Άνοιγμα κυρίου μενού
Συνέλευση περιφερείας (α' τμήμα) των Μαρτύρων του Ιεχωβά της βόρειας Ελλάδας το 2008 στο Παλαί ντε Σπορ, Θεσσαλονίκης

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά άρχισαν τη σύγχρονη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα γύρω στις αρχές του εικοστού αιώνα και έχουν πλήρη νομική αναγνώριση ως θρησκεία.[1]

Πίνακας περιεχομένων

Ιστορική αναδρομήΕπεξεργασία

Το 1912 υπήρχαν 12 Σπουδαστές της Γραφής, όπως ήταν γνωστοί τότε οι Μάρτυρες, οι οποίοι εργάζονταν δραστήρια στην Ελλάδα. Αυτοί χρησιμοποιούσαν εκτεταμένα έντυπη ύλη, διανέμοντας βιβλία και φυλλάδια που ήταν βοηθήματα για τη μελέτη της Αγίας Γραφής.

Ήρθαν επίσης σε επαφή με χιλιάδες Έλληνες πολίτες με το να οργανώνουν δημόσιες διαλέξεις. Παραδείγματος χάρη, το 1912, ο Κάρολος Τέηζ Ρώσσελ, ο πρώτος πρόεδρος της Βιβλικής και Φυλλαδικής Εταιρίας Σκοπιά, εκφώνησε μια διάλεξη στην Αίθουσα του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων στην Αθήνα. Αργότερα εκφώνησε τη διάλεξη "Που είναι οι Νεκροί;" στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Παύλου στην Κόρινθο. Η ανταπόκριση στην ομιλία ήταν καλή, και ο δήμαρχος ξενάγησε τον Ρώσσελ στην πόλη. Το 1920, ο δεύτερος πρόεδρος της Εταιρίας, ο Ιωσήφ Φ. Ρόδερφορντ, εκφώνησε μια διάλεξη στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα.

Ο Αθανάσιος Καρανάσιος, φωτογράφος και επιμελής σπουδαστής της εβραϊκής και της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή της Αγίας Γραφής, είχε γίνει Σπουδαστής της Γραφής το 1910. Στις αρχές της δεκαετίας του 1920, αυτός εκφώνησε τη μνημειώδη διάλεξη "Εκατομμύρια Ζώντων Ήδη Ουδέποτε θα Αποθάνωσιν" στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας. Υπήρχε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον ώστε εκφώνησε ξανά αυτή την ομιλία στην Αίθουσα του Ωδείου στην οδό Φειδίου. Ο Γεώργιος Δούρας, γνωστός ποιητής της εποχής,[2] εκφώνησε παρόμοιες διαλέξεις στην Πάτρα, στην Καλαμάτα και στην Κέρκυρα.

Αργά και σταθερά αυτές οι προσπάθειες άρχισαν να παράγουν καρπούς. Οι Μάρτυρες άρχισαν να αυξάνουν στη Θεσσαλία, και κυρίως σε δύο χωριά, στο Ελευθεροχώρι και στο Καλαμάκι. Αυξήσεις σημειώθηκαν κατόπιν στη Μακεδονία και στα νησιά Σάμος, Κέρκυρα και Κρήτη.

 
Εκτέλεση Μάρτυρα του Ιεχωβά αντιρρησία συνείδησης στη Λάρισα λόγω άρνησης να πάρει όπλο στον στρατό.
(Το Βήμα 11ης Φεβρουαρίου 1949)

Ωστόσο, τα εμπόδια που προκαλούνταν στο έργο κηρύγματος των Μαρτύρων ήταν πολλά και δύσκολα. Εξαιτίας της τεράστιας επιρροής που ασκεί ο κλήρος στην Ελλάδα, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν γίνει συχνά αντικείμενο έντονου διωγμού.

