Ο πρωθυπουργός της Νορβηγίας (Νορβηγικά: Statsminister - Κατά λέξη: Υπουργός του Κράτους), είναι ο αρχηγός της κυβέρνησης της Νορβηγίας και το ισχυρότερο πρόσωπο στην πολιτική της χώρας. Ο πρωθυπουργός και το Συμβούλιο της Επικρατείας (Cabinet), το οποίο αποτελείται από όλους τους επικεφαλής των δημοσίων υπηρεσιών, είναι συλλογικά υπεύθυνοι των πολιτικών ενεργειών και πράξεών τους απέναντι στον μονάρχη, στο Storting (Κοινοβούλιο Νορβηγίας), στο κόμμα τους και στο εκλογικό σώμα. Στην πράξη, καθώς είναι σχεδόν αδύνατον για μία κυβέρνηση να παραμείνει στην εξουσία ενάντια στη βούληση του Storting, ο πρωθυπουργός είναι κυρίως υπόλογος στο Storting. Ο πρωθυπουργός είναι σχεδόν πάντα ο ηγέτης του κόμματος πλειοψηφίας του Storting ή ο ηγέτης του βασικού εταίρου σε μια κυβέρνηση συνεργασίας.

Το σύνταγμα της Νορβηγίας εγκρίθηκε στις 17 Μαΐου 1814.[1] Η θέση του πρωθυπουργού δημιουργήθηκε από νομοθεσία. Οι σύγχρονοι πρωθυπουργοί έχουν ελάχιστες θεσμικές εξουσίες αλλά, υπό την προϋπόθεση πως μπορούν να ζητήσουν εντολή στήριξης του κοινοβουλευτικού κόμματός τους, μπορούν να ελέγξουν τόσο το νομοθετικό όσο και το εκτελεστικό σώμα και ως εκ τούτου, κατέχουν σημαντικές de facto εξουσίες. Από τις 16 Οκτωβρίου 2013, πρωθυπουργός της Νορβηγίας είναι η Έρνα Σόλμπεργκ του Συντηρητικού Κόμματος, η δεύτερη γυναίκα πρωθυπουργός στην ιστορία της Νορβηγίας.

Σε αντίθεση με τους ομολόγους τους στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι Νορβηγοί πρωθυπουργοί δεν έχουν τη δυνατότητα να συμβουλεύουν το βασιλιά να διαλύσει το Storting και να προκηρύξει εκλογές. Το σύνταγμα απαιτεί το Storting να υπηρετεί την πλήρη τετραετή θητεία του και αν ο πρωθυπουργός χάσει την εμπιστοσύνη του Storting, τότε θα πρέπει να παραιτηθεί.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία