Ποσοτική Γεωγραφία

Στο τέλος του Β´ Παγκόσμιου Πόλεμου, η Ευρώπη, και όλες οι χώρες που είχαν λάβει μέρος στον πόλεμο, νικητές -πλην των ΗΠΑ- και ηττημένοι, ήταν ένας σωρός από ερείπια. Παρά ταύτα, οι ρυθμοί ανάπτυξης υπήρξαν φρενήρεις. Οι πόλεις είχαν ανάγκη πολεοδόμησης (Κουρλιούρος 2008). Η οικονομία είχε μπει στους ρυθμούς του φορντισμού, που είχε εισαχθεί μαζί με την αμερικανική πολεμική και οικονομική βοήθεια στην Ευρώπη.

Ο φορντισμός ήταν ο τρόπος παραγωγής που είχε εισαγάγει ο Henry Ford (Χένρυ Φορντ), με κύριο γνώρισμα του την αυτοματοποιημένη παραγωγή. Ο εργάτης δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη ειδίκευση, διότι έκανε απλές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αποτέλεσμα ήταν να λογίζεται σαν απλό ένσαρκο μηχάνημα (Λεοντίδου 2011). Συνέχεια του φορντισμού ήταν ο τεϋλορισμός, το σύστημα εκείνο που διαχώρισε το εργατικό δυναμικό σε επιτελικά ή διοικητικά στελέχη και σε απλούς εργάτες. Για πρώτη φορά η βιομηχανία παρήγαγε προϊόντα ανεξαρτήτως της ζήτησης που υπήρχε. Τα παραγόμενα προϊόντα αποθηκεύονταν και αναζητούνταν αγορές ή δημιουργούνταν τεχνητές καταναλωτικές συνήθειες για την απορρόφησή τους (Λεοντίδου 2011).

Ο Homo economicus (το ανθρωπολογικό μοντέλο που βρισκόταν στη βάση αυτού του προγράμματος) τελικά κατέληξε να είναι ένα ορθολογικό ανδράποδο που σαν σκοπό του είχε τη μεγιστοποίηση της παραγωγής και των κερδών. Ανάλογη ήταν και η στάση του αναφορικά με τη χωροθέτηση των αναγκών του. Στις χώρες που επικράτησε το καπιταλιστικό σύστημα, η βιομηχανική παραγωγή συγκεντρώθηκε σε αστικές, κυρίως, περιοχές. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί συνωστισμός δραστηριοτήτων σ’ αυτές και να έχουμε χωρικές ανισορροπίες (Κουρλιούρος 2008). Οι κυβερνήσεις προσπάθησαν βέβαια να δώσουν κίνητρα προκειμένου να αποκατασταθούν οι ανισότητες, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Αυτές τις ανάγκες προσπάθησε να χωροθετήσει και να αναλύσει η Ποσοτική ή Θετικιστική Γεωγραφία. Οι απαρχές της συναντούνται στην γερμανική γεωγραφική σχολή όπου ο χώρος αντιμετωπίζεται και προσλαμβάνεται με απλοϊκό τρόπο σαν ένα στατικό σύνολο σημείων, αποστάσεων και μεταφορικών ροών (Κουρλιούρος 2008:157). Η Ποσοτική Γεωγραφία έφτασε στο απόγειο της τις δεκαετίες του 1950 και 1960, βοηθούμενη βεβαίως από τις τεχνολογικές ανακαλύψεις, ειδικά στο χώρο των ηλεκτρονικών εγκεφάλων. Οι γεωγράφοι που ενστερνίστηκαν τη θεωρία της Ποσοτικής Γεωγραφίας επηρεάστηκαν από το επιστημολογικό κίνημα των θετικιστών. Παρακάτω θα εξετάσουμε τον τρόπο επηρεασμού τους.

Η λεγόμενη και ποσοτική επανάσταση είχε την αφετηρία της στις Η.Π.Α. και ήταν επακόλουθο της διαμάχης μεταξύ Richard Hartshorne (Ρίτσαρντ Χάρτσχορν) και Fred Schaefer (Φριντ Σέιφερ), με τον πρώτο να θεωρείται περιφερειακός/ποσιμπιλιστής γεωγράφος, και τον δεύτερο να ασπάζεται τις απόψεις του θετικισμού. Ο Hartshorne πίστευε ότι ο γεωγράφος θα έπρεπε απλώς να περιγράφει το ιδιόμορφο και μοναδικό, κάθε φορά, περιβάλλον, ενώ ο Schaefer ότι η γεωγραφία έπρεπε να γίνει νομοθετική και να επιβάλλει καθολικούς κανόνες σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης (Λεοντίδου 2011). Η διαμάχη έληξε με την επικράτηση του Schaefer και των πιστεύω του. Το έργο του Schaefer ενίσχυσε ο Walter Isard, καθηγητής οικονομικών, που διατύπωσε την σκέψη της παραδοσιακής οικονομίας ότι «κόσμος χωρίς χωρικές διαστάσεις» δεν μπορεί να κατανοηθεί (Κουρλιούρος 2008:158), προσπαθώντας να εξηγήσει με γεωγραφικούς όρους χωροθέτησης την οργάνωση των οικονομικών δραστηριοτήτων. Στην ποσοτική θεωρία του Schaefer βάσισαν τις απόψεις τους πολλοί γεωγράφοι και καθηγητές οικονομικών.

Στην ιδιογραφική τάση της περιφερειακής γεωγραφίας, του Richard Hartshorne και των οπαδών του, μελετούνται τα κατά τόπους γεωγραφικά φαινόμενα, χωρίς να υπακούουν σε καθολικούς νόμους, και το ενδιαφέρον εστιάζεται στην εξήγηση των φαινομένων υπό το πρίσμα των τοπικών περιβαλλοντικών και ιστορικών συνθηκών. Οι τοπικές συνθήκες -ιστορικές, κοινωνικές, οικονομικές- κάνουν τα φαινόμενα σε κάθε τόπο μοναδικά. Με αυτό τον τρόπο, το ερευνητικό βάρος δίνεται στην κατά περίπτωση εξέταση των φαινομένων και όχι στην διατύπωση καθολικών νόμων (Λεοντίδου 2011). Αντίθετα στην ποσοτική γεωγραφία, του Fred Schaefer και των οπαδών του, ο θετικισμός επιβάλλει να βρεθεί και να αποδειχθεί εμπειρικά η καθολικότητα των φαινομένων.

Ο θετικισμός, πολύ χονδρικά, είναι ένα κίνημα στον χώρο της Φιλοσοφίας της Επιστήμης, που ξεκινώντας από τη Βιέννη στις αρχές του 20ού αιώνα, διατύπωσε τη θεωρία ότι η εγκυρότητα ενός επιστημονικού συλλογισμού μπορεί να προέλθει μόνο μέσα από τη λογική ανάλυση των επιστημονικών θεωριών και την εμπειρική θεμελίωση της επιστήμης. Αποδεκτός επιστημονικός τρόπος σκέψης, ως κυρίαρχος, γίνεται ο επαγωγικός (που προχωρά από το μερικό στο γενικό).

Στόχος των θετικιστών είναι να διατυπώσουν τους κανόνες της επιστημονικής μεθόδου, το πώς και πότε μια μέθοδος δράσης ή μια θεωρητική διατύπωση χαρακτηρίζεται επιστημονική. Έχει, λοιπόν, κανονιστικό χαρακτήρα. Βασικό στοιχείο αποτελεί η ποσοτικοποίηση, απαραίτητο στοιχείο για το πέρασμα στη βάσανο της επαλήθευσης. Ενώ, τέλος, κρίσεις και ιδεολογήματα δεν έχουν θέση στην επιστήμη, διότι δεν μπορούν να επαληθευτούν εμπειρικά (Κουρλιούρος,2008). Στη θετικιστική γεωγραφία έχουμε εκετενέστατο κατακερματισμό σε υποκατηγορίες. Ενώ αρχικά η γεωγραφική επιστήμη χωριζόταν σε δυο είδη, την Ανθρωπογεωγραφία και τη Φυσική Γεωγραφία, μετά το 1960, ειδικά η Ανθρωπογεωγραφία χωρίστηκε σε πολλές επιμέρους κατηγορίες, όπως: την οικονομική γεωγραφία, την κοινωνική, την ιστορική κ.α. . Οι θετικιστές βάζουν στεγανά μεταξύ των ειδών επιστημονικής έρευνας και δεν δέχονται η μια κατηγορία να υπεισέρχεται στην άλλη. Παραδείγματος χάριν, η οικονομική γεωγραφία μπορεί να μελετά και να διατυπώνει απόψεις μόνο πάνω στην παραγωγή και διανομή των αγαθών χωρίς να ενδιαφέρεται για την κοινωνία που τα παράγει ή τα καταναλώνει (Λεοντίδου 2011).

Στον κλάδο της οικονομικής γεωγραφίας, κατά το αρχικό στάδιο ο σκοπός ήταν η συγκέντρωση στοιχείων που βοηθούσαν στις επενδύσεις, στην ανάπτυξη του εμπορίου, στην κατανομή των πλουτοπαραγωγικών πηγών κ.α. (Λεοντίδου 2011). Κύριο μέλημα ήταν η ανάλυση των περιβαλλοντικών και τεχνολογικών συνθηκών προκείμενου να αξιοποιηθούν από τον άνθρωπο στην παραγωγική εργασία. Η καθεαυτή διαδικασία παραγωγής δεν συμπεριλαμβανόταν στα υπό εξέταση θέματα. Η συμπεριφορά του επιχειρηματία και της επιχείρησης μέσω της λογικής του Homo economicus ήταν το βασικό συστατικό της οικονομικής θεωρίας τουλάχιστον μέχρι την δεκαετία του 1970.

Η κοινωνική θεωρία έχει τις απαρχές της μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Αρχικά, προσπάθησε να προσδιορίσει τον χώρο που λαμβάνει χώρα η αναπαραγωγή και η κατανάλωση, χωρίς να ενδιαφέρεται για την παραγωγή. Δέχθηκε την επιρροή του θετικιστικού κατακερματισμού, όπως είδαμε παραπάνω, και υποδιαιρέθηκε σε επιμέρους κατηγορίες: πληθυσμιακή, πολιτιστική, αγροτική κ.α. Προσπάθησε να μελετήσει τις κατανομές των κοινωνικών ομάδων μέσα από τεχνικές ανάλυσης του χώρου που αυτές δρουν. Αντιπαρατέθηκε, ωστόσο, στην οικονομική γεωγραφία, υποστηρίζοντας ότι ο άνθρωπος θα έπρεπε να μελετάται σαν «κοινωνικό υποκείμενο» και όχι οικονομικό (Λεοντίδου 2011).

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Βαλλιάνος Περικλής. Η Επιστημονική Επανάσταση και η Φιλοσοφική Θεωρία της Επιστήμης, ΕΑΠ, 2008

Κουρλιούρος Ηλίας. Ευρωπαϊκές γεωγραφίες, τεχνολογία και υλικός πολιτισμός, ΕΑΠ, 2008

Λεοντίδου Λίλα. Ευρωπαϊκές γεωγραφίες, τεχνολογία και υλικός πολιτισμός, ΕΑΠ, 2008

Λεοντίδου Λίλα. Αγεωγράφητος χώρα, εκδόσεις Προπομπός, 2011