Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο όρος Παλιρροϊκός (στα αγγλικά: tidal[1][2]), είναι νεότερος όρος που εισήγαγε ο Έλληνας αστρονόμος Δημήτριος Αιγινήτης από τον οποίο και τελικά καθιερώθηκε για ορισμένες περιπτώσεις περισσότερο σε επιστημονικές αναφορές[3][4] αντί του παλιρροιακός που ίσχυε γενικά μέχρι την περίοδο εκείνη.

Παλιρροιακός - ΠαλιρροϊκόςΕπεξεργασία

Αν και πολλές πηγές παρουσιάζουν τους όρους ως συνώνυμους[5] εντούτοις υφίσταται κάποια εννοιολογική διαφορά.

  1. Παλιρροιακός είναι όρος που αποδίδεται ως χαρακτηρισμός σε οτιδήποτε προέρχεται ή ανάγεται στην παλίρροια της θάλασσας.
  2. Παλιρροϊκός είναι όρος που αποδίδεται[6] ως χαρακτηρισμός σε οτιδήποτε προέρχεται ή ανάγεται σε σταθερή περιοδική μεταβολή εκτός από την παλίρροια της θάλασσας, όπως π.χ. Παλιρροϊκή τριβή στην αστρονομία, ή σε γεγονότα της ατμοσφαιρικής παλίρροιας (αυξομειώσεις βαρομετρικού).

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. EIONET Gemet Thesaurus
  2. Dictionary.com
  3. παλιρροϊκός κυματισμός, χρήση σε κείμενο με τίτλο Τα τσουνάμι του Αιγαίου, Nikaria.gr
  4. παλιρροϊκά κύματα βαρύτητας, χρήση σε κείμενο
  5. Μετάφραση στο λεξικό Babylon
  6. Χρήσεις