Οργάνωση Χ

Φιλοβασιλική αντικομμουνιστική παραστρατιωτική οργάνωση που έδρασε τη δεκαετία του 40

Η Οργάνωση Χ, αναφερόμενη και ως Ομάδα Χ[5], ήταν φιλοβασιλική αντικομμουνιστική οργάνωση που έδρασε στην Ελλάδα και την Κύπρο τη δεκαετία του 1940.

Οργάνωσις «Χ»
Συμμετείχε στην Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τη Λευκή Τρομοκρατία
Η σημαία της οργάνωσης «X»
Ενεργό1942-1950
ΙδεολογίαΜοναρχισμός
Αντικομμουνισμός
Ελληνικός εθνικισμός
ΗγέτηςΓεώργιος Γρίβας
ΑρχηγείοΝηλέως 6, Θησείο, Αθήνα
Δύναμη
  • 2450 μέλη (Άνοιξη 1944)[1]
  • ~50.000 μέλη(1946)[2][α]
Προήλθε απόΆγνωστος Μεραρχία
Αντικαταστάθηκε απόΕθνικόν Αγροτικόν Κόμμα Χιτών
ΣύμμαχοιΚατά την Κατοχή:

Στα Δεκεμβριανά:

Αντίπαλοι

Ιδρύθηκε κατά την Κατοχή το 1942 στην Αθήνα ως ομάδα αξιωματικών που αποσχίστηκε από την οργάνωση «Άγνωστος Μεραρχία». Είχε στρατιωτική δομή και βρισκόταν υπό την ηγεσία του Κύπριου αντισυνταγματάρχη, Γεώργιου Γρίβα, το σπίτι του οποίου στο Θησείο ήταν η έδρα της. Τα μέλη της οργάνωσης ήταν γνωστά ως «Χίτες». Παρά τη ρητορική της και κάποιες αμελητέες αντιστασιακές άοπλες ενέργειες, εξαρχής αποσκοπούσε στην ανάπτυξη όχι αντιστασιακής, αλλά αντικομμουνιστικής δράσης. Εντασσόμενη σε δίκτυα βασιλοφρόνων, από το φθινόπωρο του 1943 η «Χ» ενεπλάκη σε σύγκρουση με τις δυνάμεις του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στην Αθήνα, με αποτέλεσμα την ώσμωσή της με τον δωσιλογικό κατασταλτικό μηχανισμό με την ανοχή των γερμανικών κατοχικών αρχών. Κατά την απελευθέρωση η οργάνωση μαζικοποιήθηκε με την εισροή δωσιλόγων, εντάχθηκε στον κυβερνητικό «Εθνικό Στρατό Αθηνών» και ανέλαβε τη μεταφορά βρετανικού οπλισμού σε αντιεαμικές οργανώσεις. Με την έναρξη των Δεκεμβριανών δέχθηκε την επίθεση του ΕΛΑΣ στο Θησείο, από όπου απαγκιστρώθηκε μετά από επέμβαση βρετανικών αρμάτων.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας η «Χ» πρωτοστάτησε στην παρακρατική Λευκή Τρομοκρατία εναντίον κομμουνιστών και αντιμοναρχικών στην επαρχία και την Αθήνα, μέχρις ότου η κυβέρνηση τη διέλυσε μετά από διεθνείς πιέσεις στις αρχές του 1946. Τότε μετασχηματίστηκε σε πολιτικό κόμμα, το οποίο συμμετείχε στις εκλογές του 1946 και του 1950, χωρίς να εκλέξει κάποιο βουλευτή, ενώ το 1954 προσχώρησε στο Λαϊκόν Κόμμα. Κατά το τέλος του 1946 ξεκίνησε να δρα στη Κύπρο, συνεργαζόμενη με τις βρετανικές δυνάμεις. Η δράση της οργάνωσης και του κυπριακού παραρτήματος της σταμάτησε το 1950.

Το 1950 η «Χ» αναγνωρίστηκε από το μετεμφυλιακό κράτος ως αντιστασιακή οργάνωση. Στη συλλογική συνείδηση ταυτίστηκε με τον αντικομμουνισμό, τον αντικοινοβουλευτισμό και το φιλομοναρχισμό. Στη σύγχρονη εποχή μνημονεύεται από τους ιδεολογικούς επιγόνους της για την αντικομμουνιστική της δράση, οι οποίοι αρνούνται τις επαφές της με τις κατοχικές δυνάμεις.

Ίδρυση και δομή  

Επεξεργασία
 
Ο Γρίβας το 1967.
 
Το κτίριο όπου βρισκόταν η έδρα της Οργάνωσης, επί της Οδού Νηλέως στο Θησείο.

Προπομπός της «Χ» υπήρξε η οργάνωση «Άγνωστος Μεραρχία Χ»,[6] λεγόμενη και «Οργάνωσις 2ας Μεραρχίας»,[7] η οποία συστάθηκε τον Μάιο[6] ή τον Ιούνιο του 1941[7] στην Αθήνα από τους υποστρατήγους Γεώργιο Λάβδα, διοικητή της 2ας Μεραρχίας κατά τον ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940-1941, και Βασίλειο Βραχνό, με ηγετικά στελέχη τους συνταγματάρχες Κωνσταντίνο Παπακωνσταντίνου, Θεμιστοκλή Κετσέα, Αγησίλαο Σινιώρη[6] και τον αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Γρίβα, ο οποίος είχε ως καθήκον την ένταξη νέων μελών.[7] Ο σχεδιασμός της οργάνωσης για τήρηση στάσης αναμονής και συγκρότηση μετά την απελευθέρωση, καθώς και η φημολογία για το μεταξικό παρελθόν και τη φιλοδωσιλογική στάση στελεχών της προκάλεσε την εχθρότητα των Συμμάχων και της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης.[7] Ο Γρίβας ήρθε σε αντιπαράθεση με το Λάβδα και αποχώρησε τον Ιούλιο του 1942, ακολουθούμενος από μερικούς ανώτερους αξιωματικούς και σχεδόν όλους τους κατώτερους αξιωματικούς της οργάνωσης.[8] Λίγους μήνες μετά η οργάνωση του Γρίβα ονομάστηκε «Εθνική Οργάνωσις Χ», στην οποία συνέχισαν να εντάσσονται αξιωματικοί, κυρίως γνωστοί του Γρίβα.[6]

Η οργανωτική δομή και στελέχωση της «Χ» ακολουθούσε λογική συγκρότησης στρατιωτικής μονάδας,[9] όπως συνέβαινε και με άλλες αντιστασιακές πρωτοβουλίες αξιωματικών (π.χ. ΥΒΕ/ΠΑΟ, ΕΣ).[10] Αρχικά, η οργάνωση συγκροτήθηκε από Κύπριους κυρίως αξιωματικούς και έλαβε χρηματοδότηση από εκκλησιαστικούς παράγοντες.[11] Αρχηγείο της ήταν το σπίτι του Γρίβα στο Θησείο, όπου βρισκόταν και η αποθήκη οπλισμού της. Η ηγεσία της αποτελούνταν από στρατιωτικούς και είχε οργάνωση ανάλογη του ΓΕΣ.[12] Η Χ επεκτάθηκε σε όλη την Αττική, δημιουργώντας λόχους που υπάγονταν σε τάγματα.[13] Την άνοιξη του 1944 φαίνεται να αποτελούνταν από περίπου 450 αξιωματικούς και 2000 πολίτες.[1] Από αυτούς οι περισσότεροι ήταν άοπλοι, ενώ μια μειοψηφία ήταν οπλισμένη, κυρίως με περίστροφα, και έκαναν τακτικά στρατιωτικά γυμνάσια.[1]

Δράση κατά την διάρκεια της Κατοχής

Επεξεργασία

Αρχικές ενέργειες

Επεξεργασία

Οι πρώτοι πυρήνες Χιτών υπό την ηγεσία αξιωματικών εμφανίστηκαν στην Αθήνα και τον Πειραιά γύρω στα τέλη του 1942.[14] Ενώ υποτίθεται ότι σκόπευε να αναπτύξει αντιστασιακή δράση, προσανατολιζόταν στον αντικομμουνισμό και παρέμενε εντελώς αδρανής, όπως διαπίστωναν όσοι συμμετείχαν σε συγκεντρώσεις της, όσον αφορά την ένοπλη αντίσταση, γεγονός που οδήγησε στις αποχωρήσεις μελών.[15] Η οργάνωση επιδόθηκε μέχρι το 1943 σε συλλογή πληροφοριών, κατασκοπία σε συνεργασία με δίκτυα όπως ο «Κόδρος», αναγραφή συνθημάτων εθνικού και απελευθερωτικού περιεχομένου, κλοπή υλικού πολέμου και φυγάδευση Ελλήνων προς τη Μέση Ανατολή.[16][β]

Δίκτυα βασιλοφρόνων και αντιεαμικος προσανατολισμός

Επεξεργασία

Σύμφωνα με μαρτυρίες αξιωματικών που ανήκαν ή κινούνταν κοντά στην οργάνωση, από τις αρχές του 1943 η «Χ» είχε ετοιμάσει ένα σχέδιο κατάληψης της εξουσίας μετά την αποχώρηση του γερμανικού στρατού και εξόντωσης αντιβασιλικών και, κυρίως, ΕΑΜιτών μέχρι την επάνοδο του βασιλιά Γεώργιου και της εξόριστης κυβέρνησης.[21] Ο Γρίβας αναζήτησε ένα ευρύτερο δίκτυο οργανώσεων στο οποίο ευελπιστούσε να ενταχθεί η «Χ», παραμένοντας όμως διακριτή οργάνωση.[22] Αρχικά, ήρθε σε επαφές με το δίκτυο του Τσιγάντε, συμπαρατάχθηκε για μικρό χρονικό διάστημα με τη «Στρατιωτική Ιεραρχία», μία οργάνωση έξι στρατηγών με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Παπάγο, που είχε ιδρυθεί το Μάιο του 1943 με τη φιλοδοξία να αναλάβει την αρχηγία των αντάρτικων στρατών[23] και σύμφωνα με σχέδιό της για ανακοπή επέκτασης της δράσης του ΕΛΑΣ προς την Αθήνα απέστειλε στα βοιωτικά όρη μια μικρή ομάδα ανταρτών της Χ, η οποία, μη έχοντας ενίσχυση από τη Μέση Ανατολή, αποσύρθηκε μετά από λίγες εβδομάδες.[24] Ο Γρίβας εντάχθηκε στον κύκλο του βασιλόφρονα τέως αρχιεπισκόπου Χρύσανθου, που από τα μέσα του 1943 από την Αθήνα συντόνιζε τη δράση των εθνικοφρόνων και λειτουργούσε ως πολιτικός σύμβουλος αυτών.[25] Μέσω του Χρύσανθου, ο Γρίβας απέκτησε επικοινωνία με την εξόριστη κυβέρνηση, ήλθε σε επαφή με σημαίνοντες βασιλόφρονες, ιδίως την ηγεσία της Εθνικής Δράσης, και εντάχθηκε στους σχεδιασμούς τους, αποκτώντας έντονα αντικομμουνιστικό χαρακτήρα.[26] Η πρώτη έκθεση του Γρίβα προς την εξόριστη κυβέρνηση τον Ιούλιο του 1943 δεν έκανε καμία αναφορά σε αντιστασιακή δράση, αλλά έθετε ως στόχο την επιβολή της τάξης «εναντίον παντός αναρχικού ή ταραχοποιού στοιχείου».[27] Το Σεπτέμβριο η «Χ» εντάχθηκε στον «Πανελλήνιο Απελευθερωτικό Σύνδεσμο», μία ομοσπονδία συντηρητικών οργανώσεων από την οποία αποχώρησε λίγο αργότερα τοποθετούμενη υπέρ του βασιλιά, παρόλο που αρχικά ο Γρίβας είχε παρουσιαστεί ως «δημοκρατικός».[28][γ]

Το Νοέμβριο o Γρίβας συμμετείχε μαζί με άλλους 7 ηγέτες συντηρητικών και ακροδεξιών οργανώσεων σε μία σύσκεψη υπό το Νεοζηλανδό λοχαγό του βρετανικού στρατού Ντον Στοτ και συνυπέγραψε μια συμφωνία με την οποία έθεταν τις οργανώσεις τους υπό τις διαταγές του ΣΜΑ.[30] Σκοπός τους ήταν οι επιχειρήσεις δολιοφθοράς και κατασκοπίας, η παρενόχληση του γερμανικού στρατού κατά την αποχώρηση του και τη φρούρηση της Αθήνας μέχρι την άφιξη συμμαχικών στρατευμάτων, προκειμένου να μην καταλάβει την εξουσία το ΕΑΜ.[30] Ωστόσο, λόγω δισταγμών της SOE αλλά και του Φόρειν Όφις, το οποίο επισήμανε διασύνδεσεις κάποιων από αυτές τις οργανώσεις με το δωσιλογικό καθεστώς, και μετά την επεισοδιακή αποχώρηση του Στοτ από την Ελλάδα τον ίδιο μήνα, το σχέδιο υποστήριξής τους από την εξόριστη κυβέρνηση ματαιώθηκε.[31]

 
Χίτες της περιοχής Γαργαρέττας-Νέου Κόσμου

Δράση στις αθηναϊκές συνοικίες

Επεξεργασία
 
Αντικομμουνιστική προκήρυξη της «Χ» κατά του ΕΑΜ (Οκτ. 1943)[32].

Η οργάνωση ξεκίνησε να αποκτά σημαντικό ρόλο μετά το 1943.[33] Από το φθινόπωρο του 1943 οι βασιλόφρονες προσανατολίστηκαν στην ενίσχυση οργανώσεων της Αθήνας, και η «Χ» δέχθηκε χρηματοδότηση για την αγορά οπλισμού από μία «Οικονομική Επιτροπή» βασιλόφρονων επιχειρηματιών.[13] Στις αρχές Οκτωβρίου του 1943, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας και την κήρυξη αντικομμουνιστικής εκστρατείας της κυβέρνησης Ράλλη, ως απάντηση στη δολοφονία αξιωματικών του δωσιλογικού κράτους, η «Χ», αν και δε δεχόταν συστηματικά κριτική από το ΕΑΜ, εξέδωσε μια προκήρυξη με την οποία καλούσε σε πόλεμο αποκλειστικά εναντίον του ΕΑΜ και στο τέλος του μήνα ξεκίνησαν συγκρούσεις στην Αθήνα.[34] Η δράση μη εαμικών οργανώσεων όπως η «Χ» σε συνοικίες της Αθήνας όπως το Θησείο, το Παγκράτι ή η Κυψέλη, διευκόλυνε την ανάληψη αντιεαμικής δράσης από τα σώματα ασφαλείας, καμία σύγκρουση των οποίων δεν καταγράφηκε με τις μη εαμικές οργανώσεις.[35] Στο Παγκράτι, όπου κυριαρχούσε η ανασφάλεια των παλαιοελλαδιτών μεσοαστών για τους πρόσφυγες των οργανωμένων στο ΕΑΜ λαϊκών συνοικιών της ανατολικής Αθήνας, όπως ο Βύρωνας και η Καισαριανή, έδρασε ισχυρός πυρήνας της «Χ», δύναμης 20-30 ενόπλων κατοίκων του Παγκρατίου, υπό την ηγεσία ενός συγγενούς εξ αγχιστείας του Γρίβα.[36] Με όριο δράσης τη λεωφόρο Υμηττού και τη Γούβα η ομάδα αυτή, χάρη στον άρτιο εξοπλισμό της και τις ένοπλες επιδρομές της προς τα ανατολικά, αναχαίτισε την κάθοδο του ΕΑΜ από τις συνοικίες όπου υποστηριζόταν μαζικά προς το κέντρο της πόλης, σε συνεννόηση με τα Σώματα Ασφαλείας και την ανοχή και πιθανή συνεργασία των γερμανικών κατοχικών δυνάμεων.[37]

Ζυμώσεις με τις κατοχικές δυνάμεις

Επεξεργασία
 
Εύζωνας των Ταγμάτων Ασφαλείας δίπλα σε επονίτη απαγχονισμένο σε αντίποινα για τη δολοφονία του διοικητή της «Χ» Αμπελοκήπων, Κωσταντίνου Μανωλάκου. Ιλίσια, 5.4.1944.[38]

Αν και το σύνολο των αξιωματικών και Ευελπίδων της «Χ» δε συνεργάστηκε με τους Γερμανούς για τη καταπολέμηση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ,[39] από το φθινόπωρο του 1943 αρκετά μέλη της στελέχωσαν το μηχανισμό της Ειδικής Ασφάλειας, που είχε ενεργοποιηθεί από την κυβέρνηση για να δράσει εναντίον του ΕΑΜ, με αποτέλεσμα η «Χ» να εξασφαλίσει την ευμενή ανοχή των Γερμανών, καθώς άρχισαν να εγγράφονται ως χωροφύλακες άνευ θητείας και να προμηθεύονται πιστόλια και υπηρεσιακές ταυτότητες.[40] Ταυτόχρονα, η Ειδική Ασφάλεια του Πειραιά οργανώθηκε με πρωτοβουλία δύο δραστήριων ομαδαρχών της «Χ» στις συνοικίες Ταμπούρια και Μανιάτικα.[41][δ] Έκτοτε, η «Χ» αναλώθηκε σε συγκρούσεις με αντιστασιακούς του ΕΑΜ, με αποτέλεσμα να έχει αρκετά θύματα,[43] το πρώτο από τα οποία σκοτώθηκε το Δεκέμβριο του 1943.[44][ε] Το ίδιο έτος, το Γενικό Επιτελείο της Βέρμαχτ απέρριψε πρόταση του Γρίβα για συνεργασία,[47] με την αιτιολογία πως «δεν διαπραγματεύονταν με αρχηγό συμμορίας».[48][ζ] Μέλη της «Χ» πληροφορούσαν τα Ευζωνικά Τάγματα Ασφαλείας για τη δράση εαμιτών και συμμετείχαν σε εφόδους και μπλόκα μαζί τους.[51] Παρότι η «Χ» αντιμετώπισε με επιφυλακτικότητα τα Τάγματα Ασφαλείας λόγω της αντιβασιλικής προπαγάνδας που γινόταν σε αυτά, καθώς και τον κίνδυνο να αφοπλιστούν κατά την αποχώρηση των Γερμανών αφήνοντάς στους στο έλεος των αντιπάλων τους[52][η], ο Γρίβας υπερασπιζόταν τη δράση τους ως «προστατευτική», υπολογίζοντας ότι θα χρησιμοποιούνταν εναντίον του ΕΑΜ μετά τη γερμανική αποχώρηση.[53] Από το Νοέμβριο αξιωματικοί και Ευέλπιδες της «Χ», που θεωρούσαν τη δράση μέσα από τα Τάγματα Ασφαλείας προσφορότερη για την καταδίωξη των κομμουνιστών ή επειδή καταδιώκονταν από την ΟΠΛΑ, εντάχθηκαν εθελοντικά στα Τάγματα Ασφαλείας.[54] Στις 10 Ιανουαρίου του 1944 ευέλπιδες μέλη της «Χ» εισέβαλαν στο χώρο του Πολυτεχνείου και συνέλαβαν μέλη του Ταμείου Άπορων Φοιτητών, το οποίο ελεγχόταν από φοιτητές της ΕΠΟΝ, και τους μετέφεραν στο αρχηγείο της Ειδικής Ασφάλειας.[55] Ταυτόχρονα, κοινές περιπολίες Χιτών-Γερμανών λάμβαναν χώρα, ενώ Γερμανοί αξιωματικοί είχαν βρεθεί σε κηδείες μελών της «Χ».[56] Κατόπιν αιτήματος του ΕΑΜ τον Ιανουάριο η κυβέρνηση του Καΐρου είχε καταδικάσει τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας και, επιδιώκοντας να συνδεθεί με την εξόριστη κυβέρνηση, η «Χ» εξέδωσε το Φεβρουάριο παρόμοια διαταγή με αποτέλεσμα να ανακοπεί το ρεύμα κατάταξης στελεχών της «Χ» στα Τάγματα και 40 αξιωματικοί και Ευέλπιδες της να μην παρουσιαστούν στο προσκλητήριο συμμετοχής τους σε αυτά, αλλά κρυπτόμενοι να συνεχίσουν να δρουν μέσα από τη «Χ».[57] Τον Απρίλιο του 1944, η διοίκηση των ένοπλων τμημάτων της οργάνωσης ΡΑΝ συνενώθηκε επίσημα με τη «Χ», μέλη της οποίας συμμετείχαν επίσης στην οργάνωση «Εθνικοκοινωνική Επανάσταση».[58] Κατά το τέλος της κατοχής προμηθεύτηκε οπλισμό από την κατοχική κυβέρνηση, αν όχι κατευθείαν από τις γερμανικές υπηρεσίες,[59][θ] ενώ την ίδια περίοδο οι τοίχοι της Αθήνας γέμισαν με το σύμβολο «Χ» που συνοδευόταν πάντα από το στέμμα.[61]

Αποτίμηση

Επεξεργασία

Ο Χάγκεν Φλάισερ θεωρεί τη «Χ» «αμφιλεγόμενη [...] φασιστοειδ[ή] τρομοκρατική οργάνωση», που «ποτέ δεν δρούσε ενάντια στους κατακτητές παρά μόνο στους «αναρχοκομμουνιστές» του ΕΑΜ»,[48] και παραθέτει την κρίση του Κρις Γούντχαουζ, Βρετανού αξιωματικού - συνδέσμου στην κατεχόμενη Ελλάδα, ότι μετά την απελευθέρωση απέκτησε τη «σκοτεινή φήμη μιας Κου-Κλουξ-Κλαν».[62][ι] Σύμφωνα με τον Γουντχάους η Χ δεν είχε αντιστασιακή δράση κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά διαφύλαττε τις δυνάμεις για να τις στρέψει εναντίον των κομμουνιστών μετά το τέλος του πολέμου.[63] Ο Βρετανός αντισυνταγματάρχης και πράκτορας της SOE Ρούφους Σέπαρντ, είχε προσδιορίσει διαδοχικά τη «Χ» ως «ημικουίσλινγκ» (ημιδωσιλογική) και «κουίσλινγκ» (δωσιλογική),[64] ενώ ο Ιάσονας Χανδρινός χαρακτηρίζει τα μέλη της ως «συνεργάτες των συνεργατών».[65] Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου έχει εντοπίσει ομοιότητες μεταξύ της ρητορικής της «Χ» και της Χούντας των Συνταγματαρχών και ειδικότερα ως προς «το μείγμα εθνικισμού, περιφρόνησης για την ηγεσία, ψευδο-σοσιαλιστικών και ψευδο-ριζοσπαστικών διακηρύξεων».[66] Έχει, δε, υποστηρίξει ότι η νοοτροπία που κυριαρχούσε στην οργάνωση, αποτέλεσε την πνευματική μήτρα των κινηματιών του 1967.[66]

Ο Μάρκ Μαζάουερ αναφέρει πως η «Χ» ξεκίνησε ως αντιστασιακή οργάνωση η οποία το 1944 αναλωνόταν περισσότερο σε συγκρούσεις με το ΕΑΜ και παραπέμπει σε μαρτυρία παρατηρητή που ανέφερε πως «Σήμερα είναι με τους Γερμανούς, αύριο, όταν ξανάρθει ο ευλογημένος ο βασιλιάς, με αυτούς που θα τον φέρουν πίσω».[67] Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει πως η «Χ» αποτελεί μια οργάνωση της «γκρίζας ζώνης του αντικομμουνισμού», η οποία ξεκίνησε ως φιλοσυμμαχικό δίκτυο συλλογής πληροφοριών αλλά από την ιταλική συνθηκολόγηση και μετά επικεντρώθηκε αποκλειστικά στην αντιεαμική δράση, ακροβατώντας μεταξύ αντίστασης και δωσιλογισμού.[68]

Απελευθέρωση και Δεκεμβριανά

Επεξεργασία

Απελευθέρωση

Επεξεργασία
 
Απαγχονισμένοι επονίτες σε αντίποινα της δολοφονίας του Κωσταντίνου Μανωλάκου. Ιλίσια, 5.4.1944

Καθώς πλησίαζε η απελευθέρωση, η «Χ» εμπλεκόταν σε συμπλοκές κατά του ΕΛΑΣ και της Εθνικής Πολιτοφυλακής το Σεπτέμβριο του 1944, ενώ ως το Νοέμβριο, για να αποφύγουν τα εκδικητικά αντίποινα του ΕΛΑΣ, εκατοντάδες ταγματασφαλίτες και χωροφύλακες εντάσσονταν στη «Χ», που ξεκίνησε να μαζικοποιείται,[69] αποκτώντας τα χαρακτηριστικά ενός φασιστικού κινήματος.[70][κ] Προκειμένου ο Γρίβας να κατορθώσει τη διεύρυνση της «Χ», ένωσε αρκετές φράξιες της άκρας δεξιάς και δέχτηκε στους κόλπους της αρκετούς ταγματασφαλίτες και άλλους δοσίλογους χρησιμοποιώντας κατά κόρον το επιχείρημα του κομμουνιστικού κινδύνου από μια πιθανή επικράτηση του ΕΑΜ.[70] Έτσι, η «Χ» αναδείχθηκε η σημαντικότερη οργάνωση του τμήματος του αντιεαμικού χώρου που δε δίσταζε να συνεργαστεί ένοπλα με τους κατακτητές κατά του ΕΑΜ και ονομάστηκε «εθνικιστικό» κατ' αντιδιαστολή με τους εθνικόφρονες.[72]

Μετά από εντολή της κυβέρνησης Παπανδρέου, ο διορισμένος στις αρχές Αυγούστου του 1944 στρατιωτικός διοικητής Αθηνών, Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος, συγκρότησε τον «Εθνικό Στρατό Αθηνών», αποκλείοντας το ΕΑΜ και περιλαμβάνοντας τις μη εαμικές ένοπλες οργανώσεις, που συγκρούονταν μαζί του. Στον Εθνικό Στρατό Αθηνών ο Γρίβας διορίστηκε επικεφαλής του 1ου Συντάγματος, το οποίο αποτέλεσαν κυρίως οι δυνάμεις της Εθνικής Δράσης και της «Χ».[73] Ο Σπηλιωτόπουλος ανέθεσε, επίσης, στη «Χ» την παραλαβή βρετανικών όπλων στις ακτές της Αττικής και την περιφρούρηση της μεταφοράς του φορτίου μέσα από εαμοκρατούμενες περιοχές ως το κέντρο της Αθήνας, ώστε να εξοπλιστεί θεωρητικά η αστυνομία, στην πράξη, όμως, οι αντικομμουνιστικές οργανώσεις.[74] Χάρη στις επαφές της με τους Γερμανούς, στις οποίες υπολόγιζε ο Σπηλιωτόπουλος,[75] η «Χ» πραγματοποίησε την επιχείρηση «Ballroom» σε συνεργασία με τον ΕΔΕΣ, την Αστυνομία και τα Τάγματα Ασφαλείας[76] και κατά την πραγματοποίησή της έλαβαν χώρα στο Κορωπί στις 9 Οκτωβρίου 1944 τα τελευταία μαζικά αντίποινα της περιόδου στην Αττική.[77] Πληροφορούμενος την επιχείρηση, ο ΕΛΑΣ επιτέθηκε στο Θησείο στις αρχές Οκτωβρίου, αλλά διέκοψε την επίθεση μετά από παρέμβαση του Σπηλιωτόπουλου, ενώ μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα στις 11 Οκτωβρίου από την ΟΠΛΑ, απέτυχε.[78]

Μετά την απελευθέρωση, ενώ το ζήτημα της τιμωρίας των δωσιλόγων κυριαρχούσε, περίπου 700 κρατούμενοι, οι περισσότεροι κατηγορούμενοι για δωσιλογισμό, απέδρασαν στις αρχές Νοεμβρίου από τις φυλακές Συγγρού. Η οργάνωση της απόδρασης αποδόθηκε στη «Χ», με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να διατάξει τη διάλυση της οργάνωσης και να ελαχιστοποιηθεί η εμπιστοσύνη του ΕΑΜ ότι οι άλλες πολιτικές δυνάμεις σκόπευαν πράγματι να τιμωρήσουν τους συνεργάτες των κατακτητών.[79] Την ίδια περίοδο, οι Χίτες, με δύναμη ως 150 άνδρες, αποτελώντας υπολογίσιμη αντιεαμική μονάδα, οχυρώθηκαν στην περιοχή του Θησείου.[80]

Μάχη του Θησείου

Επεξεργασία
Κύριο λήμμα: Δεκεμβριανά

Το πρωί της 4ης Δεκεμβρίου, σημειώθηκαν οι πρώτες στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών.[81] Στις 4:30 τα ξημερώματα, ξεκίνησε η επίθεση του ΕΛΑΣ στο Θησείο εναντίων των δυνάμεων της «Χ».[81] Την υλοποίηση του πρώτου σταδίου της επιχείρησης ανέλαβαν δύο τάγματα της 1ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ Αθηνών.[82] Ο σκοπός της «Χ» ήταν να προασπίσει την περιοχή του Μακρυγιάννη από την πλευρά του Θησείου. Την επίθεση κατά του στρατηγείου της ανέλαβε το 4ο Σύνταγμα της 2ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ με δυνάμεις από την Καλλιθέα και τον Ταύρο.[83] Η τακτική του ΕΛΑΣ ξεκίνησε με επίθεση αντιπερισπασμού (λόχος Κουκακίου - Πλάκας στις 04:30 το πρωί) από τον λόφο Φιλοπάππου σε αραιή διάταξη καθώς οι κύριες δυνάμεις του ΕΛΑΣ (λόχοι Νέας Σμύρνης, Νέων Σφαγείων, Καλλιθέας) στις 6:00 το πρωί εξαπέλυσαν κύρια επίθεση από την κατεύθυνση των Πετραλώνων, ενώ το τελικό χτύπημα δόθηκε από το τάγμα Πετραλώνων (στις 09:00 το πρωί) από την γέφυρα «Πουλοπούλου».[84] Μετά την επικράτηση του ΕΛΑΣ στο Θησείο, οι μαχητές της «Χ» μαζί με τον Γρίβα, αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν στο κτίριο του Θ' Αστυνομικού Τμήματος απ' όπου τους παρέλαβαν βρετανικά άρματα μάχης και τους μετέφεραν στα Παλαιά Ανάκτορα.[83] Οι νεκροί της «Χ» ανέρχονταν στους 24[83] ενώ οι νεκροί του ΕΛΑΣ στους 17.[85]

Μετά την αποχώρηση των Χιτών από το Θησείο αλλά και κατά τη διάρκεια των επόμενων ημερών, οι άνδρες του ΕΛΑΣ προχώρησαν σε συλλήψεις μελών και υποστηρικτών της «Χ» αλλά και συγγενών τους, οι οποίοι ύστερα εκτελέστηκαν από την Εθνική Πολιτοφυλακή.[85] Παράλληλα, μερίδα ανταρτών χάραξε σβάστικες στις σορούς νεκρών Χιτών, το σπίτι του Γρίβα λεηλατήθηκε, ενώ ορισμένοι ΕΛΑΣίτες προχώρησαν σε σκύλευση των πτωμάτων.[86] Οι περισσότεροι Χίτες εντάχθηκαν αμέσως μετά τη μάχη του Θησείου στο 143ο Τάγμα Εθνοφυλακής,[83] που από τις 12 Δεκεμβρίου με έδρα το θέατρο «Ρεξ» επιτηρούσε τη γύρω περιοχή και τους Αέρηδες και έπειτα συμμετείχε σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις ενισχύοντας την αντεπίθεση της βρετανικής 2ης Ταξιαρχίας Αλεξιπτωτιστών.[87]

Μεταπολεμική εξέλιξη

Επεξεργασία

Δράση κατά τη Λευκή Τρομοκρατία

Επεξεργασία

Στις 30 Ιανουαρίου του 1945, ο Γρίβας έστειλε υπόμνημα στον Γεώργιο Β', αναφέροντας πως έπρεπε να οργανωθεί η αστική τάξη ώστε να επιβληθεί «επί της κομμουνιστικής φατρίας».[88] Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, η «Χ» επισήμως αυτοδιαλύθηκε ως στρατιωτική οργάνωση και ο αρχηγός της αποστρατεύτηκε τρείς εβδομάδες αργότερα.[89] Επανασυστάθηκε ως μαζικός πολιτικός οργανισμός που συμμετείχε στην Λευκή Τρομοκρατία[90] και στόχευε την παλινόρθωση της βασιλείας και τη διάλυση του ΕΑΜ.[91] Αμέσως μετά τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, σε κωμοπόλεις της επαρχίας η αστυνομία και μέλη ομάδων σαν τη «Χ» περιπολούσαν αντιμετωπίζοντας αριστερούς με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι δωσίλογοι της κατοχής—ελέγχους ταυτοτήτων, περιπολίες και μπλόκα--,[92] οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν και στις εαμοκρατούμενες ως τότε ανατολικές συνοικίες, όπως ο Βύρωνας και η Καισαριανή,[93] επαναφέροντας στη μνήμη των κατοίκων τους τα γεγονότα της κατοχής.[94] Την άνοιξη του 1945 το 143 Τάγμα εγκαταστάθηκε για τρεις μήνες στην Ημαθία, όπου εξαρχής επιδόθηκε σε αντιεαμική δράση, συμβάλλοντας στην ίδρυση εκεί του ισχυρότερου παραρτήματος της «Χ» στην Κεντρική Μακεδονία.[87] Από το Μάιο του 1945 και τους επόμενους μήνες η «Χ» στρατολόγησε βασιλόφρονες σε όλη την ελληνική επαρχία (εκτός της Ηπείρου) και πέτυχε την οργάνωση και διασύνδεση των ομάδων που έδρασαν για την τρομοκράτηση των κομμουνιστικών και εαμικών οργανώσεων.[95]

Αντιδρώντας στη δράση των παρακρατικών οργανώσεων, στις 16 Ιανουαρίου του 1946 ο γραμματέας του ΚΚΕ Λακωνίας Βαγγέλης Ρογκάκος οργάνωσε τη δολοφονία του τοπικού αρχηγού της Χ, Γρηγορίου Κοντοβουνήσιου, κατά την οποία σκοτώθηκε επίσης ο εξάχρονος γιος του και δύο συνοδοί τους[96][λ]. Σε αντίποινα,[98] στις 18 Ιανουαρίου δεξιοί επιτέθηκαν σε στέκι αριστερών στη Καλαμάτα και εκτέλεσαν δύο πολίτες.[98] Στις 20 Ιανουαρίου 1.000-2000[99] παραστρατιωτικοί και μέλη της οργάνωσης «Χ» υπό την ηγεσία του πρώην ταγματασφαλίτη Βαγγέλη Μαγγανά, λεηλάτησαν την Καλαμάτα, απελευθέρωσαν από τις φυλακές ομοϊδεάτες τους ενώ παράλληλα κατέστρεψαν τις δικογραφίες για τις δίκες των δωσίλογων.[100] Κατά την αποχώρηση τους από την Καλαμάτα λόγω της αναμενόμενης έλευσης της χωροφυλακής, συνέλαβαν 100[101]-150[102] πολίτες ως ομήρους, από τους οποίους εκτελέστηκαν 6[98] ή 14[103]. Η κυβέρνηση Σοφούλη, αμήχανη λόγω διεθνών αντιδράσεων, υποσχέθηκε ότι θα διαλύσει τη «Χ»[104], όπως και έπραξε τον ίδιο μήνα κλείνοντας τα γραφεία τους, καθώς η Χωροφυλακή, ο Στρατός και οι πολιτικοί την θεωρούσαν περιττή.[105] Έκτοτε, ως «Χίτες» θα ονομάζονταν γενικά οι διάφορες παρακρατικές ομάδες που συνέδραμαν την αστυνομία στην καταδίωξη της αριστεράς.[106]

Εθνικό Κόμμα Χιτών

Επεξεργασία
Κύριο λήμμα: Εθνικό Κόμμα Χιτών
Πιστεύω
  • Εις μίαν μεγάλην Τρισένδοξη, ελευθέρα, ευτυχισμένη Ελλάδα.
  • Εις το κοινωνικόν καθεστώς το οποίον μας κληροδότησαν οι πρόγονοι μας, υπό το οποίον μεγαλούργησε η φυλή μας και το οποίον σέβεται: την Ελευθερίαν του ατόμου, τας παραδόσεις της Πατρίδος, της Θρησκείας και της Οικογενείας.
  • Δια τούτο είμαι αμείλικτος αντίπαλος του κομμουνισμού ο οποίος:

-Εκπροσωπεί τον φασισμόν υπό άλλην μορφήν και την εγκληματικήν βίαν. Δεν παραδέχεται την έννοια της Πατρίδος και είνε όργανον ξένων επιδιώξεων,αντιτιθέμενων προς τα εθνικά συμφέροντα

  • Εις μία κοινωνικήν δικαιοσύνην στηριζομένην ουχί εις την πάλην των τάξεων και του ανταγωνισμού κεφαλαίου και εργασίας, αλλά είς την αρμονικήν συνεργασίαν τούτων.
  • Εις το πολίτευμα της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ως ανταποκρινομένης προς τον χαρακτήρα και τας παραδόσεις του Έθνους, εξυπηρετούσης κάλλιον τα εθνικά συμφέροντα και αποτελούσης πρόχωμα κατά του Κομμουνισμού.

«Το πιστεύω του Χίτου», Εφημερίς των Χιτών, φ. 1 (27.5.1946)[107]

Τον Μάιο του 1946, ιδρύθηκε το «Κόμμα Χ (Χιτών) Εθνικής Αντιστάσεως» με πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Ευσταθόπουλο και πραγματικό αρχηγό τον Γεώργιο Γρίβα.[2] Το κόμμα απέκτησε δική του «εργατική νεολαία» και δικό του συνδικάτο, τα μέλη του οποίου είχαν απεργοσπαστική δράση.[108] Έλαβε μέρος στις εκλογές του 1946 συγκεντρώνοντας μόνο 1848 ψήφους παρά το γεγονός ότι εκείνη την εποχή σύμφωνα με πληροφορίες της Βρετανικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας τα μέλη της «Χ» ανέρχονταν σε 50.000.[2] Την 1η Φεβρουαρίου του 1948 το κόμμα μετονομάστηκε σε «Εθνικόν Αγροτικόν Κόμμα Χιτών»(ΕΑΚΧ), ονομασία που χρησιμοποίησε στις εκλογές της 5ης Μαρτίου του 1950, στις οποίες συγκέντρωσε 0,84% χωρίς να κατορθώσει να εκλέξει βουλευτή.[109]

Το ΕΑΚΧ είχε στενές σχέσεις με τον αστυνομικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες της Ασφάλειας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου.[110] Μία από τις δραστηριότητες του στη Θεσσαλονίκη, ήταν οι «εξυπηρετήσεις» μελών, κυρίως με την εξεύρεση εργασίας, ενώ λειτουργούσε αποτελεσματικά και ως παραπληρωματική υπηρεσία των «αρχών ασφάλειας».[111] Παρόλα αυτά, οι εκλογές του 1950 δεν απέφεραν κανένα αποτέλεσμα, γεγονός που οδήγησε στη μαζική αποχώρηση μελών.[111] Ύστερα, στήριξε στις εκλογές του 1951 το Λαϊκό Κόμμα, και προσχώρησε σε αυτό το 1954.[112]

Κυπριακό παράρτημα και μετέπειτα εξελίξεις

Επεξεργασία

Κατά το τέλος του 1946, φιλοβασιλικοί νέοι, μέλη της οργάνωσης «Χ», εμφανίστηκαν στη Κύπρο.[113] Η οργάνωση ξεκίνησε να δρα κατά το τέλος του 1947, τη περίοδο των εκλογών του Αρχιεπισκόπου της Κύπρου, τρομοκρατώντας πολιτικούς αντιφρονούντες.[113] Η τρομοκρατία των χιτών συνέβαλε καθοριστικά στις εκλογές του Αρχιεπισκόπου, γεγονός το οποίο φανερώνει πως στοιχεία της ακροδεξιάς καθόριζαν την πολιτική της εκκλησίας.[113] Παρότι η οργάνωση αυτοαποκαλούνταν εθνικιστική, δεν είχε εκδηλώσει καμία δράση απέναντι στο αποικιοκρατικό καθεστώς∙ αντιθέτως, συνεργαζόταν με την αποικιακή αστυνομία εναντίων των αριστερών συνδικαλιστών.[114]

Η δράση τόσο του Ελλαδικού όσο και του κυπριακού παραρτήματος, φαίνεται να σταματά το 1950.[115] Στις 10 Μαρτίου του 1954, με την άτυπη έγκριση της κυβέρνησης Παπάγου, ο Γρίβας αποβιβάστηκε στην Κύπρο,[112] και σε συνεργασία με τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες οργάνωσε τις παραστρατιωτικές ομάδες της ΕΟΚΑ.[116]

Υστεροφημία

Επεξεργασία

Μετεμφυλιακή περίοδος

Επεξεργασία

Βασιλικό διάταγμα του Μαρτίου του 1950 αναγνώρισε τη «Χ» ως μία από τις «εθνικώς δρασάσας κατά του κατακτητού κατά την κατοχήν [...] Οργανώσεις Εσωτερικής Αντιστάσεως» και το Γρίβα ως αρχηγό της από το καλοκαίρι του 1941 ως το Μάρτιο του 1945.[117] Στη συλλογική συνείδηση ταυτίστηκε με τον φιλομοναρχισμό, τον βίαιο αντικομμουνισμό και τον αντικοινοβουλευτισμό.[118] Η μάχη του Θησείου ιδεολογικοποιήθηκε και, παρότι αποτελούσε ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική ήττα, παρουσιαζόταν από το μετεμφυλιακό κράτος ως ένα εθνικιστικό έπος.[85]

Μεταπολίτευση

Επεξεργασία

Την δεκαετία του 1980 ορισμένα μέλη της νεολαίας της Νέας Δημοκρατίας, ανατρέχοντας στο παρελθόν της ελληνικής άκρας δεξιάς, χρησιμοποιούσαν το σύνθημα «Ζήτωσαν οι Χίτες και οι ταγματασφαλίτες, ζήτω η ΟΝΝΕΔ και οι ΔΑΠίτες».[119] Στα τέλη της δεκαετίας του '90, λίγοι νοσταλγοί της εθνικοφροσύνης και μέλη της Χρυσής Αυγής πραγματοποιούσαν ένα επετειακό μνημόσυνο για την άμυνα της «Χ» στο Θησείο, με στήριξη του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Καρατζαφέρη και του τηλεοπτικού σταθμού του, Telecity.[120] Υποστηρικτές της οργάνωσης αρνούνται τις σχέσεις της με τους Άγγλους και ότι συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατά την Κατοχή.[121]

Τη δεκαετία του 2000, εκδόθηκαν τα έργα «Ο Γρίβας και η «Χ»: Το Χαμένο Αρχείο» και «Οργάνωσις Χ, Τρία χρόνια τρεις αιώνες», σε μία -κατά τον Δημήτρη Κουσουρή- προσπάθεια εθνικιστικής αποκατάστασης του Γρίβα.[122] Μέλη της Χρυσής Αυγής έχουν επίσης χρησιμοποιήσει δημόσια συνθηματολογία υπέρ των χιτών,[123] ενώ το 2010 ο τότε «υπαρχηγός» της, Ηλίας Κασιδιάρης, είχε γράψει μια συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Τομέας Χ, που αναφερόταν στην οργάνωση «Χ», και παραλληλιζόταν η δράση των χρυσαυγιτών στο κέντρο της Αθήνας με τη δράση των χιτών στο Θησείο.[124]

Δείτε επίσης

Επεξεργασία

Σημειώσεις

Επεξεργασία
  1. Βρετανικές εκθέσεις της περιόδου αναφέρουν πως το σύνολο των μελών της «Χ» και των παραστρατιωτικών δυνάμεων ανέρχεται σε πάνω από 200.000.[3] Ο Δημητρής Κουσουρής αναφέρει πως παρότι ο αριθμός κρίνεται ως διογκωμένος καθώς συνυπολογίζονται διπλοεγγραφές, είναι «ενδεικτικός της συνέχειας και της κινητικότητας αυτού του πολιτικού χώρου».[3]
  2. Η αντιστασιακή της δράση, αξιολογείται από τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη ως «εντελώς περιθωριακή»[17], ενώ από τον Ιάσονα Χανδρινό ως «μηδενική».[18] Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αλέξης Αλέκου αναφέρει πως ως το 1943 η οργάνωση ήταν «άγνωστη και ασήμαντη».[19] Πηγές φίλα προσκείμενες στη Χ, αναφέρουν 3 εκτελεσθέντες από τις κατοχικές δυνάμεις, ολόκληρη την περίοδο της κατοχής.[20]
  3. Ο Χάγκεν Φλάισερ αναφέρει πως η ιδεολογική μεταστροφή του αρχηγού της Χ, έγινε προκειμένου να εκμεταλλευτεί πολιτικά τον μοναρχικό χώρο.[29]
  4. Η στενή συνεργασία Ειδικής Ασφάλειας και «Χ» μαρτυρείται και σε καταθέσεις στις μεταπολεμικές δίκες των δωσιλόγων.[42]
  5. Ως θύματα της ΟΠΛΑ και του ΕΛΑΣ κατά την Κατοχή φέρονται 52 Χίτες,[45] από τους οποίους έχουν ταυτοποιηθεί 34.[46]
  6. Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Κώστα Κατσούδα, η πλήρης συνεργασία μεταξύ Χ και Βέρμαχτ δεν πραγματώθηκε καθώς, κατά πάσα πιθανότητα, η οργάνωση επιδίωκε μία συγκαλυμμένη συμπόρευση με τους κατακτητές, με αποτέλεσμα να απορριφθούν οι όροι που ενδεχομένως να είχε θέσει ο Γρίβας. Το εμπόδιο αυτό, ξεπεράστηκε μέσα από τα Τάγματα Ασφαλείας και την Ειδική Ασφάλεια.[49] Ο Χάγκεν Φλάισερ αναφέρει πως το κύρος του Γρίβα στους Γερμανούς ήταν χαμηλό, οι οποίοι τον θεωρούσαν «ασήμαντο».[50]
  7. Η Χ, παρά τη στενή συνεργασία της με τα Τάγματα Ασφαλείας, απέφυγε την πλήρη ταύτιση μαζί τους καθώς αποτελούσαν έναν αναλώσιμο στρατό, σε βαθμό που ταγματασφαλίτες αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς τον Ιούνιο του 1944, να συλλάβουν το Γρίβα στο σπίτι του.[18]
  8. Ο Δημήτρης Κουσουρής αναφέρει πως η οργάνωση αγόραζε τα όπλα της κατευθείαν από τους Γερμανούς.[60]
  9. «[X] claimed to have been a resistance movement during the occupation. If that claim were true, it would be classifiable as the only resistance organisation of the right then active in Athens; but in fact its name was unknown until shortly before the Germans left; and even then the name signified nothing connected with resistance. Only in the years immediately after the war did it acquire significance; the sinister significance of a Ku Klux Klan.» Παρατίθεται στο: Woodhouse 1948, σελ. 31
  10. Ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου αναφέρει πως είναι λανθασμένος ο ορισμός του Γρίβα ως φασίστα καθώς «δεν διέθετε την πνευματική συγκρότηση ώστε να ακολουθήσει ένα σύστημα σκέψης- έστω το φασιστικό».[71]
  11. Αριστερές πηγές αναφέρουν πως ο Κοντοβουνήσιος χρησιμοποίησε τον γιό του σαν ασπίδα και σκοτώθηκε από διασταυρούμενα πυρά, ενώ δεξιές πως αποτέλεσε σκόπιμα στόχο, και επάνω του χαράχθηκε το γράμμα «Χ».[97]

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. 1,0 1,1 1,2 Κατσούδας 2017, σελ. 83.
  2. 2,0 2,1 2,2 Νικολακόπουλος 2016, σελ. 70.
  3. 3,0 3,1 Κουσουρής 2014, σελ. 193-94 σημ.44
  4. Χονδροματίδης 2017, σελ. 190
  5. Καρακατσιάνης 2009, σελ. 34.
  6. 6,0 6,1 6,2 6,3 Χανδρινός 2013, σελ. 1.
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 Κατσούδας 2017, σελ. 79.
  8. Χανδρινός 2013, σελ. 1-2· Πριόβολος 2018, σελ. 320· Κατσούδας 2017, σελ. 79.
  9. Χανδρινός 2013, σελ. 2· Κατσούδας 2017, σελ. 82.
  10. Χανδρινός 2013, σελ. 2.
  11. Alecou 2016, σελ. 79.
  12. Κατσούδας 2017, σελ. 82, 84.
  13. 13,0 13,1 Κατσούδας 2017, σελ. 82-3.
  14. Πριόβολος 2018, σελ. 320.
  15. Πριόβολος 2018, σελ. 320-1.
  16. Hondros 1983, σελ. 133· Χανδρινός 2013, σελ. 3.
  17. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 234
  18. 18,0 18,1 Χανδρινός 2013, σελ. 7
  19. Alecou 2016, σελ. 78
  20. Κωστόπουλος 2016, σελ. 115-16 σημ. 71
  21. Κατσούδας 2017, σελ. 80-1.
  22. Κατσούδας 2017, σελ. 81.
  23. Φλάισερ 1995, σελ. 41, 46.
  24. Κατσούδας 2017, σελ. 85.
  25. Χατζηβασιλείου 2016, σελ. 24.
  26. Κατσούδας 2017, σελ. 81-2.
  27. Κατσούδας 2017, σελ. 80.
  28. Φλάισερ 1995, σελ. 46, 38.
  29. Φλάισερ 1995, σελ. 38
  30. 30,0 30,1 Φλάισερ 1995, σελ. 362.
  31. Φλάισερ 1995, σελ. 362-65.
  32. Φλάισερ 1995, σελ. 37.
  33. Alecou 2016, σελίδες 78-79.
  34. Χαραλαμπίδης 2012, σελίδες 234-35· Κατσούδας 2017, σελ. 87.
  35. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 235
  36. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 236-9
  37. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 236, 238
  38. Πριόβολος 2018, σελίδες 323-24· Χανδρινός 2012, σελ. 208.
  39. Πριόβολος 2018, σελ. 324.
  40. Χανδρινός 2013, σελίδες 5-7· Πριόβολος 2018, σελ. 325.
  41. Χανδρινός 2013, σελ. 7.
  42. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 226-7
  43. Πριόβολος 2018, σελ. 322.
  44. Κατσούδας 2017, σελ. 87.
  45. Κωστόπουλος 2016, σελ. 115 σημ. 71
  46. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 303, σημ. 84
  47. Φλάισερ 2006, σελίδες 92-3· Φλάισερ 1995, σελ. 36.
  48. 48,0 48,1 Φλάισερ 1995, σελ. 36.
  49. Κατσούδας 2017, σελ. 87-8
  50. Φλάισερ 2006, σελ. 93
  51. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 238· Μαζάουερ 1994, σελ. 378.
  52. Κατσούδας 2017, σελ. 88.
  53. Κωστόπουλος 2015, σελ. 109.
  54. Πριόβολος 2018, σελ. 114-5.
  55. Λυγούρα 2010, σελ. 436.
  56. Κατσούδας 2017, σελ. 89-90.
  57. Πριόβολος 2018, σελ. 115.
  58. Κωστόπουλος 2015, σελ. 108· Κατσούδας 2017, σελ. 86.
  59. Φλάισερ 2006, σελ. 93· Φλάισερ 1995, σελ. 36.
  60. Κουσουρής 2014, σελ. 101
  61. Φλάισερ 1995, σελ. 38.
  62. Φλάισερ 1995, σελ. 36· Assos 2018, σελ. 21.
  63. Woodhouse 1958, σελ. 144.
  64. Φλάισερ 1995, σελ. 36-8.
  65. Χανδρινός 2012, σελ. 129· Χανδρινός 2013, σελ. 8.
  66. 66,0 66,1 Χατζηβασιλείου 2016, σελ. 23.
  67. Μαζάουερ 1994, σελ. 378.
  68. Κουσουρής 2014, σελ. 100-1.
  69. Κουσουρής 2014, σελ. 82, 115, 123.
  70. 70,0 70,1 Alecou 2016, σελ. 80.
  71. Χατζηβασιλείου 2016, σελ. 24
  72. Κατσούδας 2014, σελ. 24.
  73. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 320-3.
  74. Κουσουρής 2014, σελ. 100-1, Κατσούδας 2017, σελ. 91-2.
  75. Κατσούδας 2017, σελ. 92-3.
  76. Κατσούδας 2017, σελίδες 92-3· Κουσουρής 2014, σελίδες 101,316.
  77. Χανδρινός 2012, σελ. 276· Κουσουρής 2014, σελ. 101 σημ. 25.
  78. Χανδρινός 2012, σελ. 277· Κατσόυδας 2017, σελ. 93.
  79. Χαραλαμπίδης 2014, σελ. 47.
  80. Κατσούδας 2017, σελ. 93-4.
  81. 81,0 81,1 Χαραλαμπίδης 2014, σελ. 87.
  82. Χαραλαμπίδης 2014, σελ. 87-8.
  83. 83,0 83,1 83,2 83,3 Χανδρινός 2013, σελ. 11.
  84. Χαραλαμπίδης 2014, σελ. 88.
  85. 85,0 85,1 85,2 Κατσούδας 2017, σελ. 96.
  86. Χανδρινός 2013, σελ. 11· Κατσούδας 2017, σελ. 96.
  87. 87,0 87,1 Κατσούδας 2017, σελ. 97.
  88. Κατσούδας 2014, σελ. 25· Κατσούδας 2017, σελ. 98.
  89. Κατσούδας 2017, σελ. 98.
  90. Alecou 2016, σελίδες 81-2.
  91. Close 1995, σελ. xiv.
  92. Close 1995, σελ. 153.
  93. Χαραλαμπίδης 2012, σελ. 343.
  94. Χαραλαμπίδης 2014, σελ. 324.
  95. Close 1995, σελ. 156.
  96. Καρακατσιάνης 2010, σελ. 266· Καρακατσιάνης 2009, σελίδες 34-5· Βόγλης 2016, σελ. 145.
  97. Καρακατσιάνης 2009, σελ. 34· Καρακατσιάνης 2010, σελ. 266.
  98. 98,0 98,1 98,2 Βόγλης 2016, σελ. 145.
  99. Κουσουρής 2014, σελ. 486-87.
  100. Καλύβας & Μαραντζίδης 2016, σελ. 336· Βόγλης 2016, σελ. 145· Κουσουρής 2014, σελίδες 486-87.
  101. Καλύβας & Μαραντζίδης 2016, σελ. 336· Βόγλης 2016, σελ. 145.
  102. Κουσουρής 2014, σελ. 487.
  103. Καλύβας & Μαραντζίδης 2016, σελ. 336· Κουσουρής 2014, σελ. 487.
  104. Καλύβας & Μαραντζίδης 2016, σελ. 336· Close 1995, σελ. 156-9· Καρακατσιάνης 2009, σελίδες 34-5.
  105. Close 1995, σελ. 157.
  106. Close 1995, σελ. xiv· Χανδρινός 2013, σελ. 15.
  107. Κατσούδας 2014, σελ. 25
  108. Alecou 2016, σελ. 82-3.
  109. Αλεξόπουλος 1977, σελίδες 87-9· Παπαπολυβίου 2012, σελ. 196.
  110. Παπαπολυβίου 2012, σελ. 196.
  111. 111,0 111,1 Παπαπολυβίου 2012, σελ. 209.
  112. 112,0 112,1 Παπαπολυβίου 2012, σελ. 208.
  113. 113,0 113,1 113,2 Alecou 2018, σελ. 146.
  114. Alecou 2018, σελίδες 148-49.
  115. Alecou 2018, σελ. 149-50.
  116. Κουσουρής 2014, σελ. 625.
  117. ΦΕΚ 1950, σελ. 416-17.
  118. Χανδρινός 2013, σελ. 13.
  119. Χανδρινός 2013, σελ. 15· Μπασκόζος 2012, σελ. 1.
  120. Ο Ιός 1998, σελ. 1.
  121. Ο Ιός 1999.
  122. Κουσουρής 2014, σελ. 625 υπ 18.
  123. Μπασκόζος 2012.
  124. Ψαρράς 2012, σελ. 299–300.

Ελληνόγλωσση βιβλιογραφία

Επεξεργασία

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Επεξεργασία

Εφημερίδες

Επεξεργασία