Για ομώνυμα λήμματα, δείτε: Παλαίφατος (αποσαφήνιση).

Ο Παλαίφατος ήταν συγγραφέας άγνωστης εποχής από την Αίγυπτο ή την Αθήνα.[1]

Παλαίφατος
Γέννηση4ος αιώνας π.Χ.
Θάνατος3ος αιώνας π.Χ.
Χώρα πολιτογράφησηςΑρχαία Αθήνα
Ιδιότητασυγγραφέας, ιστορικός και μυθογράφος
Σημαντικά έργαΠαλαιφάτου Περί απίστων
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη

Η Σούδα μνημονεύει τα έργα του:

  • Αἰγυπτιακὴ θεολογία,
  • Μυθικά,
  • Λύσεις τῶν μυθικῶς εἰρημένων,
  • Ὑποθέσεις εἰς Σιμωνίδην,
  • Ἱστορία ἰδία, και
  • Τρωικά.[2]
    Μόνο όμως από το τελευταίο (Τρωικά) διασώθηκαν κάποια αποσπάσματα.

Περί απίστωνΕπεξεργασία

Στον Παλαίφατο αυτόν αποδίδεται συχνά (χωρίς όμως μεγάλη βεβαιότητα) και ένα μικρό έργο που διασώθηκε μέχρι σήμερα με τίτλο Παλαιφάτου Περί απίστων [περί απίστευτων ιστοριών]. Η Σούδα πάντως το αναφέρει ως έργο του Παλαίφατου του Πάριου, ενώ ορισμένοι νεώτεροι μελετητές το αποδίδουν σε κάποιον ψευδο-Παλαίφατο, άγνωστο κατά τα άλλα.

Στο κείμενο αυτό ο Παλαίφατος (όποιος και αν ήταν αυτός) αφηγείται εν συντομία 52 μύθους και προσπαθεί να ανιχνεύσει το "πραγματικό" τους περιεχόμενο και την "αλήθεια" στην οποία αυτές παραπέμπουν[3]. Το έργο θεωρείται επιτομή ενός μεγαλύτερου χαμένου συγγράμματος. Πρωτοεκδόθηκε στη Βενετία το 1505 από τον Άλδο Μανούτιο.[4][5]

Παταπομπές & ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Λεξικόν Σουΐδα, λήμμα: "Παλαίφατος Αιγύπτιος".
  2. Σύμφωνα με την Σούδα, ορισμένοι απέδιδαν τα Τρωικά στον Παλαίφατο τον Πάριο, και κάποιο άλλοι στον Παλαίφατο τον Αθηναίο (τον γιο του μυθικού Ακταίωνα)
  3. Στην πραγματικότητα δίνονται "εξηγήσεις" μόνο για τις 45 πρώτες ιστορίες. Οι τελευταίες επτά φαίνεται πως αποτελούν προσθήκες ενός μεταγενέστερου συγγραφέα, είναι γραμμένες σε διαφορετικό ύφος και δεν περιλαμβάνουν επεξηγήσεις των μύθων που διηγούνται.
  4. W. Smith, A Dictionary of Greek and Roman biography and mythology, "Palaephatus 4".
  5. Νεοελληνικές εκδόσεις:
    Παλαιφάτου Περί απίστων (αρχαίο κείμενο και μετάφραση), εκδ. Βάνιας, 2000.
    Έφορος, Παλαίφατος Άπαντα (αρχαίο κείμενο και μετάφραση), εκδ. Κάκτος, 2001.