συγκρούσεις που αποτελούν την πλοκή της αφήγησής του, ωστόσο αναγνωρίζει τις ικανότητες των Ιταλών ηρώων του και χρησιμοποιεί κολακευτικά λόγια για ορισμένους Αλβανούς άρχοντες.

Το χρονικό εκτείνεται σε ένα διάστημα περίπου πενήντα ετών και φτάνει έως τον θάνατο του Λεονάρντο Τόκκο το 1422. Πέραν του γεγονότος πως αποτελεί μία πηγή πληροφοριών για την τοπική ιστορία της περιοχής, ενημερώνει, επίσης, τον αναγνώστη για τις φεουδαρχικές δομές της Ηπείρου την περίοδο εκείνη, καθώς και για τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που, τότε, υφίσταντο[12][13].

Σχετικά ΛήμματαΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Κυριακός Ι. Μελίρρυτος, ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ, Οδησσός 1836 (ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ) σελ.192
  2. Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, Πεντακόσια χρόνια (1478-1978), τόμος τρίτος: Πολιτική Ιστορία (τεύχος Α', 1478 – 1800), σελ. 13.
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 3,5 Miller (1908) p. 292.
  4. 4,0 4,1 Μίλλερ, μετάφρ. Λάμπρου, 1909-10, Tόμος A', βλ. πηγές σελ. 417
  5. 5,0 5,1 Kazhdan (1991), vol. III, « Philip I of Taranto », p. 1652.
  6. Λεωνίδας Χ. Ζώης. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Αθήνα 1955, σελ. 103
  7. Fine (1994) p. 354.
  8. Kazhdan (1991) pp. 446 et 2090
  9. Fine (1994) pp. 431, 434, 543.
  10. Fine (1994) pp. 356-357, 543.
  11. 11,0 11,1 Fine (1994) pp. 544,563.
  12. Kazhdan (1991) "Chronicle of the Tocco" vol. 1 p. 446.
  13. Nicol (1984) p. 165.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Παλαιά πηγήΕπεξεργασία

  • (Ελληνικά) Schirò, G. Το Χρονικό των Τόκκων. Τα Ιωάννινα κατά τας αρχάς του ΙΕ αιώνος [The Chronicle of the Tocco. Ioannina at the beginning of the 15th century], Etaireia Ipirotikon Meleton, Ioannina 1965.

Σύγχρονες πηγέςΕπεξεργασία

  • Κυριακός Ι. Μελίρρυτος, ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗ, Οδησσός 1836 (ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ)
  • Ντίνος Κονόμος, Ζάκυνθος, Πεντακόσια χρόνια (1478-1978), τόμος τρίτος: Πολιτική Ιστορία (τεύχος Α', 1478 – 1800)
  • Λεωνίδας Χ. Ζώης. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ. Αθήνα 1955
  • (Αγγλικά) Fine, John Van Antwerp, The Late Medieval Balkans: A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest, University of Michigan Press, 1994. ISBN 978-0-472-08260-5.
  • (Αγγλικά) Nicol, Donald MacGillivray, The Despotate of Epiros 1267–1479: A Contribution to the History of Greece in the Middle Ages, Cambridge University Press, 2010. ISBN 978-0-521-13089-9.
  • (Γαλλικά) Nicol, Donald M. Les derniers siècles de Byzance, 1261-1453, Paris, Les Belles Lettres, 2005 (ISBN 2-251-38074-4).
  • (Ιταλικά) Schiro, G. « Manuelle II Paleologo incorona Carlo Tocco despota di Gianina » , Byzantion, 29-30, 1959-1960, p. 209-230.
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Famille Tocco της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).