Συντεταγμένες: 40°38′0″N 22°32′0″E / 40.63333°N 22.53333°E / 40.63333; 22.53333

Το Πλατύ είναι πεδινή κωμόπολη του δήμου Αλεξάνδρειας του νομού Ημαθίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ο πληθυσμός του ανέρχεται στους 2.083 κατοίκους.[1] Επεκτάθηκε οικιστικά κυρίως το 1925 από Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας που προέρχονταν κατά κύριο λόγο από τα Φάρασα της Καππαδοκίας και τα γύρω χωριά. Είναι ένας από τους σημαντικότερους σιδηροδρομικούς κόμβους της Ελλάδας. Έχει σημαντική βιομηχανία (εργοστάσιο ζάχαρης, ζωοτροφών, μονάδα επεξεργασίας φρούτων, καλλυντικών προϊόντων, εργοστάσιο γάλακτος) και μεγάλη αγροτική οικονομία που βασίζεται κυρίως στο βαμβάκι, τις δενδρώδεις καλλιέργειες και τα ζαχαρότευτλα. Το Πλατύ ήταν από το 1997 μέχρι το 2011 έδρα του καποδιστριακού δήμου Πλατέος.

Πλατύ
Το πρώην δημαρχείο Πλατέος.
Τοποθεσία στον χάρτη
Τοποθεσία στον χάρτη
Πλατύ
Διοίκηση
ΧώραΕλλάδα
ΔήμοςΑλεξάνδρειας
Γεωγραφία και στατιστική
ΝομόςΗμαθίας
Υψόμετρο9
Πληθυσμός2.083 (2011)
Ταχ. κωδ.590 32
Τηλ. κωδ.2330-63

Γενικά και ιστορικά στοιχείαΕπεξεργασία

Κατά την ύστερη περίοδο της Τουρκοκρατία, στη θέση που βρίσκεται το σημερινό χωριό υπήρχε τσιφλίκι στο οποίο ζούσαν Έλληνες κολίγοι[2]. Ωστόσο, σύμφωνα με έκθεση του επιθεωρητή των ελληνικών σχολείων στη Μακεδονία, Δ. Σάρρου που χρονολογείται το 1906, οι συγκεκριμένοι κάτοικοι είχαν αντικατασταθεί από μουσουλμάνους Ρομά.[3] Τον Οκτώβριο του 1912, κατά τις πρώτες μέρες του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, σημειώθηκε στην περιοχή του Πλατέος μάχη μεταξύ ελληνικών και οθωμανικών στρατιωτικών δυνάμεων, η οποία ολοκληρώθηκε με ελληνική επικράτηση.[4] Κατά την απογραφή του 1920 το Πλατύ ήταν συνοικισμός του Γιδά, είχε 61 κατοίκους και ανήκε στον νομό Θεσσαλονίκης.

 
Το «Σπίτι του Εποικισμού» (λαογραφικό μουσείο μικρασιατικού συλλόγου).

Μετά το 1924, στο πλαίσιο της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, εγκαταστάθηκαν τμηματικά στο Πλατύ Έλληνες πρόσφυγες από τα χωριά της περιοχής των Φαράσων της Καππαδοκίας (Βαρασός, Αφσάρι, Τσουχούρι, Καρσαντί, Σατί, Χοστσά και Κίσκα)[5] πρώτα σε πρόχειρα παραπήγματα[6] και κατόπιν σε οικίες που κτίστηκαν από την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων.[7] Ως πρόσωπο που συνέβαλε καθοριστικά στην εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή αναφέρεται ο - επίσης Φαρασιώτης - Ευάγγελος Παπασάββας.[8] Κατά τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασής τους, οι πρόσφυγες αντιμετώπισαν σοβαρά προβλήματα υγείας εξαιτίας της ελονοσίας, μετρώντας αρκετά θύματα.[9][10] Παράλληλα, την ίδια περίοδο χρησιμοποιούσαν το Πλατύ ως χειμερινό τόπο διαμονής για τους ίδιους και τα κοπάδια τους διάφορες οικογένειες Βλάχων κτηνοτρόφων, ορισμένες από τις οποίες εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα τη δεκαετία του 1950.[2] Στον οικισμό κατοικούν και μερικές οικογένειες Ποντίων.[11] Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, το Πλατύ (αλλά και η ευρύτερη περιοχή της Αλεξάνδρειας και του Λουδία) αποτελούσε κατά τους εαρινούς μήνες πόλο έλξης για μερίδα των μελισσοκόμων της Χαλκιδικής.[12]

Παρατηρήθηκε μείωση του πληθυσμού κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960, η οποία οφείλεται σε μετανάστευση οικογενειών στην Αυστραλία και εργατών στη Δυτική Γερμανία. Λόγω της μαζικής παρουσίας κατοίκων προερχόμενων από τα Φάρασα, το Πλατύ συγκαταλεγόταν για δεκαετίες στις περιοχές όπου βρισκόταν σε χρήση η φαρασιώτικη διάλεκτος της ελληνικής.[13]

Διοικητικά, το 1932 το Πλατύ αναγνωρίστηκε ως έδρα κοινότητας,[14] ενώ το 1946 αποσπάστηκε από τον νομό Θεσσαλονίκης και υπήχθη στον νομό Ημαθίας.[15] Από το 1997 μέχρι το 2011 έδρα του ομώνυμου καποδιστριακού δήμου Πλατέος και έκτοτε ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Αλεξάνδρειας.

ΠολιτισμόςΕπεξεργασία

Στο Πλατύ δραστηριοποιούνται τρεις πολιτιστικοί σύλλογοι: των Καππαδοκών («Ο Βαρασός»), των Ποντίων («Οι Κομνηνοί»), καθώς και έτερος υπό την ονομασία «Αστερούπολη».[16] Επίσης στην κωμόπολη εδρεύει αθλητικός σύλλογος με την ονομασία Αγροτικός Αστέρας.[17] Επιπλέον, λειτουργούν δημοτική δανειστική βιβλιοθήκη[18] και δημοτικό θέατρο χωρητικότητας περίπου 200 θέσεων, το οποίο στεγάζεται σε αίθουσα του πρώην δημαρχείου.

ΜεταφορέςΕπεξεργασία

Σιδηροδρομικές μεταφορέςΕπεξεργασία

 
Άποψη του σιδηροδρομικού σταθμού.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός Πλατέος βρίσκεται στη γραμμή Αθηνών - Θεσσαλονίκης και αναφέρεται ως σημαντικός κόμβος.[19] Στο Πλατύ η σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας-Θεσσαλονίκης αποκτά και ένα δεύτερο κλάδο, αυτόν προς Βέροια-Έδεσσα-Φλώρινα ενώ ο κεντρικός κορμός συνεχίζει προς Κατερίνη-Λάρισα-Αθήνα. Από το 2007, εξυπηρετείται από τον προαστιακό Θεσσαλονίκης ο οποίος συνδέει την πόλη με τη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα και την Έδεσσα.

Απογραφές πληθυσμούΕπεξεργασία

Απογραφή 1913 1920 1928 1940 1951 1961 1971 1981 1991 2001 2011
Πληθυσμός 38[20] 61[21] 744[22] 2.094[23] 2.154[24] 1.897[19] 1.930[25] 2.088[26] 2.498[27] 2.299[27] 2.083[1]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Εφημερίς της Κυβερνήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, τεύχος Δεύτερο, 20 Μαρτίου 2014, αρ. φύλλου 698, σελ. 10510.
  2. 2,0 2,1 Αστέριος Ι. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τόμος Δ΄. Οι Βεργιάνοι Βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι της Κεντρικής Μακεδονίας, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001, σελ. 258-259.
  3. Ντελιόπουλου, Γεωργίου (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2009). «Η κατάσταση της Παιδείας στις αρχές του 20ου αιώνα με βάση τις καταγραφές του επιθεωρητή Δ.Μ. Σαρρού». Χρονικά Ιστορίας και Πολιτισμού Νομού Ημαθίας (Έτος Β΄, 6): 14. http://medusa.libver.gr/jspui/bitstream/123456789/3036/14/bitstream_11010.pdf. 
  4. Γιάννης Δ. Μοσχόπουλος, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1980 - 1988, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 68-70.
  5. Συμεών Κοιμίσογλου, Καππαδοκία. Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός, ILP Productions, Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 523, 528-532.
  6. Γιάννη Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1982, τόμος Β΄ (Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας), σελ. 316.
  7. Ι. Σ. Κολιόπουλος – Ι. Δ. Μιχαηλίδης (επιμ.), Oι Πρόσφυγες στη Mακεδονία.Aπό την τραγωδία στην εποποιΐα, Ε.Μ.Σ. – Μίλητος, Αθήνα 2009, σελ. 216, 220.
  8. Παπαδόπουλος, Ιορδάνης Β. (Μάιος-Ιούνιος 1998). «Οι Φαρασιώτες από το Ρουμ Ναχιεσί της Καππαδοκίας στο Ρουμλούκι της Μακεδονίας». Δημόραμα (Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Πλατέος) (3): 50. http://medusa.libver.gr/jspui/handle/123/9680. 
  9. Λάζαρος Μ. Κελεκίδης, Τα Φάρασα της Καππαδοκίας. Μνήμες Φαρασιωτών γερόντων, Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου Μοναζουσών «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης, 2005, σελ. 104.
  10. Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, 1982, Β΄, σελ. 316, 321.
  11. Κοντογιαννίδης, Ρωμανός (11 Ιανουαρίου 2016). «Ο γενετιστής Κ. Τριανταφυλλίδης στο pontos-news.gr: «Ελάχιστες οι προσμίξεις στο DNA των Ελλήνων εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια»». pontos-news.gr. Pontos News. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2020. 
  12. Georg Eckert (μτφ. Δημ. Ι. Θωίδης), Η νομαδική μελισσοκομία στη Χαλκιδική, Λέσχη Πολιτισμού Φλώρινας-Πολιτιστικός Σύλλογος Αρμενοχωρίου-Μελισσοκομικός Συνεταιρισμός Φλώρινας ''Η Μέλισσα'', Φλώρινα 2000, σελ. 8-9.
  13. Τομπαΐδης, Δημήτρης (1992). «Η τύχη των μικρασιατικών ιδιωμάτων στον ελληνικό χώρο». Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών) 9: 243, 247. 
  14. Δ. 9-3-1932, ΦΕΚ Α 71/1932
  15. «ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ, ΑΝΑ ΝΟΜΟ - ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ». eetaa.gr. ΕΕΤΑΑ. Ανακτήθηκε στις 16 Μαρτίου 2020. 
  16. «Στοιχεία φορέων ή Συλλόγων, Πολιτιστικοί σύλλογοι». culture.alexandria.gr. Δήμος Αλεξάνδρειας. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2020. 
  17. «Αθλητικοί Σύλλογοι, Ήθη και έθιμα». culture.alexandria.gr. Δήμος Αλεξάνδρειας. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2020. 
  18. Γεωργιάδου, Αγαθούλα (27 Οκτωβρίου 2016). «Δημοτική Βιβλιοθήκη Πλατέος: Το έργο και οι ανάγκες της». emvolos.gr. Έμβολος. Ανακτήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 2020. 
  19. 19,0 19,1 Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαιδεία Πάπυρος-Λαρούς, Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος, Αθήναι 1964, τόμος 11ος, σελ. 188.
  20. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής (1915). Απαρίθμησις των κατοίκων των νέων επαρχιών της Ελλάδος του έτους 1913 (PDF). Αθήναι: Εθνικόν Τυπογραφείον. σελ. 12. 
  21. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Διεύθυνσις Στατιστικής (1921). Πληθυσμός του Βασιλείου της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 19 Δεκεμβρίου 1920 (PDF). Αθήναι: Εθνικόν Τυπογραφείον. σελ. 114. 
  22. Βασίλειον της Ελλάδος, Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (1935). Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 15-16 Μαΐου 1928: Πραγματικός πληθυσμός κυρωθείς δια του από 23 Νοεμβρίου 1928 Διατάγματος (PDF). Αθήναι: Εθνικόν Τυπογραφείον. σελ. 138. 
  23. Βασίλειον της Ελλάδος, Γενική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 16ης Οκτωβρίου 1940, Εν Αθήναις, 1950, σελ. 166.
  24. Βασίλειον της Ελλάδος, Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951, Εν Αθήναις, 1955, σελ. 71.
  25. Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νόμπελ, έκδοσις ε΄, εκδόσεις Χρ. Γιοβάνης, Αθήνα 1976-1977, τόμος 9ος, σελ. 3426.
  26. Ελληνική Δημοκρατία-Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος, Αποτελέσματα απογραφής πληθυσμού-κατοικιών της 5ης Απριλίου 1981, τόμος Ι (Πληθυσμός κατά γεωγραφικές και διοικητικές διαιρέσεις), Αθήνα 1994, σελ. 364.
  27. 27,0 27,1 «Μόνιμος και Πραγματικός Πληθυσμός της Ελλάδος: Σύνολο Ελλάδος,νομοί,δήμοι/κοινότητες,δημοτικα/κοινοτικά διαμερίσμα και οικισμοί, Απογραφές πληθυσμού 2001 και 1991». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 13 Ιουνίου 2006. Ανακτήθηκε στις 13 Ιουνίου 2006. 

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Λάζαρος Μ. Κελεκίδης, Τα Φάρασα της Καππαδοκίας. Μνήμες Φαρασιωτών γερόντων, Εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου Μοναζουσών «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης, 2005.
  • Συμεών Κοιμίσογλου, Καππαδοκία. Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός, ILP Productions, Θεσσαλονίκη 2005.
  • Αστέριος Ι. Κουκούδης, Μελέτες για τους Βλάχους, τόμος Δ΄. Οι Βεργιάνοι Βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι της Κεντρικής Μακεδονίας, εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2001.
  • Γιάννης Δ. Μοσχόπουλος, Ρουμλουκιώτικα Σημειώματα 1980 - 1988, Θεσσαλονίκη 1989.
  • Γιάννη Μουρέλου (επιμ.), Η Έξοδος, τόμος Β΄ (Μαρτυρίες από τις επαρχίες της Κεντρικής και Νότιας Μικρασίας), Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1982.
  • Τομπαΐδης, Δημήτρης (1992). «Η τύχη των μικρασιατικών ιδιωμάτων στον ελληνικό χώρο». Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (Αθήνα: Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών) τόμος 9.

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία