Πολιορκία της Λα Ροσέλ (1627-1628)

Κορύφωση του πολέμου μεταξύ Καθολικών και Ουγενότων στη Γαλλία (1627-1628)

Η πολιορκία της Λα Ροσέλ (γαλλικά: Le Siège de La Rochelle) ήταν μέρος των πολεμικών επιχειρήσεων που διεξήγαγαν ο Λουδοβίκος ΙΓ΄ και ο καρδινάλιος Ρισελιέ εναντίον των Ουγενότων της Λα Ροσέλ το 1627–28, με την επιθυμία να τους υποτάξουν στη βασιλική εξουσία και να τους αποτρέψουν από τη σύσταση «Κράτους εντός του Κράτους». [1]

Η πολιορκία της Λα Ροσέλ
Siege of La Rochelle 1881 Henri Motte.png
Ο καρδινάλιος Ρισελιέ στην πολιορκία της Λα Ροσέλ, πίνακας του Ανρί-Πωλ Μοτ, 1881
Χρονολογία1627–28
ΤόποςΛα Ροσέλ, Νέα Ακουιτανία
ΈκβασηΒασιλική νίκη
Αντιμαχόμενοι

Η πολιορκία σηματοδότησε τον αγώνα μεταξύ των Καθολικών και των Προτεσταντών στη Γαλλία και ολοκληρώθηκε με μια πλήρη νίκη του βασιλιά Λουδοβίκου ΙΓ΄ και των Καθολικών.[2]

ΙστορικόΕπεξεργασία

Η Λα Ροσέλ ήταν ένα από τα προπύργια που παραχωρήθηκαν στους Προτεστάντες με το Έδικτο της Νάντης, 30 χρόνια νωρίτερα, στο τέλος των Θρησκευτικών πολέμων της Γαλλίας. Η δολοφονία του Ερρίκου Δ΄της Γαλλίας το 1610 οδήγησε στην αντιβασιλεία της Μαρίας των Μεδίκων κατά την ανηλικότητα του Λουδοβίκου ΙΓ΄. Η απομάκρυνσή της από την εξουσία το 1617 προκάλεσε μια σειρά εξεγέρσεων από ισχυρούς ευγενείς των επαρχιών, τόσο Καθολικούς όσο και Προτεστάντες (εξεγέρσεις των Ουγενότων), ενώ οι θρησκευτικές εντάσεις αυξήθηκαν από το 1618 με το ξέσπασμα του Τριακονταετούς Πολέμου. Παρά τη βασιλική κατάληψη του Σαιν-Ζαν-ντ'Ανζελί, ο αποκλεισμός της Λα Ροσέλ το 1622 ήταν ανεπιτυχής και η πόλη ήταν σε εξέγερση.[3]

Η κατάληψη της Λα Ροσέλ ήταν υψίστης σημασίας για τη γαλλική κυβέρνηση, καθώς η πόλη ήταν τότε η δεύτερη ή τρίτη μεγαλύτερη στη Γαλλία, με γύρω στους 30.000 κατοίκους, και ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας. Εκτός από τους δασμούς από τις εισαγωγές, ήταν επίσης ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς αλατιού, σημαντική πηγή φόρων για το κράτος, που την έκανε οικονομικά σημαντικότατη.[4][5]

Τον Ιούνιο του 1627, ο Κάρολος Α΄ της Αγγλίας έστειλε τον Τζωρτζ Βίλερζ δούκα του Μπάκιγχαμ με στόλο 80 πλοίων να ενθαρρύνει την εξέγερση στη Λα Ροσέλ. Ο αγγλικός στόλος κατέπλευσε στο Ιλ ντε Ρε, απέναντι από την πόλη των εξεγερμένων.

Η πολιορκίαΕπεξεργασία

 
Η Λα Ροσέλ κατά την πολιορκία
 
Η πολιορκία της Λα Ροσέλ, πίνακας του Κλωντ Λορραίν,1631

Ο καρδινάλιος Ρισελιέ, πρωθυπουργός του βασιλιά και αντιστράτηγος των στρατευμάτων, παρακολούθησε και ανέλαβε προσωπικά τις επιχειρήσεις. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1627, διέταξε την πολιορκία της πόλης. Η ψυχή της αντίστασης ήταν ο δήμαρχος Ζαν Γκιτόν (1585-1654), ένας δραστήριος εφοπλιστής που κράτησε το ηθικό των πολιορκημένων πολύ ψηλά. Ορκίστηκε να σκοτώσει τον πρώτο που θα μιλήσει για παράδοση: «Όσο απομένει ένας άντρας για να κλείσει τις πόρτες, είναι αρκετός!» Αλλά ο Ρισελιέ, αποφασισμένος να βάλει τέλος, για να κλείσει το λιμάνι και για να αποτρέψει τη βοήθεια των πολιορκημένων από τον βρετανικό στόλο, ο οποίος είχε φθάσει στο νησάκι Ιλ ντε Ρε, κατασκεύασε ένα τεράστιο ανάχωμα μήκους 1.500 μέτρων και πλάτους 8 μέτρων γεμάτο πυροβολικό. Και, από την πλευρά της ξηράς, διέκοψε όλες τις χερσαίες γραμμές επικοινωνίας με μια σειρά τάφρων μήκους 12 χιλιομέτρων που περιβάλλαν την πόλη και με 20.000 άνδρες του βασιλικού στρατού .[6]

Οι Άγγλοι, με διοικητή τον δούκα του Μπάκιγχαμ, προσπάθησαν μάταια να κάμψουν τον αποκλεισμό. Η πολιορκία της Λα Ροσέλ, που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1627, κράτησε δεκατέσσερις μήνες. Ο δούκας του Μπάκιγχαμ προετοίμασε στο Πόρτσμουθ, στην Αγγλία, μια νέα αποστολή για να τους βοηθήσει. Αλλά δολοφονήθηκε στις 23 Αυγούστου 1628 από έναν προτεστάντη αξιωματικό, τον Τζον Φέλτον.

Οι κάτοικοι της πόλης υπέμειναν τρομερό λιμό, μόνο 5.000 επιβίωσαν από τους 27.000 κατοίκους. Τα κρούσματα κανιβαλισμού αυξάνονταν. Περιορισμένοι πλέον στις δυνάμεις τους, οι εξεγερμένοι αναγνώρισαν την ήττα τους και ο Γκιτόν στις 28 Οκτωβρίου 1628 συνθηκολόγησε. Τιμώντας το θάρρος του δημάρχου, ο Ρισελιέ δεν τον φυλάκισε αλλά τον εξόρισε στην Αγγλία.[7]

ΕπίλογοςΕπεξεργασία

 
Η παράδοση της Λα Ροσέλ, 17ος αιώνας

Οι κάτοικοι της Λα Ροσέλ αντιστάθηκαν για 14 μήνες, υπό την ηγεσία του δημάρχου Ζαν Γκιτόν και με σταδιακά μειούμενη βοήθεια από την Αγγλία. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ο πληθυσμός της Λα Ροσέλ μειώθηκε από 27.000 σε 5.000 λόγω θυμάτων, λιμού και ασθενειών.[8]

Η παράδοση ήταν άνευ όρων. Με τους όρους της Ειρήνης του Αλές, οι Ουγενότοι έχασαν τα εδαφικά, πολιτικά και στρατιωτικά δικαιώματά τους, αλλά διατήρησαν τη θρησκευτική ελευθερία που είχε δοθεί με το Έδικτο της Νάντης. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Προτεστάντες εξακολουθούσαν να έχουν μεγάλη επιρροή στο βασίλειο της Γαλλίας και έτσι δεν ήταν δυνατόν να ανακληθεί το υπερβολικά γενναιόδωρο Έδικτο της Νάντης, αλλά πολλοί Καθολικοί το σκέφτονταν ήδη. Το πραγματοποίησε αργότερα, το 1685, ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ με το Έδικτο του Φονταινεμπλώ.

Οι εξεγέρσεις των Ουγενότων στη Γαλλία συνεχίστηκαν μέχρι το 1629, αλλά η απώλεια της Λα Ροσέλ θεωρείται το τέλος της αντίστασής τους.

Εκτός από τη θρησκευτική της σημασία, η πολιορκία της Λα Ροσέλ σηματοδοτεί μια σημαντική επιτυχία στη δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης στο βασίλειο της Γαλλίας, με έλεγχο σε όλη την επικράτεια και ικανή να καταστείλει τις περιφερειακές εξεγέρσεις. Αμέσως μετά, άρχισε η ανάπτυξη της απόλυτης μοναρχίας.[9]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία