Άνοιγμα κυρίου μενού

Πόλεμος μεταξύ Ρως και Βυζαντινών (968-971)

Ο Ρωσοβυζαντινός Πόλεμος ήταν σύγκρουση η οποία ξεκίνησε το 967 ή το 968 και ολοκληρώθηκε το 971, στην διάρκεια της οποίας ο Σβιάτοσλαβ, ηγεμόνας του Κιέβου, εισέβαλε στην Βουλγαρία, κατόπιν σχετικής προτροπής των Βυζαντινών.

Ο Όλεγκ ο Σοφός ηγούμενος αυτοπροσώπως αμφίβιας επιχείρησης κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, από απεικόνιση σε ρωσική διακόσμηση χειρογράφου.

Το 927, μία συνθήκη ειρήνης υπεγράφη μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας, θέτοντας, με αυτό τον τρόπο, ένα τέλος σε έναν πολυετή πόλεμο. Μία παρόμοια συνθήκη είχε υπογραφεί με τους Ρως το 945 και η οποία απαγόρευε στους τελευταίους να εισβάλουν στην Χερσόνησο[1]. Το 965 ή το 966, ο αυτοκράτορας-στρατιώτης Νικηφόρος Β´ Φωκάς, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Ρωμανό Β´, αρνήθηκε να καταβάλει στην Βουλγαρία τον φόρο ο οποίος είχε συμφωνηθεί από τον προκάτοχό του, ενώ, ταυτόχρονα, κατέστρεψε εκ θεμελίων σειρά φρουρίων κατά μήκος των βουλγαρικών συνόρων. Ωστόσο, καθώς ήταν περισσότερο απασχολημένος με πολέμους στην Ανατολή, ο Φωκάς πρότεινε στον Πρίγκιπα των Ρως, Σβιάτοσλαβ, να εισβάλει στην Βουλγαρία. Στην διάρκεια των δύο ετών που ακολούθησαν, ο Σβιάτοσλαβ έπιασε αιχμάλωτο τον Τσάρο της Βουλγαρίας, Μπόρις Β΄, κατέλαβε σχεδόν το σύνολο της Βουλγαρίας και απειλούσε να κινηθεί εναντίον της Κωνσταντινούπολης. Αντιλαμβανόμενος το σφάλμα του, ο Νικηφόρος επιχείρησε να συμμαχήσει με τους Βουλγάρους εναντίον των Ρως. Στην διάρκεια του ίδιου έτους, ανετράπη από τον Ιωάννη Τσιμισκή, ο οποίος εισέβαλε με την σειρά του στην Βουλγαρία και, το 971, κατέλαβε το Πρέσλαβ. Κλεισμένος στην πόλη της Σιλίστρα (Δορύστολον) επί του Δούναβη, ο Σβιάτοσλαβ υποχρεώθηκε να παραδοθεί στους Βυζαντινούς έπειτα από πολιορκία διάρκειας τριών μηνών (Ιούλιος 971) και να αποχωρήσει άμεσα από την Βουλγαρία, ενώ ο ίδιος, από την πλευρά του, υποσχόταν την αποχή από μελλοντικές επιθέσεις εναντίον της Χερσονήσου, η οποία βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Βυζαντινών και δεσμευόταν να ταχθεί με το μέρος των Βυζαντινών σε ενδεχόμενη μελλοντική πολεμική σύγκρουση.

ΠλαίσιοΕπεξεργασία

Στις αρχές του 10ου αιώνα, δύο δυνάμεις κυριαρχούσαν στα Βαλκάνια: η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήλεγχε τα νότια της χερσονήσου, καθώς και τα παράλιά της, ενώ η Βουλγαρική Αυτοκρατορία ήλεγχε το κέντρο και τα βόρεια. Ο Τσάρος Συμεών (βασίλευσε μεταξύ 893-927) πέτυχε να επεκτείνει τα εδάφη της αυτοκρατορίας του σε βάρος του Βυζαντίου, χάρη σε σειρά πολέμων οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα να του αναγνωριστεί ο αυτοκρατορικός τίτλος[2]. Ο θάνατος του Συμεών τον Μάιο του 927 ακολουθήθηκε, λίγο καιρό αργότερα, από μία προσέγγιση μεταξύ των δύο αυτοκρατοριών, η οποία είχε ως αποτέλεσμα μία συνθήκη, καθώς και τον γάμο, αργότερα στην διάρκεια του ίδιου έτους, μεταξύ του δεύτερου υιού του και διαδόχου του Συμεών, Πέτρου Α΄ (βασίλευσε μεταξύ 927-969) και της Μαρίας, εγγονής του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ρωμανού Α΄ (βασίλευσε μεταξύ 920-944). Ο αυτοκρατορικός τίτλος αναγνωρίστηκε στον Πέτρο, όπως είχε συμβεί και στην περίπτωση του πατέρα του. Επιπλέον, οι Βυζαντινοί δεσμεύονταν, από την πλευρά τους, για την καταβολή φόρου στους Βούλγαρους τον οποίον, προκειμένου να σώσουν τα προσχήματα, θεώρησαν ως μία μορφή προίκας[3][4].

 
Τα Βαλκάνια στην διάρκεια του 10ου αιώνα.

Η συγκεκριμένη συνθήκη διήρκεσε για διάστημα περίπου σαράντα ετών. Η περίοδος αυτή ηρεμίας συνέφερε και τις δύο πλευρές, καθώς παρά το φυσικό σύνορο που αποτελούσε ο Δούναβης, η Βουλγαρία εξακολουθούσε να απειλείται από τις επιθέσεις των Πετσενέγων και των Μαγυάρων, οι οποίοι πραγματοποιούσαν επιδρομές κατά μήκος της χώρας, φτάνοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι και τα βυζαντινά εδάφη. Η συνθήκη αυτή, ωστόσο, εξασφάλιζε μία ηρεμία στα βόρεια, καθώς οι επιδρομές των Πετσενέγων λάμβαναν χώρα κατόπιν σχετικής προτροπής των Βυζαντινών. Παρά το γεγονός πως ήταν λιγότερο λαμπερή από εκείνη του πατέρα του, Συμεών, η περίοδος βασιλείας του Πέτρου χαρακτηρίστηκε από μία « χρυσή περίοδο » για την Βουλγαρία σε επίπεδο οικονομίας και αστικής ανάπτυξης[4][5][6].

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν σε θέση, από την πλευρά της, να επικεντρωθεί αποκλειστικά στο μέτωπο της Ανατολής, όπου σειρά εκστρατειών υπό την ηγεσία των Ιωάννη Κουρκούα και Νικηφόρου Φωκά εναντίον του Χαλιφάτου των Αββασιδών είχαν δώσει την δυνατότητα επέκτασης σε αισθητό βαθμό των αυτοκρατορικών εδαφών. Στην διάρκεια της ίδιας περιόδου, οι μεταρρυθμίσεις εντός του στρατού παρείχαν στον τελευταίο την δυνατότητα να είναι αποτελεσματικότερος και με περισσότερο επιθετικό προσανατολισμό[7][8]. Οι Βυζαντινοί, ωστόσο, δεν παραμελούσαν τα Βαλκάνια. Αντιθέτως, εργάζονταν με υπομονή για την βελτίωση των σχέσεών τους με τους λαούς της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, μεταβάλλοντας με έξυπνο τρόπο την ισορροπία δυνάμεων στην χερσόνησο. Με ορμητήριο το προπύργιό τους της Χερσώνας (ή Χερσονήσου) στην Κριμαία, ενεθάρρυναν τον εμπόριο με τους Πετσενέγους και την αναδυόμενη δύναμη των Ρως του Κιέβου, ενώ Βυζαντινοί ιεραπόστολοι διέδιδαν τα Ευαγγέλια στους Μαγυάρους και οι Σλάβοι Πρίγκιπες των Δυτικών Βαλκανίων αναγνώρισαν εκ νέου την κυριαρχία της Αυτοκρατορίας[9][10], ιδιαίτερα όταν ο Τσάσλαβ Κλονιμίροβιτς έθεσε τέλος στην βουλγαρική κυριαρχία επί της Σερβίας[11]. Οι σχέσεις αυτές με τους λαούς που ευρίσκονταν περιμετρικά της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας παρέμειναν ένα σημαντικό όργανο στα χέρια της διπλωματίας της Κωνσταντινούπολης, καθώς μέσω της ενθάρρυνσης των επιθέσεων των Πετσενέγων και των Χαζάρων εναντίον της Βουλγαρίας, η ίδια ήταν σε θέση να ασκεί ορισμένες πιέσεις σε βάρος της τελευταίας[12][13].

Μετά τον ξαφνικό θάνατο του Ρωμανού Β΄ το 963, ο Νικηφόρος Φωκάς σφετερίστηκε τον θρόνο και έγινε αυτοκράτορας υπό το όνομα Νικηφόρος Β΄ (βασίλευσε μεταξύ 963-969)[14]. Μέλος μεγάλης οικογένειας της στρατιωτικής αριστοκρατίας της Ανατολίας, ενδιαφέρθηκε κυρίως για τις κτήσεις της Μικράς Ασίας, ενώ ηγήθηκε αυτοπροσώπως των εκστρατειών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την ανακατάληψη της Κύπρου και της Κιλικίας[15]. Προς τα τέλη του 965 ή στις αρχές του 966, μία βουλγαρική αντιπροσωπεία κατέφθασε, προκειμένου να απαιτήσει την καταβολή του συμφωνηθέντος φόρου. Ο Νικηφόρος, όντας ενθαρρυμένος από τις τελευταίες στρατιωτικές του επιτυχίες και θεωρώντας τις απαιτήσεις των Βουλγάρων ως προσβλητικές, αρνήθηκε την καταβολή του φόρου, ισχυριζόμενος πως ο θάνατος της Αυτοκράτειρας Μαρίας (προς το 963) είχε καταστήσει άκυρη την συγκεκριμένη υποχρέωση. Ξυλοκόπησε τους πρέσβεις και τους απέστειλε πίσω, εξυβρίζοντας και απειλώντας τους. Επιπλέον, μετέβη με τα στρατεύματά του στην Θράκη, όπου προέβη σε σειρά στρατιωτικών ελιγμών με απώτερο στόχο την επίδειξη δύναμης, μέσω της κατάληψης ορισμένων βουλγαρικών φρουρίων[16][17][18]. Οι κινήσεις του Νικηφόρου εξηγούνταν, επίσης, από το γεγονός πως ο Πέτρος Α΄ είχε υπογράψει με τους Μαγυάρους συνθήκη, μέσω της οποίας οι τελευταίοι θα ήταν σε θέση να διασχίζουν την Βουλγαρία προκειμένου να προβαίνουν σε επιδρομές εντός της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εφόσον σταματούσαν τις επιθέσεις τους ενάντια της Βουλγαρίας[19].

Οι Ρως εισβάλουν στην Βουλγαρία, κατόπιν προτροπής της ΚωνσταντινούποληςΕπεξεργασία

Επιθυμώντας την αποφυγή ενός πολέμου με τους Βυζαντινούς, ο Πέτρος Α΄ απέστειλε τους δύο υιούς του, Μπόρις και Ρωμανό, ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη. Η κίνηση αυτή δεν κατεύνασε τον Νικηφόρο, ωστόσο ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση ή δεν επιθυμούσε να ξεκινήσει εκστρατεία εναντίον της Βουλγαρίας, καθώς το σύνολο των στρατιωτικών του δυνάμεων ευρισκόταν στην Ανατολή. Επιπλέον, οι παλαιότερες εμπειρίες είχαν μάθει στους Βυζαντινούς τους κινδύνους που περιείχαν οι εκστρατείες στις ορεινές και δασώδεις περιοχές της Βουλγαρίας[18][20]. Αποφάσισε, τελικά, να χρησιμοποιήσει την συνήθη τακτική, η οποία συνίστατο στην χρησιμοποίηση φυλής της Ανατολικής Ευρώπης, προκειμένου αυτή να επιτεθεί στην Βουλγαρία. Στα τέλη του 966 ή στις αρχές του 967[N 1], απέστειλε τον πατρίκιο[N 2] Καλοκυρό, πολίτη της Χερσώνας, ως πρέσβη προς τον Πρίγκιπα των Ρως, Σβιάτοσλαβ. Για αρκετό καιρό, οι Βυζαντινοί διατηρούσαν σταθερές σχέσεις με τους Ρως, με τους οποίους είχαν ήδη, κατά το παρελθόν, υπογράψει συνθήκες (911, 945). Έναντι της υπόσχεσης πλούσιων λάφυρων και, σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο, της καταβολής ενός ποσού ύψους 1.500 χρυσών νομισμάτων, οι Ρως δέχτηκαν να εισβάλουν στην Βουλγαρία από τα βόρεια[20][21][22]. Ήταν ολίγον παράξενο το γεγονός πως ο Νικηφόρος κάλεσε σε βοήθεια τον Σβιάτοσλαβ, καθώς, κατά παράδοση, οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν, συνήθως, τους Πετσενέγους για τέτοιες επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τον ιστορικό Α. Ν. Στόουκς ο οποίος ερεύνησε περαιτέρω το συγκεκριμένο γεγονός, ο Νικηφόρος φέρεται να είχε συγκεκριμένο κίνητρο αποσπώντας την προσοχή του Σβιάτοσλαβ, ο οποίος, καθώς είχε μόλις υποτάξει το Χανάτο των Χαζάρων, ενδέχεται να είχε επιχειρήσει την κατάληψη του βυζαντινού προπυργίου της Χερσώνας[23].

 
Τα εδάφη των Ρως του Κιέβου στα μέσα του 10ου αιώνα.

Ο Σβιάτοσλαβ απάντησε θετικά με ενθουσιασμό στην πρόταση των Βυζαντινών. Στην διάρκεια του Αυγούστου του 967 ή του 968, οι Ρως διέσχισαν τον Δούναβη, εισήλθαν στην Βουλγαρία, νίκησαν τον βουλγαρικό στρατό μεγέθους 30.000 ανδρών στην μάχη της Σιλίστρα[24][25] και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Ντομπρουτζά. Σύμφωνα με τον Βούλγαρο ιστορικό Βασίλ Ζλατάρσκι, ο Σβιάτοσλαβ κατέλαβε περίπου 80 πόλεις στα βορειοανατολικά της Βουλγαρίας, οι οποίες λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν, χωρίς ωστόσο να εγκαταστήσουν μόνιμη φρουρά σε αυτές. Όταν ενημερώθηκε σχετικά, ο Τσάρος Πέτρος Α΄, υπέστη επεισόδιο αποπληξίας[26]. Οι Ρως πέρασαν τον χειμώνα στο Περεγιασλάβετς,[27] ενώ οι Βούλγαροι υποχώρησαν στο φρούριο του Δορύστολου (Σιλίστρα)[18][20][28]. Την επόμενη χρονιά, ο Σβιάτοσλαβ εγκατέλειψε την περιοχή με τμήμα του στρατού του, προκειμένου να πολεμήσει τους Πετσενέγους, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Κίεβο, την πρωτεύουσά του (κατόπιν προτροπής των Βυζαντινών ή, σύμφωνα με το Χρονικό των Περασμένων Χρόνων, εκείνης των Βουλγάρων). Ταυτόχρονα, ο Τσάρος Πέτρος απέστειλε εκ νέου πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη, τον απολογισμό της οποίας κατέγραψε ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας. Σε αντίθεση με την προηγούμενη πρεσβεία, οι Βούλγαροι απεσταλμένοι έγιναν δεκτοί με ευγένεια. Ωστόσο, ο Νικηφόρος, όντας σίγουρος, πλέον, για τις θέσεις του, απαίτησε ιδιαιτέρως σκληρούς όρους: ο Τσάρος Πέτρος υποχρεώθηκε να παραιτηθεί, με τον Μπόρις να τον αντικαθιστά, ενώ οι δύο νεαροί συναυτοκράτορες Βασίλειος και Κωνσταντίνος υποχρεώθηκαν να νυμφευθούν δύο Βουλγάρες πριγκίπισσες, κόρες του Μπόρις[29][30].

Ο Πέτρος αποσύρθηκε σε μοναστήρι, όπου και απεβίωσε το 969. Μπόρις αποφυλακίστηκε και έγινε Τσάρος υπό το όνομα Μπόρις Β΄. Το σχέδιο του Νικηφόρου φαινόταν να εκτυλίσσεται, όπως ο ίδιος το είχε σχεδιάσει[30][27]. Ωστόσο, ο Σβιάτοσλαβ, ο οποίος είχε ανακαλύψει τον πλούτο των εύφορων εδαφών στα νότια, επιθυμούσε την κατάληψη μεγαλύτερης έκτασης εδαφών. Ενθαρρύνθηκε να ενεργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, όπως φαίνεται, από τον παλαιό Βυζαντινό απεσταλμένο, Καλοκυρό, ο οποίος επιθυμούσε να σφετεριστεί για λογαριασμό του τον αυτοκρατορικό θρόνο. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίον, αφότου νίκησε τους Πετσενέγους και όρισε αντιβασιλείς για την διακυβέρνηση της Ρωσίας στο διάστημα της απουσίας του, στράφηκε εκ νέου προς τα νότια[27][31][32].

Το καλοκαίρι του 969, ο Σβιάτοσλαβ επέστρεψε δριμύτερος στην Βουλγαρία, συνοδευόμενος από στρατεύματα Πετσενέγων και Μαγυάρων. Κατά την διάρκεια της απουσίας του, το Περεγιασλάβετς είχε ανακτηθεί από τον Μπόρις Β΄. Οι Βούλγαροι υπερασπιστές του αμύνθηκαν προέβαλαν σθεναρή αντίσταση, ωστόσο ο Σβιάτοσλαβ κυρίευσε την πόλη. Ο Μπόρις και ο Ρωμανός παραδόθηκαν και οι Ρως κατέστησαν κυρίαρχοι του ανατολικού και του βόρειου τμήματος της Βουλγαρίας, ενώ εγκατέστησαν φρουρές στο Δορύστολο και το Πρέσλαβ, την βουλγαρική πρωτεύουσα. Ο Μπόρις εξακολούθησε να διαμένει στο Πρέσλαβ, απ'όπου διατηρούσε μία μόνον κατ'όνομα εξουσία, καθώς ήταν, στην πραγματικότητα, βασσάλος του Σβιάτοσλαβ. Μονάρχης μονάχα κατ'όνομα, η παρουσία του εξυπηρετούσε μονάχα στον εξευμενισμό ενδεχόμενων εχθρικών αισθημάτων του τοπικού πληθυσμού εναντίον των Ρως[33][34]. Ο Σβιάτοσλαβ, από την πλευρά του, φαινόταν να έχει πετύχει να κερδίσει την υποστήριξη των Βουλγάρων. Βούλγαροι στρατιώτες κατετάγησαν στο στράτευμά του σε μεγάλο αριθμό, είτε λόγω του κινήτρου που τους παρείχε η ιδέα των ενδεχόμενων λαφύρων, είτε λόγω της κοινής σλαβικής καταγωγής τους, η οποία τους καθιστούσε περισσότερο ενδιαφέροντα τα αντιβυζαντινά σχέδια του Σβιάτοσλαβ. Ο ίδιος ο Πρίγκιπας των Ρως φέρεται να είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προκειμένου να μην στρέψει εναντίον του τους νέους του υποτελείς. Συγκεκριμένα, απαγόρευσε στον στρατό του να λεηλατήσει την ύπαιθρο ή τις πόλεις, οι οποίες θα παραδίδονταν οικειοθελώς[35].

Τα σχέδια του Νικηφόρου, ως εκ τούτου, στράφηκαν εναντίον του. Η ανίσχυρη Βουλγαρία είχε, πλέον, καταστεί ένα εχθρικό κράτος στα βόρεια σύνορα της Αυτοκρατορίας, ενώ ο Σβιάτοσλαβ δεν φαινόταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένος να ανακόψει την πορεία του προς την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Αυτοκράτορας επιχείρησε να ξεσηκώσει τους Βούλγαρους, ώστε να ξεκινήσουν εκ νέου τον πόλεμο εναντίον του Σβιάτοσλαβ, ωστόσο εις μάτην[36]. Στις 11 Δεκεμβρίου 969, ο Νικηφόρος φονεύτηκε στα πλαίσια πραξικοπήματος, το οποίο έφερε στην εξουσία τον Ιωάννη Α΄ Τσιμισκή (βασίλευσε μεταξύ 969-976). Για τον κατευνασμό της κατάστασης στα Βαλκάνια, ο νέος Αυτοκράτορας απέστειλε πρεσβεία στον Σβιάτοσλαβ, η οποία πρότεινε στον τελευταίο την έναρξη διαπραγματεύσεων. Ο ηγεμόνας των Ρως απαίτησε την καταβολή ενός σημαντικού ποσού για την αποχώρησή του από τα αυτοκρατορικά εδάφη, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία η Αυτοκρατορία θα αποδεχόταν να του παραχωρήσει τα ευρωπαϊκά της εδάφη, διατηρώντας υπό τον έλεγχό της μονάχα τα εδάφη της στην Μικρά Ασία[21][37][38]. Ο Τσιμισκής ήταν, εκείνη την περίοδο, απασχολημένος στην εδραίωση της θέσης του στην εξουσία και το κατευνασμό της εναντίον του εξέγερσης της οικογένειας των Φωκάδων και των συμμάχων της στην Μικρά Ασία. Ανέθεσε, τότε, ως συνέπεια, την διεξαγωγή του πολέμου στα Βαλκάνια στον κουνιάδο του και Δομέστικο των Σχολών, Βάρδα Σκληρό, και τον Στρατοπεδάρχη, τον ευνούχο Πέτρο Φωκά[36][39][40].

Στις αρχές του 970, ένα σημαντικό στράτευμα Ρως, στο οποίο είχαν προστεθεί στρατεύματα αποτελούμενα από Βουλγάρους, Πετσενέγους και Μαγυάρους διέσχισε τα βουλγαρικά όρη, κατευθυνόμενο προς τα νότια. Οι Ρως επιτέθηκαν στην πόλη της Φιλιππούπολης (σημερινό Πλόβντιβ) και, σύμφωνα με τον Λέοντα τον Διάκονο, ανασκολόπησαν 20.000 επιζώντες[40][41]. Ο Σκληρός, ηγούμενος ενός στρατεύματος μεταξύ 10.000 και 12.000 ήρθε αντιμέτωπος με τους Ρως πλησίον της Αρκαδιούπολης (σημερινό Λουλέ Μπουργκάς) στις αρχές της άνοιξης του 970. Ο Βυζαντινός στρατηγός, του οποίου οι δυνάμεις ήσαν κατά πολύ αριθμητικά υποδεέστερες εκείνων των Ρως, χρησιμοποίησε στρατήγημα: προσποιήθηκε πως υποχωρούσε εμπρός στο στράτευμα των Πετσενέγων, το οποίο και πέτυχε να τραβήξει μακριά του κυρίως τμήματος του στρατεύματος και να το παγιδεύσει σε ενέδρα. Το υπόλοιπο τμήμα του στρατεύματος των Ρως πανικοβλήθηκε και τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας ξοπίσω του αριθμό θυμάτων στα χέρια των Βυζαντινών διωκτών του. Οι Ρως υποχώρησαν στα βόρεια των βαλκανικών ορέων, κάτι που έδωσε στον Τσιμισκή τον απαραίτητο χρόνο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τις εσωτερικές ταραχές και να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του[36][42].

Εκστρατεία των Βυζαντινών εναντίον των ΡωςΕπεξεργασία

Μετά την καταστολή της εξέγερσης του Βάρδα Φωκά στην διάρκεια του 970, ο Τσιμισκής συγκέντρωσε τις δυνάμεις στις αρχές του 971 για εκστρατεία εναντίον των Ρως μεταφέροντάς τες από την Ασία στην Θράκη και συγκεντρώνοντας πολεμοφόδια και εξοπλισμό για πολιορκία. Το ναυτικό ανέλαβε την μεταφορά των στρατευμάτων και την αποβίβασή τους στα νώτα του εχθρού, προκειμένου να του αποκόψει οποιαδήποτε οδό διαφυγής μέσω του Δούναβη[37][43]. Ο Αυτοκράτορας επέλεξε την εβδομάδα του Πάσχα του 971, προκειμένου να αναλάβει δράση, αιφνιδιάζοντας πλήρως τους Ρως. Τα περάσματα των βαλκανικών ορέων είχαν παραμείνει αφύλακτα, είτε γιατί οι Ρως ήσαν απασχολημένοι με την καταστολή εξεγέρσεων στην Βουλγαρία (κάτι που πιστεύει ο Α. Ν. Στόουκς), είτε γιατί είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στους όρους του συμφώνου ειρήνης, το οποίο είχε υπογραφεί μετά την μάχη της Αρκαδιούπολης[41][44][45].

Ο βυζαντινός στρατός, ευρισκόμενος υπό την ηγεσία του ίδιου του Τσιμισκή, και αριθμώντας μεταξύ 30.000 και 40.000 άνδρες βάδισε ταχέως και έφθασε στο Πρέσλαβ χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση καθ'οδόν. Ο στρατός των Ρως ηττήθηκε στην διάρκεια μιας μάχης η οποία έλαβε χώρα εμπρός στα τείχη της πόλης, της οποίας και οι Βυζαντινοί ξεκίνησαν, ως αποτέλεσμα, την πολιορκία. Των Ρως και της βουλγαρικής φρουράς που ευρίσκονταν εντός αυτής ηγείτο ο ευγενής Σφάγγελος[N 3]. Παρά το γεγονός πως προέβαλε σθεναρή αντίσταση, η πόλη τελικώς κατελήφθη στις 13 Απριλίου. Ο Μπόρις Β΄ και η οικογένειά του πιάστηκαν αιχμάλωτοι και εστάλησαν στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τα σύμβολα της βουλγαρικής αυτοκρατορικής εξουσίας[41][44] [46][47]. Το κυρίως τμήμα των δυνάμεων των Ρως, το οποίο ευρισκόταν υπό την ηγεσία του Σβιάτοσλαβ, υποχώρησε εμπρός στα αυτοκρατορικά στρατεύματα κοντά στο Δορύστολο επί του Δούναβη. Φοβούμενος τυχόν εξέγερση από την πλευρά των Βουλγάρων, ο Σβιάτοσλαβ διέταξε την εκτέλεση 300 Βούλγαρων ευγενών, ενώ φυλάκισε αριθμό υπολοίπων. Ο αυτοκρατορικός στρατός προήλασε χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση, καθώς οι βουλγαρικές φρουρές των φρουρίων που ευρίσκονταν κατά μήκος της διαδρομής του, παραδόθηκαν χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία[44][46].

 
Συνάντηση μεταξύ του Σβιάτοσλαβ και του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή (σύμφωνα με τον Κλάβντυ Λεμπέντεφ).

Καθώς οι Βυζαντινοί πλησίαζαν στο Δορύστολο, συνάντησαν τον στρατό των Ρως, ο οποίος είχε παραταχθεί σε ένα κτήμα εμπρός στην πόλη και έτοιμος για μάχη. Έπειτα από μία μακράς διάρκειας αμφίρροπη και σκληρή σύγκρουση, οι Βυζαντινοί νίκησαν όταν ο Τσιμισκής διέταξε σε προέλαση το ιππικό των Κατάφρακτων. Οι Ρως σύντομα τράπηκαν σε φυγή από το πεδίο της μάχης, προκειμένου να αναζητήσουν καταφύγιο στο εσωτερικό του φρουρίου[48]. Η πολιορκία η οποία ακολούθησε διήρκεσε τρεις μήνες, με τους Βυζαντινούς να περικυκλώνουν την πόλη από στεριά και θάλασσα και τους Ρως να επιχειρούν σειρά εξόδων. Τρεις οργανωμένες μάχες έλαβαν χώρα, στο σύνολο των οποίων νικητές ήσαν οι Βυζαντινοί. Στην διάρκεια της τελευταίας, η οποία ήταν ιδιαιτέρως σκληρή και η οποία έλαβε χώρα στα τέλη Ιουλίου, οι Ρως υποχρεώθηκαν να παραδοθούν. Σύμφωνα με τους Βυζαντινούς χρονικογράφους, δεν απέμεναν παρά μονάχα 22.000 άνδρες από τους αρχικά συνολικά 60.000[47][49]. Ο Τσιμισκής συνάντησε τον Σβιάτοσλαβ και οι δύο ηγέτες σύναψαν μεταξύ τους συμφωνία: ο στρατός των Ρως έλαβε την άδεια υποχώρησης, αφήνοντας πίσω του αιχμαλώτους και λάφυρα. Τα εμπορικά τους δικαιώματα διατηρήθηκαν, υπό τον όρο να μην πραγματοποιήσουν νέα επίθεση εναντίον των αυτοκρατορικών εδαφών. Ο Σβιάτοσλαβ, ωστόσο, δεν επέζησε της συμφωνίας αυτής, καθώς φονεύτηκε στον δρόμο της επιστροφής, πέφτοντας σε ενέδρα των Πετσενέγων επί του Δνείπερου[50][51].

Συνέπειες του πολέμουΕπεξεργασία

Ο πόλεμος ολοκληρώθηκε με την ολοκληρωτική νίκη των Βυζαντινών, την οποία ο Τσιμισκής αποφάσισε να εκμεταλλευθεί πλήρως. Παρά το γεγονός πως είχε ήδη αναγνωρίσει τον Μπόρις Β΄ ως νόμιμο μονάρχη, η στάση του μεταβλήθηκε μετά το Δορύστολο. Συγκεκριμένα, κατά την θριαμβώδη επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη, ο Αυτοκράτορας εισήλθε στην πόλη μέσω της Χρυσής Πύλης, βαδίζοντας πίσω από μία άμαξα η οποία έφερε ένα εικόνισμα της Παρθένου Μαρίας, καθώς και τα βουλγαρικά αυτοκρατορικά σύμβολα, με τον Μπόρις και την οικογένειά του να ακολουθούν ξοπίσω του. Όταν η πομπή έφθασε στο Φόρο του Κωνσταντίνου, ο Μπόρις είδε να του αφαιρούνται τα αυτοκρατορικά του ενδύματα, ενώ, στην Αγιά Σοφιά, το στέμμα της Βουλγαρίας αφιερώθηκε επισήμως στον Θεό[52][53].

 
Ο θρίαμβος του Ιωάννη Τσιμισκή: ο Αυτοκράτορας ιππεύοντας ένα λευκό άλογο, ακολουθεί άμαξα επί της οποίας ευρίσκονται το εικόνισμα της Παναγίας και τα βουλγαρικά αυτοκρατορικά σύμβολα, ενώ ο Βούλγαρος Τσάρος τον ακολουθεί από κάποια απόσταση. (Synopsis Historiarum)

Το γεγονός αυτό σήμανε και το επίσημο τέλος της Βουλγαρίας ως ανεξάρτητου κράτους, τουλάχιστον στα μάτια των Βυζαντινών. Βυζαντινοί στρατηγοί ορίστηκαν ως κυβερνήτες στα ανατολικά της χώρας, κατά μήκος του Δούναβη. Το Πρέσλαβ μετονομάστηκε σε Ιωαννούπολη προς τιμήν του Αυτοκράτορα, ενώ το Δορύστολο (ή ενδεχομένως το Περεγιασλάβετς) μετονομάστηκε σε Θεοδωρόπολη προς τιμήν του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη, ο οποίος πιστευόταν πως είχε έρθει σε βοήθεια των Βυζαντινών προ της μάχης του Δορύστολου. Ο Τσιμισκής περιόρισε το Βουλγαρικό Πατριαρχείο σε απλή αρχιεπισκοπή υπό την δικαιοδοσία του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η αυτοκρατορική οικογένεια, καθώς και αριθμός ευγενών υποχρεώθηκε να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη, ενώ η περιοχή της Φιλιππούπολης στην Μικρά Ασία επανακατοικήθηκε με την εγκατάσταση Αρμενίων[54][55][56]. Ωστόσο, με εξαίρεση το ανατολικό τμήμα της Βουλγαρίας, η βυζαντινή κυριαρχία, πέραν των μεγάλων αστικών κέντρων, θεωρητικά δεν υφίστατο. Ο Τσιμισκής, όπως και ο προκάτοχός του, Νικηφόρος Φωκάς, έδειχνε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για το μέτωπο της Ανατολής. Καθώς ο κίνδυνος των Ρως είχε απομακρυνθεί και η Βουλγαρία είχε, κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον, ειρηνεύσει, ο ίδιος μπόρεσε, πλέον, να στρέψει το ενδιαφέρον του προς την Συρία. Καθότι ουδεμία προσπάθεια είχε γίνει για την διασφάλιση του εσωτερικού των Βαλκανίων, τα βόρεια και το κέντρο των Βαλκανίων, καθώς και η Μακεδονία, όπου ούτε οι Ρως ούτε και τα στρατεύματα του Τσιμισκή είχαν φτάσει, η κατάσταση παρέμεινε στάσιμη στην προγενέστερη κατάστασή της με την εξουσία, δηλαδή, να παραμένει στα χέρια των τοπικών Βούλγαρων ευγενών[40][57][58].

Στις περιοχές αυτές ξέσπασε νέα βουλγαρική αντίσταση η οποία, εκμεταλλευόμενη την σειρά εμφυλίων πολέμων οι οποίοι ακολούθησαν τον θάνατο του Τσιμισκή το 976, τέθηκε υπό την ηγεσία των τεσσάρων υιών του Κόμη Νικόλαου, οι οποίοι έγιναν στην συνέχεια γνωστοί υπό το όνομα Κομητόπουλοι (« υιοί του Κόμη »). Εστεμμένος Τσάρος το 997, ο ικανότερος μεταξύ αυτών, Σαμουήλ, κλήθηκε να αναστήσει ένα βασίλειο του οποίου το γεωγραφικό επίκεντρο ήταν η περιοχή της Μακεδονίας. Εξαίρετος πολεμιστής, ηγήθηκε εκστρατειών στα βυζαντινά εδάφη και προήλασε προς τα νότια, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο και υποχρεώνοντας τον Αυτοκράτορα Βασίλειο Β΄ (βασίλευσε μεταξύ 976-1025) σε σειρά πολέμων, οι οποίοι ολοκληρώθηκαν με την κατάληψη της Βουλγαρίας από τους Βυζαντινούς το 1018[59][60][61]. Ωστόσο, τα γεγονότα του 971 είχαν ως αποτέλεσμα οι Βυζαντινοί να αρνηθούν να θεωρήσουν τον Σαμουήλ ως περίπτωση διαφορετική εκείνης ενός επαναστάτη ενάντια στην αυτοκρατορική εξουσία και, τελικώς, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν πως οι Αυτοκράτορες της Βουλγαρίας και του Βυζαντίου ήσαν ισοδύναμοι προ του 971[59][61].

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  1. Η ακριβής χρονολογία της πρεσβείας στο Κίεβο, της οποίας ακολούθησε η εισβολή και η κατάληψη της Βουλγαρίας από τον Σβιάτοσλαβ δεν είναι σίγουρη, καθώς οι πηγές αναφέρουν διαφορετικές μεταξύ τους εκδοχές. Διάφορες ερμηνείες έχουν ειπωθεί και διάφορες ημερομηνίες έχουν δοθεί από τους σύγχρονους ιστορικούς. Στις περιπτώσεις αυτές, το σύνολο αυτών των ερμηνειών εμφανίζεται εντός του λήμματος.
  2. Για τους τίτλους και αξιώματα, δείτε το λήμμα Γλωσσάριο των τίτλων και αξιωμάτων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
  3. Ο Ιωάννης Σκυλίτζης θεωρεί τον Σφάγγελο ή Σφέγγελο ως υποδιοικητή του Ίκμορ, ενώ ο Λέων ο Διάκονος αντιστρέφει τους ρόλους τους. Ο Ίκμορ σκοτώθηκε στην διάρκεια μιας μάχης εμπρός στο Δορύστολο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, ο Σφάγγελος ταυτοποιείται με τον Σβένελντ του Χρονικού των Περασμένων Χρόνων. Οι Έλληνες χρονικογράφοι αναφέρουν, επίσης, πως ο Σφάγγελος σκοτώθηκε στο Δορύστολο, ενώ το Χρονικό των Περασμένων Χρόνων αναφέρει πως αυτός επέζησε του πολέμου, καθώς και της ενέδρας που ακολούθησε αυτού και η οποία στοίχισε την ζωή στον Σβιάτοσλαβ

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Δείτε λήμμα Πόλεμος μεταξύ Ρως και Βυζαντινών (941).
  2. Stephenson (2000), p. 18-23.
  3. Whittow (1996), p. 292.
  4. 4,0 4,1 Stephenson (2000), p. 23-24.
  5. Whittow (1996) p. 292-294.
  6. Runciman (1930), p. 184.
  7. Whittow (1996), p. 317-326.
  8. Treadgold (1997), p. 479-497.
  9. Whittow (1996), p. 293-294.
  10. Stephenson (2000), p. 47.
  11. Runciman (1930), p. 185.
  12. Stephenson (2000), p. 30-31.
  13. Haldon (2001), p. 96-97.
  14. Treadgold (1997), p. 498-499.
  15. Treadgold (1997), p. 499-501.
  16. Stephenson (2000), p. 47-48.
  17. Fine (1991), p. 181.
  18. 18,0 18,1 18,2 Obolensky (1971), p. 128.
  19. Zitarski (1971), p. 545.
  20. 20,0 20,1 20,2 Stephenson (2000), p. 48
  21. 21,0 21,1 Haldon (2001), p. 97.
  22. Whittow (1996), p. 260, 294.
  23. Fine (1991), p. 181-182.
  24. Zlatarski (1971), p. 553.
  25. Andreev & Lalkov (1996), p. 111.
  26. Zlatarski (1971), p. 554-555.
  27. 27,0 27,1 27,2 Stephenson (2000), p. 49.
  28. Whittow (1996), p. 260.
  29. Whittow (1996), p. 260, 294-295.
  30. 30,0 30,1 Fine(1991), p. 182-183
  31. Whittow (1996), p. 260-261.
  32. Fine (1991), p. 183-184.
  33. Stephenson (2000), p. 49-51.
  34. Fine (1991), p. 184-185.
  35. Fine (1991), p. 185-186.
  36. 36,0 36,1 36,2 Stephenson (2000), p. 51
  37. 37,0 37,1 Obolensky (1979), p. 129
  38. Whitow (1996), p. 261, 295.
  39. Haldon (2001), p. 97-98.
  40. 40,0 40,1 40,2 Whittow (1996), p. 295.
  41. 41,0 41,1 41,2 Fine (1991), p. 186.
  42. Haldon (2001), p. 98.
  43. Haldon (2001), p. 98-99.
  44. 44,0 44,1 44,2 Haldon (2001), p. 99.
  45. Stephenson (2000), p. 51-52.
  46. 46,0 46,1 Stephenson (2000), p. 52.
  47. 47,0 47,1 Treadgold (1997), p. 509.
  48. Haldon (2001), p. 99-100.
  49. Haldon (2001), p. 100-104.
  50. Haldon (2001), p. 104.
  51. Stephenson (2000), p. 53.
  52. Whittow (1996), p. 296.
  53. Stephenson (2000), p. 54.
  54. Treadgold (1997), p. 509-510.
  55. Stephenson (2000), p. 52-53.
  56. Fine (1991), p. 187-188.
  57. Fine (1991), p. 188.
  58. Obolensky (1971), p. 130-131.
  59. 59,0 59,1 Whittow (1996), p. 297.
  60. Stephenson (2000), p. 58-75.
  61. 61,0 61,1 Obolensky (1971), p. 131.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Andreev, Jordan; Lalkov, Milcho. The Bulgarian Khans and Tsars (στα βουλγάρικα), Veliko Tarnovo: Abagar. 1996. ISBN 954-427-216-X.
  • Curta, Florin, Southeastern Europe in the Middle Ages, 500–1250, Cambridge; New York: Cambridge University Press, 2006. ISBN 978-0-521-81539-0.
  • Fine, John Van Antwerp, The Early Medieval Balkans: A Critical Survey from the Sixth to the Late Twelfth Century, Ann Arbor: University of Michigan Press, 1991. ISBN 978-0-472-08149-3.
  • Haldon, John F. The Byzantine Wars, Stroud: Tempus, 2001. ISBN 978-0-7524-1795-0.
  • Hanak, Walter K., "The Infamous Svjatoslav: Master of Duplicity in War and Peace?", in Miller, Timothy S.; Nesbitt, John, Peace and War in Byzantium: Essays in Honor of George T. Dennis, S.J., Washington, D.C.: The Catholic University of America Press, 1995. ISBN 978-0-8132-0805-3.
  • Kazhdan, Alexander, ed., Oxford Dictionary of Byzantium, New York: Oxford University Press, 1991. ISBN 978-0-19-504652-6.
  • Obolensky, Dimitri, The Byzantine Commonwealth: Eastern Europe, 500–1453, New York: Praeger Publishers, 1971. ISBN 978-0-297-00343-4.
  • Runciman, Steven, A History of the First Bulgarian Empire, London: George Bell & Sons, OCLC 832687, 1930.
  • Stephenson, Paul, Byzantium's Balkan Frontier: A Political Study of the Northern Balkans, 900–1204, Cambridge; New York: Cambridge University Press, 2000. ISBN 0-521-77017-3.
  • Stokes, A.D., "The Background and Chronology of the Balkan Campaigns of Sviatoslav Igorevich", Slavonic & East European Review 40, 1962.
  • Talbot, Alice-Mary; Sullivan, Dennis F., eds. The History of Leo the Deacon: Byzantine Military Expansion in the Tenth Century, Washington: Dumbarton Oaks, 2005. ISBN 978-0-88402-324-1.
  • Treadgold, Warren T. (1997). A history of the Byzantine state and society. Stanford, Calif: Stanford University Press. ISBN 0-804-72630-2. .
  • Whittow, Mark (1996). The making of Byzantium, 600-1025 (στα Αγγλικά). Berkeley: University of California Press. ISBN 0-520-20496-4. .
  • Zlatarski, Vasil , "Part II. From the Slavinization of the Country to the Fall of the First Empire (852–1018).", History of the Bulgarian state in the Middle Ages, Volume I. History of the First Bulgarian Empire (στα βουλγάρικα) (2η εκδ.), Sofia: Nauka i izkustvo, OCLC 67080314, 1971) [1927].
Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Guerre entre Rus' et Byzantins (968-971) της Γαλλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).