Άνοιγμα κυρίου μενού

H Ρίζων[1][2] (ιλλυρικά: Rhizon, αρχαία ελληνικά: Ῥίζων, λατινικά: Risinium) ήταν αρχαίος οικισμός, ο οποίος βρισκόταν κοντά στον Κόλπο του Κότορ (Κόλπος της Ριζώνος ή Κόλπος του Κατάρου) του σημερινού Δήμου του Κότορ (αρχαία ελληνικά: Ασκρήβιον, σερβικά: Котор / Kotor, λατινικά: Acruvium, ιταλικά: Càttaro) του Μαυροβουνίου. Τον αρχικό οχυρό ιλλυρικό οικισμό της περιοχής αυτής, διαδέχθηκαν σταδιακά η ρωμαϊκή και μεσαιωνική πόλη Ριζίνιον (λατινικά: Risinium, μεταγενέστερες ελληνικές αποδόσεις: Ριζόνιον ή Ριζιόνιον ή Ριζάνον) και η σύγχρονη πόλη Ρίσαν.

Ρίζων
Rhizon
Risan-Montenegro.RomanMosaics.jpg
Άλλες ονομασίεςῬίζων
(αρχαία ελληνικά)
Risinium
(λατινικά)
ΤοποθεσίαΜαυροβούνιο
Ιστορία
ΊδρυσηΠριν τον 4ο αιώνα π.Χ.
ΕγκατάλειψηΠερί τον 7ο αιώνα

ΟνομασίαΕπεξεργασία

Σύμφωνα με τους ερευνητές του 19ου αιώνα Κωνσταντίνο Οικονόμου τον εξ Οικονόμων, στον 3ο τόμο του έργου του «Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της Σλαβονο-Ρωσσικής γλώσσης προς την Ελληνικήν» (1828), τον Σκαρλάτο Βυζάντιο στο έργο του «Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου» (1857) και τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή στον 2ο τόμο του έργου του «Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας» (1891), η Ρίζων[3] ήταν οχυρή πόλη της Δαλματίας και βρισκόταν επί του ομώνυμου κόλπου ή/και ποταμού,[4] που κατά τον 19ο αιώνα αναφερόταν και ως «'Ριζάνον εν τω κόλπω του Κατάρου» ή «Ριζίονιον».[5] Ο Κόλπος Κότορ αναφέρεται επίσης και ως ο Κόλπος του Κατάρου (Bocche di Cattaro κατά την Ενετοκρατία). Ο Κάταρος με τη σειρά του μπορεί να ήταν ο διάδοχος του αρχαίου Ακρούιου, για το οποίο, όμως, οι σύγχρονοι ερευνητές[1] γνωρίζουν πολύ λίγα, εκτός του ότι βρισκόταν κάπου μεταξύ Ρίζωνος και Βουθόης.[6][7][8][1] Κατά την αρχαιολόγο Dubravka Ujes Morgan,[9] «υπάρχουν αναφορές στη μυθολογία που υπαινίσσονται ότι αυτό το τμήμα της αδριατικής ακτής μπορεί να είχε με κάποιο τρόπο σχέση με τα ελληνικά πράγματα ακόμη και από πολύ μακρινές εποχές».[1]

Σύμφωνα, λοιπόν, με τη μυθολογία, οι αρχαίοι Έλληνες, πίστευαν ότι ο Κάδμος, ο θρυλικός ιδρυτής των αρχαίων Θηβών, αφότου άφησε την πόλη του, πήγε στην Ιλλυρία μαζί με τη σύζυγό του, την θεά Αρμονία, όπου και ίδρυσε τη Βουθόη.[10] Μια σχετική παρατήρηση του Πλινίου αποκαλύπτει ότι το Ουλκίνιον θεωρούνταν οικισμός που ίδρυσαν οι Κόλχοι.[7] Εκτιμάται ότι εννοούσε πως είχε ιδρυθεί από τους Αργοναύτες, οι οποίοι, όπως αναφέρεται, ίδρυσαν ένα φρούριο στο έδαφος όπου κατοικούσαν οι Ιλλυριοί Εγχελείς, γύρω από τον «μαύρο ιλλυρικό ποταμό». Αυτός ο ποταμός είναι στην πραγματικότητα ο Ριζονικός Κόλπος, κοντά στον οποίο υποτίθεται ότι βρίσκονται οι τάφοι του Κάδμου και της Αρμονίας.[11][12][1]

Με το όνομα Ρίζων αναφέρεται επίσης γιος του Κάδμου και της Αρμονίας, ο οποίος θεωρείται και ως ο επώνυμος ήρωας, που έδωσε το όνομά του στην πόλη, τον ποταμό και τον κόλπο.[13][1]

ΙστορίαΕπεξεργασία

Κλασσική εποχήΕπεξεργασία

 
Η Ρίζων (σήμανση: Νο 1) ήταν ένα από τα τρία iλλυρικά φρούρια της περιοχής, τα οποία βρίσκονταν στους γειτονικούς λόφους έχοντας θέα, αλλά και τον αμυντικό έλεγχο του Κόλπου του Κότορ.

Η παλαιότερη αναφορά για την αρχαία Ρίζωνα χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ. Η Ρίζων ήταν το κύριο φρούριο του Ιλλυρικού Κράτους, όπου η βασίλισσα Τεύτα κατέφυγε κατά την διάρκεια των Ιλλυρικών Πολέμων (229–168 π.Χ.).[14][15] Κατά τη διάρκεια της σύντομης βασιλείας της Τεύτας, η Ρίζων έγινε η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας της.

Νομίσματα του βασιλιά Βαλλαίου
Αργυρό νόμισμα του βασιλιά Βαλλαίου.
Όψη Α’ (αριστερά): Κεφαλή του Βαλλαίου.
Όψη Β’ (δεξιά): Η θεά Άρτεμις , φέρουσα πυρσό. Επιγραφή: ΒΑΛΛΑΙΟΥ.
A. Τοποθεσίες νομισματοκοπείων.
Β. Τοποθεσίες όπου βρέθηκαν νομίσματα του βασιλιά Βαλλαίου.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δημιουργήθηκαν επίσης νομισματοκοπεία, τα οποία εξέδωσαν διάφορα νομίσματα, όπως:

  • Χάλκινα νομίσματα της αυτόνομης πόλης της Ριζώνος,
  • Αργυρά και χάλκινα νομίσματα του βασιλιά των Αρδιαίων ή Ουαρδαίων (αρχαία ελληνικά: Ἀρδιαῖοι ή Οὐαρδαῖοι, λατινικά: Vardiaei) Βαλλαίου (αρχαία ελληνικά: Βαλλαῖος, λατινικά: Ballaeus).

Πιθανότατα κάποια από τα διάφορα αργυρά και χάλκινα νομίσματα να έφεραν παρεμφερή ή παραπλήσιο τίτλο, με την έννοια: Κοινόν της Ριζώνος και ίσως να ήταν τα κύρια νομίσματα συναλλαγών μιας ευρύτερης συμμαχίας πόλεων της περιοχής, στην οποία συμμαχία, η Ρίζων είχε προφανώς κάποιο σημαντικό ρόλο. Πάντως η χρονολόγηση αυτών των νομισμάτων εξακολουθεί να μην ορίζεται με ακρίβεια, κυρίως επειδή το ιστορικό υπόβαθρο της έκδοσής τους παραμένει ελάχιστα γνωστό. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αναφορά σε αρχαίες πηγές για την πόλη της Ριζώνος ή για τον βασιλιά Βαλλαίο. Ωστόσο, αρκετά χαρακτηριστικά αυτών των νομισμάτων - όπως τα χαρακτηριστικά της επιγραφής και της εικονογραφίας (ιδιαίτερα η παρουσία του τίτλου "βασιλέως"[16] στο νόμισμα του Βαλλαίου και η παρουσία της μακεδονικής αιγίδας στο "Νομισματοκοπείο του Ριζονικού Κόλπου", η μετρολογία, η επιλογή των επεξεργασμένων μετάλλων και άλλα στοιχεία δείχνουν σύμφωνα με τους σύγχρονους ερευνητές, το χρονικό διάστημα μεταξύ του 3ου αιώνα π.Χ. και του 2ου αιώνα π.Χ. ως το πιθανότερο γενικό χρονολογικό πλαίσιο για τη δραστηριότητα των νομισματοκοπείων της Ριζώνας και τη διαδοχική έκδοση των υπολοίπων νομισμάτων των διαφόρων άλλων τοπικών αρχών της περιοχής αυτής.

Παλαιότερα ο Κόλπος του Κότορ ήταν γνωστός επίσης και ως Sinus Rhizonicus. Η Ρίζων είχε επίσης τον δικό της προστάτη, μια θεότητα που ονομαζόταν Μέδαυρος (Medaurus), ο οποίος απεικονιζόταν έφιππος, φέροντας λόγχη.[17] Ο βαθμός εξελληνισμού της Ριζώνος πάντως σε γενικές γραμμές θεωρείται από τους σύγχρονους ερευνητές ως ιδιαίτερα υψηλός.[18]

Αν και οι αρχαίοι συγγραφείς δεν καταγράφουν την ίδρυση κάποιας συγκεκριμένης ελληνικής πόλης κατά μήκος της ακτής του Μαυροβουνίου, ωστόσο, τα αρχαιολογικά ευρήματα από αρκετές πόλεις, όπως η Ρίζων (λατινικά: Rhizon-Risin(i)um, η σύγχρονη Ρίσαν), η Βουθόη (λατινικά: Butua, η σύγχρονη Μπούδβα) και το Ουλκίνιον (λατινικά: Olcinium, το σύγχρονο Ούλτσινι), αποκαλύπτουν ότι η ελληνική επιρροή ήταν ισχυρή τουλάχιστον από τον 4ο αιώνα π.Χ. και μετά.[1]

Τα τείχη των πόλεών αυτών ήταν κτισμένα με τις χαρακτηριστικές μεθόδους της ελληνικής τοιχοποιίας, ενώ στα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής περιλαμβάνονται δείγματα κεραμικών, νομισμάτων και κοσμημάτων, τα οποία προέρχονταν κυρίως από τα κέντρα της Μεγάλης Ελλάδας, αλλά και από άλλες ελληνικές περιοχές.[1] Πάντως, οι δεσμοί αυτών των πολισμάτων/πολιχνίων με την Ελλάδα παραμένουν ασαφείς. Υπάρχει επίσης ένα ταφικό μνημείο γυναίκας, η οποία καταγόταν από τη Ρίζωνα και τάφηκε στην Αθήνα, εύρημα, που για τους σύγχρονους ερευνητές αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη των σχέσεων, που όμως δεν καταγράφεται κάτι άλλο σχετικό περαιτέρω.[19][1]

Ρωμαϊκή εποχήΕπεξεργασία

 
Οι ρωμαϊκές οδοί του Μαυροβουνίου συνδέονταν με το Risinium.

Στους ρωμαϊκούς χρόνους, το Ριζίνιον (λατινικά: Risinium) αναφέρεται στις πηγές ως οχυρή πόλη/οικισμός (oppidum) με κατοίκους Ρωμαίους πολίτες (λατινικά: oppidum civium Romanorum). Δύο ρωμαϊκές οδοί οδηγούσαν στον Κόλπο του Κότορ. Η πιο ευημερούσα περίοδος για το ρωμαϊκό Ριζίνιον ήρθε μεταξύ του 1ου αιώνα και του 2ου αιώνα, όταν έγιναν τεράστιες βίλες (εξοχικές οικίες) στην περιοχή και η πόλη είχε περί τους 10.000 κατοίκους.

 
Ο θεός Ύπνος, σε ψηφιδωτό μωσαϊκό, από ρωμαϊκή έπαυλη - βίλα στην περιοχή του Ρίσαν του Μαυροβουνίου.

Πέντε ψηφιδωτά μωσαϊκά είναι τα πιο πολύτιμα απομεινάρια εκείνης της περιόδου, όχι μόνο για την Ρίζωνα, αλλά και για το ίδιο το Μαυροβούνιο.[20][21] Το πιο καλά συντηρημένο ψηφιδωτό απεικονίζει την θεότητα των ονείρων, τον Ύπνο. Είναι, προς το παρόν, η μόνη γνωστή εικόνα αυτού του είδους τεχνικής στα Βαλκάνια. Ο Άγγλος αρχαιολόγος Σέρ Άρθουρ Τζον Έβανς (Sir Arthur John Evans, 1851–1941) πραγματοποίησε, το 1885, διερευνητικές ανασκαφές στην περιοχή.

Οι εισβολές των Αβάρων και των Σλάβων στην ευρύτερη περιοχή οδήγησαν στην εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης. Η τελευταία αναφορά για το Ριζίνιον, από έναν επίσκοπο της εποχής εκείνης, χρονολογείται στο 595.

Σύγχρονη εποχήΕπεξεργασία

Στη σύγχρονη παραθαλάσσια πόλη του Ρίσαν, δεν υπάρχουν, ή τουλάχιστον δεν έχουν βρεθεί ως σήμερα, στοιχεία που να την συνδέουν με την αρχαία Ρίζωνα ή την μεσαιωνική πόλη Ριζίνιον, αλλά στον λόφο Γκραντίνα (Gradina), πάνω από την αρχαιολογική θέση Καρίνε (Carine), βρίσκεται φρούριο, το οποίο περιλαμβάνει τα ερείπια αρχαίας ιλλυρικής ακρόπολης.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 1,6 1,7 1,8 (Ελληνικά) Dubravka Ujes Morgan, «Η ελληνική επιρροή στα δυτικά και κεντρικά Βαλκάνια κατά την προ-ρωμαϊκή περίοδο. Σερβία και Μαυροβούνιο», (σελ. 86-97) περιοδικό "Αρχαιολογία", τεύχος 90ο, Ιούλιος 2011, σελ. 90-91.
  2. (Ελληνικά) Στέφανος Βυζάντιος, "Εθνικά", ("Stephani Byzantii Ἐθνικων quæ supersunt." Gr. Edidit Anton Westermann, Λειψία 1839), [...] "'Ρίζων, πόλις της Ιλλυρίας και ποταμός ομώνυμος. ο πολίτης 'Ριζωνίτης". [...], σελ. 242.
  3. (Ελληνικά) Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων, «Δοκίμιον περί της πλησιεστάτης συγγενείας της Σλαβονο-Ρωσσικής γλώσσης προς την Ελληνικήν», Συνταχθέν υπό του Οικονόμου του Οικουμενικού Πατριαρχικού θρόνου, και καθολικού Ιεροκήρυκος της Μεγάλης Εκκλησίας και πασών των Ορθοδόξων του Ελληνικού γένους Εκκλησιών, Κωνσταντίνου Πρεσβυτέρου του εξ Οικονόμων γενεαλογουμένου, Συνέδρου του της εν Πετρουπόλει Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Συλλόγου, εταίρου της Αυτοκρατορικής Ρωσσικής Ακαδημίας, (τόμοι 3: Μέρος Α', Τόμος Α' - Μέρος Β', Τόμος Β' - Μέρος Β', Τόμος Γ'), Εν τη Τυπογραφία της Ακαδημίας των Επιστημών, Εν Πετρουπόλει AΩΚΗ (1828). Τόμος Γ', σελ. 30: [...] "πρβλ. 'Ρίζων (ποταμός, και πόλις εν Ιλλυρία)". [...]
  4. (Ελληνικά) Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, «Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας. Αρχαιολογικός Θησαυρός Λεξικόν της Ελληνικής Αρχαιολογίας», υπό Αλεξάνδρου Ρ. Ραγκαβή, 2 τόμοι, Εκ του Τυπογραφείου των καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, Εν Αθήναις 1888-1891, τόμος 2ος, σελ. 1137: [...] "'Ρίζων, πόλις οχυρά της Δαλματίας, επί ομωνύμου κόλπου ή και ποταμού (Πολβ. Β, 11. - Στρβ. Ζ, 316. - Liv. XLV, 26). Νυν 'Ριζάνον εν τω κόλπω του Κατάρου". [...]
  5. (Ελληνικά) Σκαρλάτος Βυζάντιος «Λεξικόν της καθ' ημάς ελληνικής διαλέκτου, μεθηρμηνευμένης εις το αρχαίον ελληνικόν και το γαλλικόν μετά προσθήκης γεωγραφικού πίνακος των νεωτέρων και παλαιών ονομάτων», Υπό Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, δαπάνη Κ. Βαρβάτη. Τύποις Αλεξάνδρου Γκαρπολά, Αθήνησι 1857, σελ. 476: [...] Risano, χ. (παραθαλ.) της Ιλυρ. (πλησίον του Κατάρου). Ριζόνιον ή Ριζίονιον". [...]
  6. (Ελληνικά) Κλαύδιος Πτολεμαίος, «Γεωγραφική Υφήγησις», επανέκδοση σε επιμέλεια: Karl Friedrich August Nobbe, «Γεωγραφία», Τόμος Α', εκδοτικός οίκος: Sumptibus et typis Caroli Tauchnitii, Λειψία 1843, σελ. 134, LIB. II, CAP. 16 (17), §3: [...] "5. Νάρωνος (ή και Ναρδώνου) ποταμού εκβολαί, 'Ρίσινον, Επίδαυρος, Α(σ)κρούιον, Ριζονικός κόλπος, Βουλούα (ή Βουτούα), Ουλκίνιον, Αρίλωνος ποταμού εκβολαί, Λισσός (Ομού πόλεις παράλιοι είκοσι τέσσαρες)." [...]
  7. 7,0 7,1 (Λατινικά) Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, «Naturalis historia», Liber III, 144: [...] "a Narone amne C p. abest Epidaurum colonia. ab Epidauro sunt oppida civium Romanorum Rhizinium, Acruium, Butuanum, Olcinium, quod antea Colchinium dictum est, a Colchis conditum, amnis Drino superque eum oppidum civium Romanorum Scodra ab mari XVIII, praeterea multorum Graeciae oppidorum deficiens memoria nec non et civitatium validarum: eo namque tractu fuere. Labeatae, Senedi, Rudini, Sasaei, Grabaei; proprieque dicti Illyri et Taulanti et Pyraei retinent nomen. in ora Nymphaeum promunturium. Lissum oppidum civium Romanorum ab Epidauro C p." [...]
  8. (Λατινικά) Τίτος Λίβιος, «Ab Urbe Condita», Liber XLV, 26: [...] "inde in tres partes Illyricum diuisit. unam eam fecit, quae supra ~Dictam est, alteram Labeatas omnis, tertiam Agrauonitas et Rhizonitas et Olciniatas accolasque eorum. hac formula dicta [in] Illyrico ipse inde Epiri Passaronem in hiberna redit." [...] Οι κάτοικοι του Ακρουίου, οι Αργαβονίτες [Argavonitae], δίπλα στους κατοίκους της Ρίζωνος, τους Ριζωνίτες [Rhizonitae] και του Ουλκινίου, τους Ουλκινιάτες [Olciniatae].
  9. Dubravka Ujes Morgan, από την ιστοσελίδα: independent.academia.edu
  10. (Ελληνικά) «Μέγα Ετυμολογικόν», «Ετυμολογικόν το Μέγα, ήγουν η Μεγάλη Γραμματική», Λειψία 1816 και Ετυμολογικόν το Μέγα (pdf), στήλη 188: «Βουθόη, πόλις Ιλλυρίδος. είρηται, ότι Κάδμος επί βοάν ζεύγους εκ Θηβών ταχέως εις Ιλλυρικούς παραγενόμενος έκτισε πόλιν• και από των βοών και του θοώς φυγείν, Βουθόην ωνόμασεν, ή από του βούτου βουτόη, και βουθόη. το εθνικόν, Βουθοαίος». […]
  11. (Ελληνικά) Απολλώνιος ο Ρόδιος, «Αργοναυτικά», Ἀργοναυτικῶν Δ', στίχοι 516-518: [...] "οἱ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπ᾽ Ἰλλυρικοῖο μελαμβαθέος ποταμοῖο, / τύμβος ἵν᾽ Ἁρμονίης Κάδμοιό τε, πύργον ἔδειμαν, / ἀνδράσιν Ἐγχελέεσσιν ἐφέστιοι•" [...]
  12. (Ελληνικά) Ψευδοσκύλαξ, «Περίπλους του Ψευδοσκύλακα», στιχ. 32, §25: [...] "ΕΓΧΕΛΕΙΣ. Ἰλλυριῶν ἔθνος εἰσὶν οἱ Ἐγχελεῖς, ἐχόμενοι τοῦ Ῥιζοῦντος. Ἐκ Βουθόης δὲ εἰς Ἐπίδαμνον, πόλιν Ἑλληνίδα, πλοῦς ἡμέρας καὶ νυκτός, ὁδὸς δὲ τριῶν ἡμερῶν". [...]
  13. (Ελληνικά) Αίλιος Ηρωδιανός, «Περί καθολικής προσωδίας Α'» και Περί καθολικής προσωδίας Β'», Aelius Herodianus, επιμέλεια: August Lentz, Εκδότης: In Aedibus B.G. Teubneri, 1867, σελ. 27, στιχ. 15: [...]"'Ρίζων ο του Κάδμου υιός και πόλις Ιλλυρίας και ποταμός ομώνυμος" [...] και σελ. 731, στιχ. 7: [...] ""Ρίζων 'Ρίζωνος (ο του Κάδμου υιός". [...]
  14. (Γαλλικά) Marco Cavalieri, Eric De Waele, Laure Meulemans (2013). Industria Apium: L'archéologie : une démarche singulière, des pratiques multiples – Hommages à Raymond Brulet. Louvain: Presses universitaires de Louvain. σελ. 219. ISBN 2875580795.  More than one of |pages= και |page= specified (βοήθεια)
  15. (Γαλλικά) Persa Aligrudic (19 Αυγούστου 2016). «Archéologie au Monténégro : Découverte des vestiges du palais de Teuta, la dernière reine illyrienne». https://www.courrierdesbalkans.fr/. Le Courrier des Balkans. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2018.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |website= (βοήθεια)
  16. (Αγγλικά) (Σερβικά) Dubravka Ujes Morgan, "A SILVER COIN OF KING BALLAIOS FROM RISAN (MONTENEGRO) - SREBRNI NOVAC KRALJA BALEJA IZ RISNA (CRNA GORA)", "NumiZmatike vijesti", GOINA 59, BROJ 70, UDK 737, ISSN 0546-9422, Zagreb 2017, (Σερβικά) p. 16-19 & (Αγγλικά) p. 20-23.
  17. Wilkes 1995, σελ. 247.
  18. (Γαλλικά) Danièle Berranger-Ausserve (2007). Épire, Illyrie, Macédoine: mélanges offerts au professeur Pierre Cabanes. Presses Universitaires Blaise Pascal. σελ. 130. ISBN 2845163517.  More than one of |pages= και |page= specified (βοήθεια)
  19. (Ελληνικά) Ελληνικές επιγραφές - IG, SEG 21:984: [...] " — — — — α/ ․․․κ̣λέους / Ῥιζονῖτις". [...] Η επιγραφή σε επιτύμβιο κιονίσκο, ο οποίος χρονολογείται στην ύστερη ελληνιστική ή πρώιμη ρωμαϊκή περίοδο.
  20. (Σερβικά) «Rimski mozaici iz Risna». http://montenegrina.net/. Radio Televizije Crne Gore. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2018.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |website= (βοήθεια)
  21. (Σερβικά) «Rimski mozaici u Risnu – II vijek Nove Ere». http://www.risanmosaics.me/. 7 Ιουλίου 2012. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2018.  Εξωτερικός σύνδεσμος στο |website= (βοήθεια)

ΠηγέςΕπεξεργασία

Πρωτογενείς πηγές

Δευτερογενείς πηγές

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Rhizon της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).