Πνευμονική υπέρταση

Η πνευμονική υπέρταση (αγγλ. pulmonary hypertension) είναι συχνή παθολογική κατάσταση, κατά την οποία παρατηρείται αυξημένη πίεση στα αιμοφόρα αγγεία, τα οποία παραλαμβάνουν το οξυγόνο από τους πνεύμονες. Το αίμα που έτσι έχει οξυγονωθεί πλήρως, κατευθύνεται προς όλο το ανθρώπινο σώμα μέσω των βασικών αντλιών της καρδιάς.[1]

Σχηματική απεικόνιση – Πνευμονική υπέρταση.

ΓενικάΕπεξεργασία

Η εν λόγω υπέρταση είναι μια σοβαρή πάθηση, σχετίζεται άμεσα με το αναπνευστικό κύκλωμα της κυκλοφορίας, και προοδευτικά εξελίσσεται και χειροτερεύει με την πάροδο των χρόνων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η πνευμονική υπέρταση δεν σχετίζεται άμεσα με την υπέρταση η οποία είναι γενικότερη πάθηση, βλ. συστηματική υπέρταση, και σαφώς επηρεάζει το ευρύτερο κυκλοφορικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού.

Η πνευμονική υπέρταση, στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχει γενετική αιτιολογία.[2]

Τι είναι πνευμονική υπέρταση;Επεξεργασία

Ορίζεται ως η αυξημένη πίεση, πολύ πιο πάνω από τα φυσιολογικά όρια, ακριβώς στα αιμοφόρα αγγεία που πηγαίνουν στους πνεύμονες του οργανισμού και επιστρέφουν το οξυγονωμένο αίμα στην καρδιά. Για την ακρίβεια η πνευμονική υπέρταση (σε κατάσταση ηρεμίας) είναι υψηλότερη από το επίπεδο των 25 mm Hg, έως και 30 mm Hg (όταν φυσιολογική τιμή της πνευμονικής αρτηρίας θεωρούνται περίπου τα 12-14 mmHg, σε ήρεμη κατάσταση).

ΤύποιΕπεξεργασία

Υπάρχουν δύο διαφορετικοι τύποι: η πρωτοπαθής και η δευτεροπαθής.

Η πρωτοπαθής πνευμονική υπέρταση είναι σαφώς μια ανεξάρτητη πάθηση. Αντίθετα, η δευτεροπαθής συμβαίνει εξαιτίας ορισμένου άλλου υποκείμενου νοσήματος, λ.χ. καρδιακή δυσπλασία.

ΣυμπτώματαΕπεξεργασία

Οι περισσότεροι ασθενείς, με πνευμονική υπέρταση, έχουν συνεχώς δύσπνοια. Πρόσθετα, πιθανά συμπτώματα της πάθησης αυτής είναι: αδυναμία, κόπωση ή και εξάντληση, όπως και λιγότερο συχνά, λιποθυμία ή ζάλες.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία