H πορσελάνη είναι κεραμικό υλικό το οποίο δημιουργείται από τη θέρμανση υλικών, με κύριο συστατικό τον καολίνη, σε κλίβανο σε θερμοκρασίες ανάμεσα στους 1.200 και 1.400 °C. Η σκληρότητα, αντοχή και διαφάνεια της πορσελάνης σε σχέση με άλλα κεραμικά υλικά οφείλεται κυρίως στην υαλοποίηση και το σχηματισμό ορυκτού μουλίτη στις υψηλές θερμοκρασίες. Αν και ο ορισμός ποικίλει, η πορσελάνη χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες: τη μαλακή, τη σκληρή και τη κινεζική κοκκάλου.[1] Η κατηγορία πορσελάνης εξαρτάται από τη σύνθεση της πάστας που χρησιμοποιήθηκε και τις συνθήκες θέρμανσης.

Ζωγραφισμένο κινεζικό αυτοκρατορικό πιάτο από επισμαλτωμένη πορσελάνη, ανάμεσα στο 1723 και 1735.

Η πορσελάνη εξελίχθηκε αργά στην Κίνα και τελικά τελειοποιήθηκε κάποια στιγμή περίπου 2.000 με 1.200 χρόνια πριν και στη συνέχεια διαδόθηκε στις άλλες χώρες της Άπω Ανατολής και έπειτα στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο. Η διαδικασία κατασκευής είναι πιο απαιτητική σε σχέση με άλλα κεραμικά και συχνά θεωρούνταν πιο πολύτιμη από άλλα κεραμικά αγγεία για την αντοχή, τη λεπτότητα και το λευκό χρώμα. Συνδυάζεται καλά με βαφή και μπορεί να λάβει εύκολα σχήμα, με αποτέλεσμα να έχει ευρεία διακοσμητική χρήση, από πιάτα μέχρι αγαλματίδια. Επίσης χρησιμοποιείται ως μονωτικό και οικοδομικό υλικό, καθώς και στην οδοντιατρική (όψεις πορσελάνης).

Η ονομασία πορσελάνη προέρχεται από την παλιά ιταλική λέξη πορτσελάνα (porcellana), η οποία αναφέρεται σε ένα κοχύλι, με το οποίο μοιάζει στην εμφάνιση.[2]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. nikias.gr. «ΠΟΡΣΕΛΑΝΗ». www.nikias.gr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 25 Μαρτίου 2020. Ανακτήθηκε στις 25 Μαρτίου 2020. 
  2. «Porcelain, n. and adj». Oxford English Dictionary. Ανακτήθηκε στις 18 Ιουνίου 2018. [νεκρός σύνδεσμος]