Μια από τις πιο δύσκολες περιόδους άρχισε το 1936, όταν ανέβηκε στην εξουσία η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά. Οι νόμοι εναντίον του προσηλυτισμού, που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του, έχουν χρησιμοποιηθεί από τότε και έπειτα με υπερβολική αυστηρότητα εναντίον των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Πολλοί Μάρτυρες του Ιεχωβά φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν στα ξερονήσια του Αιγαίου λόγω των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων, μαζί με χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους. Κατά τη γερμανική κατοχή και αμέσως μετά, λόγω της πολιτικά ουδέτερης στάσης που τηρούσαν οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, σε ορισμένους από αυτούς επιβλήθηκαν ποινές από 7 μέχρι 20 χρόνια ενώ άλλοι καταδικάστηκαν σε ισόβια φυλάκιση.

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αντιμετώπισαν σκληρές διώξεις εκείνη την περίοδο. Οι αποβολές παιδιών από τα σχολεία τους έγινε κάτι το συνηθισμένο, υπήρξαν απολύσεις από την εργασία, κ.ο.κ. Οι πηγές δείχνουν ότι οι Μάρτυρες ήταν συχνά αντικείμενο διώξεων αλλά ακόμη και εκτέλεσης αφού λόγω της ουδέτερης θέσης τους αρνούνται την στράτευση. Μετά από σοβαρή έρευνα, ο δημοσιογράφος Τσαρούχας Κώστας στο βιβλίο του "Αντιρρησίες Συνείδησης" εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα του 1996 και συγκεκριμένα στη σελίδα 30, παρέθεσε τεκμηριωμένα στοιχεία με βάση τα οποία το σύνολο των ποινών που έχουν καταδικαστεί οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Ελλάδα ξεπερνούν τα 10.050 χρόνια, από τα οποία εκτίθησαν πραγματικά 5.731 χρόνια από 2.728 καταδικασθέντες Μάρτυρες του Ιεχωβά ως αντιρρησίες συνείδησης (τα στοιχεία καλύπτουν την περίοδο από τη δεκαετία του 1940 μέχρι το 1994). Επίσης, καταδικάστηκαν σε ισόβια 26 άτομα, σε θανατική ποινή 42 άτομα σε εξορία 68 άτομα, εκτελέστηκαν επίσημα 2 άτομα και βασανίστηκαν έως θανάτου 5 άτομα σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα στοιχεία.

Στη διάρκεια των δεκαετιών του 1950 και του 1960, τα πράγματα βελτιώθηκαν σε κάποιο βαθμό για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Ελλάδα. Κατόπιν, το 1967, ανέλαβε την εξουσία η χούντα που διήρκεσε μια εφταετία, και αναστάλθηκε η ισχύς άρθρων του Συντάγματος που διασφάλιζαν την ελευθερία των συγκεντρώσεων και του τύπου. Η Σκοπιά ήταν το μόνο θρησκευτικό περιοδικό το οποίο απαγορεύτηκε ανάμεσα και σε άλλα έντυπα που βρίσκονταν υπό απαγόρευση. Οι Μάρτυρες, όπως και στο παρελθόν, απλώς συνέχισαν το έργο κηρύγματος υπό την επιφάνεια. Παρ' όλα αυτά, εξακολούθησαν να αυξάνουν αλματωδώς σε αριθμούς -από 10.940 το 1967 έφτασαν τους 17.073 το 1974.

Στη διάρκεια των σχετικά ήρεμων ετών που ακολούθησαν, οι Μάρτυρες συνέχισαν να ακμάζουν παρά τον συνεχή πόλεμο που έχουν δεχτεί από την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία. Στις μέρες μας έχουν πάψει να φυλακίζονται για λόγους στράτευσης καθώς εκτελούν εναλλακτική κοινωνική υπηρεσία, μετά από ισχυρές πιέσεις που δέχτηκε η ελληνική Πολιτεία από διεθνείς οργανισμούς. Το Δεκέμβριο του 2007, κατόπιν τοποθέτησης της ανεξάρτητης Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο επανεξέτασε και έκανε ριζικές διορθώσεις στο διδακτικό εγχειρίδιο των Θρησκευτικών της Β΄ Λυκείου όσον αφορά την ιστορία, τις πρακτικές και τις πεποιθήσεις των Μαρτύρων του Ιεχωβά.[3]

Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 28.715 ευαγγελιζόμενοι[4] σε 389 εκκλησίες, ενώ στον ετήσιο εορτασμό της Ανάμνησης του θανάτου του Ιησού Χριστού παραβρέθηκαν 47.027 άτομα[5].

Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά και η ελληνική νομοθεσίαΕπεξεργασία

Το κύριο πρόβλημα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σήμερα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά σε σχέση με την ελληνική νομοθεσία είναι μόνο η ποινικοποίηση του αθέμιτου προσηλυτισμού (και η εφαρμογή της διάταξης αυτής από τα δικαστήρια). Τα δύο παλαιότερα, η νομοθεσία περί ιδρύσεως ευκτηρίων οίκων και η ποινικοποίηση της άρνησης στράτευσης, έχουν αντιμετωπισθεί. Η νομοθεσία του 2006 που αφορούσε βελτιώσεις στο ζήτημα των θρησκευτικών ελευθεριών κατάργησε την (εν πολλοίς ανενεργή από καιρό) απαιτούμενη διαβούλευση και συναίνεση µε τον οικείο ορθόδοξο μητροπολίτη ως προϋπόθεση για την έκδοση άδειας,[6] ενώ η άρνηση στράτευσης των Μαρτύρων του Ιεχωβά καλύπτεται ως "ευμενής διάκριση" από την αναγνώριση του δικαιώματος εναλλακτικής θητείας του Ν. 2510/97 που απαλλάσσει από την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία λόγω κωλύματος απορρέοντος από τις θρησκευτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις. Στην Ελλάδα ο νόμος περί του προσηλυτισμού[7] που ισχύει έως σήμερα έχει δημιουργήσει αρκετά προβλήματα σε όλους τους ετερόδοξους Έλληνες και κυρίως στους Μάρτυρες του Ιεχωβά οι οποίοι κάνουν έντονο ευαγγελιστικό έργο. Ο νόμος αυτός κρίνεται από έγκριτους νομικούς ως ξεπερασμένος και υπάρχει μια έντονη προτροπή από μέρους τους ώστε να καταργηθεί. Σε δίκες που διεξήχθησαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο, καταδείχθηκε ότι υπάρχει πρόβλημα στον συγκεκριμένο νόμο. Αρχικά το Δικαστήριο απεφάνθη ότι τα κράτη έχουν το δικαίωμα να ποινικοποιούν τον αθέμιτο προσηλυτισμό. Θεώρησε επίσης ότι, μολονότι ο σχετικός ελληνικός νόμος είναι μάλλον ασαφής και έχει γίνει προσπάθεια να συμπληρωθεί από τη νομολογία που απορρέει από τις δικαστικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα του κατά πόσο αυτός ο νόμος περί προσηλυτισμού συμβιβάζεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, ο εν λόγω νόμος θα μπορούσε να είναι συμβατός με το άρθρο 9 της Σύμβασης εφόσον καταδειχτεί ότι αποσκοπεί στην ποινικοποίηση του αθέμιτου και μόνο προσηλυτισμού. Οι χαρακτηριστικότερες υποθέσεις που έφτασαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και κατέδειξαν την ασάφεια του συγκεκριμένου νόμου αλλά και παρόμοιων νόμων που πλήττουν την θρησκευτική ελευθερία του ατόμου στην Ελλάδα είναι οι υποθέσεις Κοκκινάκης κατά Ελλάδας (1993),[8] Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδας (1996),[9] Βαλσαμής κατά Ελλάδας (1996),[10] Ευστρατίου κατά Ελλάδας (1996),[11] Τσιρλής και Κουλούμπας κατά Ελλάδας (1997),[12] Γεωργιάδης κατά Ελλάδας (1997),[13] Τσαβαχίδης κατά Ελλάδας (1999)[14] και Θλιμμένος κατά Ελλάδας (2000).[15]

Μετάγγιση αίματοςΕπεξεργασία

Στην Ελλάδα η μετάγγιση σε ανηλίκους διατάσσεται παγίως από τον Εισαγγελέα σε περίπτωση κινδύνου για την υγεία ή τη ζωή του ανηλίκου, ενώ έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι η θρησκευτική πεποίθηση των γονέων - Μαρτύρων του Ιεχωβά περί άρνησης μετάγγισης αίματος είναι εν δυνάμει ενάντια στο συμφέρον των ανήλικων παιδιών και ότι σε περίπτωση διαζυγίου είναι παράγοντας που θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν για την απόφαση σε ποιον γονέα θα ανατεθεί η επιμέλειά τους. Στις δικαστικές αποφάσεις εκφράζεται ο φόβος ότι ο γονέας - Μάρτυρας του Ιεχωβά σε ενδεχόμενη έκτακτη περίπτωση πιθανώς θα αποκρύψει την ανάγκη του παιδιού για μετάγγιση, κάτι που προβλέπεται ότι θα έχει βλαπτικές συνέπειες για το παιδί.[16] Στις ίδιες αποφάσεις αναφέρεται βέβαια ότι, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 1511 Αστικού Κώδικα, όπου είναι δυνατό, το δικαστήριο οφείλει να ζητάει και να συνεκτιμάει την γνώμη του ίδιου του ανηλίκου "ανάλογα με την ωριμότητα του".

Η παλαιότερη νομική αναφορά στο ζήτημα του αίματος ανάγεται στο 1969 οπότε σε επίσημη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς το Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών αναφερόταν ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δεν μπορούν να αρνηθούν «την εφαρμογή των νόμων [...] τόσο για την υποχρεωτική στράτευση, όσο και για τις μεταγγίσεις αίματος που επιβάλλονται για θεραπευτικούς σκοπούς».[17] Η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία λαμβάνει όλο και περισσότερο υπόψη τις πεποιθήσεις και επιλογές του ασθενούς για την ολιστική θεραπευτική αντιμετώπισή του[18] και αυτό αφορά και το δικαίωμα των Μαρτύρων του Ιεχωβά να αρνούνται τη μετάγγιση αίματος.[19] Με βάση τη νόμιμα δηλωμένη επιθυμία τους, οι ενήλικοι Μάρτυρες του Ιεχωβά μπορούν να ασκήσουν το νόμιμο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και να αρνηθούν να δεχτούν οποιαδήποτε χρήση αίματος. Για αυτόν το σκοπό, οι ενήλικες Μάρτυρες του Ιεχωβά διαθέτουν ένα δεσμευτικό για το ιατρικό προσωπικό ενημερωμένο έγγραφο στο οποίο περιγράφονται με σαφήνεια οι προσωπικές τους επιλογές όσον αφορά την ιατρική τους περίθαλψη και στο οποίο ορίζεται αντιπρόσωπος σε περίπτωση που δεν θα είναι ικανοί για δικαιοπραξία.[20]

Υπόθεση Κοκκινάκη κατά ΕλλάδαςΕπεξεργασία

Ο κρητικός Μίνως Κοκκινάκης επί πενήντα χρόνια, από το 1938 έως το 1988, συνελήφθη 22 φορές από τις οποίες καταδικάστηκε στις 19 και αθωώθηκε στις 3 για το αδίκημα του προσηλυτισμού (καθώς κήρυττε τις διδασκαλίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά) και ως αντιρρησίας συνείδησης (καθώς παρέμενε στρατιωτικά ουδέτερος σε αρμονία με τις πεποιθήσεις του ως Μάρτυρας του Ιεχωβά). Ωστόσο -και χωρίς να περάσει από δίκη- τα έτη 1938, 1940, 1949 και 1954­ εξορίστηκε για αυτές τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του.

Ο Κοκκινάκης (μαζί με τη γυναίκα του) καταδικάστηκε από το ποινικό δικαστήριο του Λασιθίου για απόπειρα προσηλυτισμού της συζύγου ενός ιεροψάλτη, και στο εφετείο αθωώθηκε η γυναίκα του αλλά επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία η καταδίκη του Κοκκινάκη αφού θεωρήθηκε ότι "εκμεταλλεύτηκε την απειρία και πνευματική αδυναμία της κ. Κ".

Ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αναίρεση και ο Κοκκινάκης προσέφυγε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου όπου εγκάλεσε τα ελληνικά δικαστήρια που τον καταδίκασαν χωρίς όμως να διευκρινίσουν τα αθέμιτα μέσα που υποτίθεται ότι είχε χρησιμοποιήσει στην προσπάθειά του να αλλάξει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της Χριστιανής Ορθοδόξου γειτόνισσάς του. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάσισε υπέρ του Κοκκινάκη ότι η καταδίκη του δεν ήταν δικαιολογημένη αφού τα ελληνικά δικαστήρια δεν προσδιόρισαν με ποιον τρόπο οι κατηγορούμενοι προσπάθησαν να μεταπείσουν ετερόδοξους με καταχρηστικά μέσα αλλά περιορίζονταν στην αναπαραγωγή των όρων των νόμων περί προσηλυτισμού. Το δικαστήριο όρισε στο ελληνικό κράτος να τον αποζημιώσει με το συμβολικό ποσό των 15.240 ευρώ.

Υπόθεση Μανουσάκη κατά ΕλλάδαςΕπεξεργασία

Η νομοθεσία για την ίδρυση και λειτουργία ναών και ευκτηρίων οίκων (που δεν ανήκουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος) δεν προβλέπει προθεσμία στην οποία πρέπει να απαντήσει για την έκδοση της σχετικής άδειας ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση μιας ομάδας Μαρτύρων του Ιεχωβά ο υπουργός μετά από τρία χρόνια δεν είχε ακόμη απαντήσει, κι έτσι ο οίκος τέθηκε σε λειτουργία χωρίς άδεια, και οι Μάρτυρες εδιώχθησαν και καταδικάσθηκαν. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν τη μακρόχρονη παράλειψη του υπουργού ν' απαντήσει στο αίτημα της ομάδας των Μαρτύρων του Ιεχωβά και έκρινε δε ότι η κυβέρνηση δεν μπορούσε να προβάλει ως δικαιολογία για την καταδίκη των προσφευγόντων την παράλειψή τους να συμμορφωθούν με μια τυπική μάλλον προϋπόθεση του νόμου και παράλληλα κατέληξε στο΄ότι οι διοικητικές αρχές χρησιμοποιούν την εν λόγω νομοθεσία για να επιβάλουν στην πράξη απαγορευτικούς περιορισμούς στην άσκηση ορισμένων τύπων λατρείας, όπως αυτής των Μαρτύρων του Ιεχωβά. Με άλλα λόγια το Δικαστήριο προβαίνει στη διάγνωση μιας πρακτικής διακριτικής μεταχείρισης κατά ορισμένων θρησκευτικών μειονοτήτων.

Η σημερινή κατάστασηΕπεξεργασία

Μετά την υπόθεση Κοκκινάκη, το θέμα του προσηλυτισμού ήρθε στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης η οποία δεν απαίτησε από την Ελλάδα να καταργήσει το νόμο περί προσηλυτισμού. Η Επιτροπή εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο ο νόμος εφαρμόσθηκε μετά την απόφαση Κοκκινάκης και διαπίστωσε ότι μετά από αυτήν είχαν υπάρξει δύο μόνο καταδικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν προσηλυτισμό ανηλίκων, περιπτώσεις δηλαδή χρήσης αθέμιτων μέσων. Αυτό οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η Ελλάδα είχε συμμορφωθεί με την απόφαση Κοκκινάκης. Σε συνδυασμό με τις αποφάσεις και για άλλες υποθέσεις (υπόθεση Λαρίσσης, υπόθεση Μανουσάκης, υποθέσεις Βαλσαμής και Ευστρατίου) σε ορισμένες από τις οποίες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι οι καταδίκες ήταν ορθές, νομικοί που έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα βγάζουν το συμπέρασμα ότι ο νόμος περί προσηλυτισμού δεν αντιβαίνει στο άρθρο 9 της ευρωπαϊκής σύμβασης αλλά δεν αποκλείουν να υπάρξουν νέες υποθέσεις οι οποίες να καταδείξουν ότι ο νόμος είναι πλατύτερος απ' ό,τι χρειάζεται και να χρειασθεί η μεταρρύθμισή του. Σε κάθε περίπτωση, η έμπρακτη εφαρμογή των αποφάσεων που έχουν εκδικασθεί εις βάρος του ελληνικού κράτους έχει ιδιαίτερη σημασία αναφορικά με την πρόοδο του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ελλάδα.[21]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αναγνωρίζονται στην ελληνική έννομη τάξη ως γνωστή θρησκεία. (Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Υπόθεση Κοκκινάκη κατά Ελλάδας (25/5/1993) κ.ά.· Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών (386/1992)· Συμβούλιο της Επικρατείας (2105/1975, 2106/1975, 2484/1980, 4533/1986, 3601/1990, 2487/1992, 490/1999)· Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (1700/1983)· Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (919/1970)· Εισαγγελέας Αρείου Πάγου (Γν. 14/1959)· κλπ) Οι δικαστικές αποφάσεις επί αρκετές πλέον δεκαετίες έχουν αποφανθεί υπέρ της γνωστής κατά το Σύνταγμα θρησκείας, αναιρώντας παλιότερες δικαστικές αποφάσεις περί του αντιθέτου. Η παλαιότερη δικονομική αναφορά στην νομική υπόσταση των Μαρτύρων είναι η επίσημη γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του 1936(49/1936), η οποία ανέφερε ότι «ο χιλιασμός δεν είναι θρησκεία ως την εννοεί το Σύνταγμα, αλλά αίρεση της χριστιανικής θρησκείας» η οποία «ενεργεί προσηλυτισμό και πράξεις ποινικώς κολάσιμες». Η ίδια γνωμοδότηση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι «κατά συνέπεια οι γάμοι μεταξύ χιλιαστών είναι άκυροι και δεν είναι δυνατό να καταχωρίζονται στα ληξιαρχικά βιβλία, τυχόν δε καταχωρήσεις που έγιναν πρέπει να διαγραφούν». Παρόμοια, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους γνωμοδότησε προς το Υπουργείο Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων το 1946 (268/1946) ότι «οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποτελούν αίρεση». Φυσικά, τέτοιου είδους τοποθετήσεις ξεπεράστηκαν με σωρεία αποφάσεων ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 (πχ Γν. Εισ. Αρ.Π. 1/1947: «Η αίρεση των χιλιαστών είναι γνωστή στην Ελλάδα, δηλ. φανερή, χωρίς κρύφια δόγματα και λατρεία και δεν αντιβαίνει στην ηθική και τη δημόσια τάξη. Κατά συνέπεια οι γάμοι μεταξύ χιλιαστών είναι έγκυροι και θα πρέπει να καταχωρίζονται στα ληξιαρχικά βιβλία».), παρά τις παλινωδίες που παρατηρήθηκαν κατά καιρούς.
  2. Βλ. "Δούρας, Γεώργιος", Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007.
  3. Τα Νέα, 7ης Ιανουαρίου 2008, «Το κατηχητικό σχολείο και η δημόσια εκπαίδευση», του Κωστή Παπαϊωάννου. Βλέπε το σχετικό δελτίο τύπου και το πλήρες κείμενο της Διαμεσολάβησης (pdf) στον επίσημο ιστότοπο του Συνηγόρου του Πολίτη.
  4. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά, δεν μετράνε ως μέλη τους συμπαθούντες ή όσους έχουν γεννηθεί και μεγαλώσει μέσα στη θρησκευτική κοινότητα. Καταγράφουν μόνο τους Ευαγγελιζόμενους κάθε χρονιάς, δηλαδή όλους όσους συμμετέχουν ενεργά στη δραστηριότητα της επίδοσης μαρτυρίας.
  5. Βιβλίο Έτους των Μαρτύρων του Ιεχωβά 2017, Watch Tower Bible And Tract Society of Pennsylvania, σελ. 180-181
  6. http://athens.usembassy.gov/root/pdfs/religiousfreedom_gr07.pdf
  7. Το Σύνταγμα της Ελλάδας (1975) δηλώνει στο Άρθρο 13: «Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται». Το άρθρο 4 του Νόμου 1363/1938 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του Νόμου 1672/1939 σύμφωνα με το οποίο ο προσηλυτισμός καθίσταται ποινικό αδίκημα αναφέρει: «Προσηλυτισμός ιδία είναι η δια πάσης φύσεως παροχών ή δι’ υποσχέσεως τοιούτων ή άλλης ηθικής ή υλικής περιθάλψεως, δια μέσων απατηλών, δια καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι’ εκμεταλλεύσεως της ανάγκης, της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος άμεσος ή έμμεσος προσπάθεια προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων επί σκοπώ μεταβολής του περιεχομένου αυτής».
  8. Case of Kokkinakis v. Greece (Application no. 14307/88)
  9. Case of Manoussakis and Others v. Greece
  10. Case of Valsamis v. Greece
  11. Case of Efstratiou v. Greece
  12. Case of Tsirlis and Kouloumpas v. Greece
  13. Case of Georgiadis v. Greece
  14. Case of Tsavachidis v. Greece. Επίσης, Ελευθεροτυπία, 26ης Ιανουαρίου 1999, «Υπόθεση Τσαβαχίδη».
  15. Case of Thlimmenos v. Greece
  16. Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου 245/1986, Άρειος Πάγος 1424/1998 (Τμ. Γ΄), Εφετείο Θεσσαλονίκης 1433/2003 (Αρμενόπουλος 2003, 1439). Με τις αποφάσεις αυτές, εν όψει και των συνολικών περιστάσεων, αφαιρέθηκε η επιμέλεια των τέκνων από τη μητέρα.
  17. Νομικό Βήμα 18 (1970) σ. 234, 235.
  18. Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας· ΝΟΜΟΣ 2071/1992 (ΦΕΚ Α΄ 123), Άρθρο 47: «Τα δικαιώματα του νοσοκομειακού ασθενούς»· Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 2000 10/2/2000, 17(1):101-108: «Η Προστασία του Νοσοκομειακού Ασθενούς»· Νόμος 2619/1998 (ΦΕΚ Α'132), «Κύρωση της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής: Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική»
  19. Eλληνική Αναισθησιολογική Εταιρία, Κατευθυντήριες Οδηγίες για τη Μετάγγιση Αίματος και των Παραγώγων του, υπότιτλος «Η Ιδιαιτερότητα της Χρήσης Αίματος και Παραγώγων στους Μάρτυρες του Ιεχωβά».
  20. Το περιεχόμενο αυτού του εγγράφου βασίζεται σε διατάξεις όπως τα άρθρα 5, 9 του Ν. 2619/1998 (Κύρωση της Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Βιοϊατρική), το άρθρο 12 του Ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) και το άρθρο 47, παρ. 3, 7 του Ν. 2071/1992 (Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας).
  21. Βλέπε [1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10].

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Ειδικό βιβλιάριο "Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά στην Ελλάδα", έκδοση Μαρτύρων του Ιεχωβά, 1993.
  • Βιβλίο "Νομική Θεωρία και Πράξη για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά", Ιωάννης Κονιδάρης, ISBN 960-15-1404-X, εκδόσεις Σάκκουλα, 2005.
  • Βιβλίο "Αντιρρησίες Συνείδησης", Κώστας Τσαρούχας, ISBN 960-344-176-7, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1996.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Μάρτυρες του Ιεχωβά της Ελληνικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).