Σύσκεψη των Καλτεζών

Η Σύσκεψη των Καλτεζών είναι μια από τις πρώτες επίσημες διασκέψεις Ελλήνων αξιωματούχων, η οποία αποσκοπούσε στη διοικητική συγκρότηση του επαναστατημένου ελληνικού έθνους και στην ενιαία δράση (πολιτική και στρατιωτική) κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Έλαβε χώρα στις 26 Μαΐου του 1821, του πρώτου έτους της ελληνικής επανάστασης, στην ομώνυμη Μονή (επίσημα, Μονή Αγίου Νικολάου), η οποία βρισκόταν κοντά σε ορεινό οικισμό (υψόμ. 680 μ., σήμερα 112 κάτ.) στο νότιο άκρο του νομού Αρκαδίας -πρώην επαρχίας Μαντίνειας, 48 χλμ. δυτικά της Τρίπολης που έφερε επίσης το ίδιο όνομα, Καλτεζές[1]. Οι εργασίες της σύσκεψης, στην οποία συμμετείχαν αρχιερείς και πρόκριτοι της Πελοποννήσου, κατέληξαν στην έκδοση ψηφίσματος και τη σύσταση της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Στη διάσκεψη μετείχε, ανεπίσημα και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ο οποίος δεν δέχθηκε να προσυπογράψει το τελικό κείμενο, την καταστατική πράξη που έφερε τον τίτλο "Πατρίς", καθώς διαφώνησε με τη σύσταση της Γερουσίας, ζητώντας να συγκροτηθεί κυβέρνηση στρατιωτικών ("Γοβέρνο Μιλιτάρε").

Πίνακας περιεχομένων

Τι προηγήθηκεΕπεξεργασία

Η πρώτη παρόμοια επίσημη μυστική σύσκεψη (φιλικών, προκρίτων κι αρχιερέων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου) πραγματοποιήθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1821, στην οικία του Ανδρέα Λόντου στο Αίγιο (τότε Βοστίτσα). Σε αυτήν παρουσιάστηκε, ως απεσταλμένος του Αλ. Υψηλάντη, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας, που προσπάθησε να πείσει τους παριστάμενους για το επείγον της έναρξης του Αγώνα.

Τα επιχειρήματα του Δικαίου δεν έπεισαν τους περισσότερους από τους παρισταμένους και, όπως αναφέρει ο Αμβρόσιος Φραντζής, που ήταν παρών, η συζήτηση κατέληξε σε ανταλλαγή ύβρεων μεταξύ του Ανδρέα Ζαΐμη και Π.Π. Γερμανού (από τη μία) και του Παπαφλέσσα από την άλλη. Ο τελευταίος, αποχώρησε από τη σύσκεψη με τα λόγια: "... όποιον πιάσουν οι Τούρκοι δίχως άρµατα ας τον σκοτώσουν."

Στις 24 Μαΐου του 1821 και ενώ είχαν προηγηθεί οι νίκες των επαναστατικών δυνάμεων στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα και στα Άνω Δολιανά, πλήθος στρατιωτικών ηγετών και πολιτικών προσωπικοτήτων της Πελοποννήσου σχεδίαζαν την πολιορκία της Τρίπολης, του βασικού στρατιωτικού και διοικητικού κέντρου των Οθωμανικών Αρχών του Μωριά.

Οι στρατιωτικοί κατευθύνθηκαν στην Τρίπολη και οι πολιτικοί στράφηκαν προς τις Καλτεζές, όπου διόρισαν πρόεδρο της συνέλευσης τον Πετρόμπεη, πρώτο γραμματέα τον Ρήγα Παλαμήδη και δεύτερο γραμματέα τον Πανάγο Δεληγιάννη. Τα υπόλοιπα μέλη της σύσκεψης ήσαν, μεταξύ άλλων, οι Κανέλλος Δεληγιάννης, Αναγνώστης Δεληγιάννης, Θάνος Κανακάρης, Παναγιώτης Κρεββατάς, Νικόλαος Ταμπακόπουλος, Νικόλαος Πονηρόπουλος, Π. Ζαριφόπουλος, Σωτήριος Χαραλάμπης, Θεοχάρης Ρέντης, Άθ. Γρηγοριάδης, Άθ. Κυριάκος, Πέτρος Σαλαμωνός, Μανώλης Μελετόπουλος, Μιχάλης Κομητάς, Βασίλειος Σακελλαρίου, Αναγνωσταράς Παπαγεωργίου, Ν. Πετιμεζάς και αδελφοί, Κωνσταντής Χρυσανθακόπουλος καί αδελφοί, Δημήτριος Μέλιος, Δημήτριος Παπατσώνης, Κωνσταντίνος Ζαφειρόπουλος, Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος, Παπαπαναγιώτης Παπαλεξίου, Παναγιώτης Μερίκας, Θεόδωρος Πουλόπουλος, Παναγιώτης Γολόπουλος, Σακελλάριος Παπαφώτου, Γεωργάκης Αγαλόπουλος, Αναγνώστης Τζωρτζάκης, Αθανάσιος Κυριάκος, Νικόλαος Παλαδάς, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος Βρεσθένης, ο Πρωτοσύγγελος Αμβρόσιος και ο Επίσκοπος Έλους Άνθιμος.

Η διακήρυξη της σύσκεψηςΕπεξεργασία

«Ή γενική ευταξία τής πατρίδος μας Πελοποννήσου καί ή αίσία έκβασις του προκειμένου ιερού αγώνος περί τής σεβαστής ελευθερίας τού γένους μας,επειδή καί άναγκαίως άπήτουν τήν εθνικήν Συνέλευσιν καί σύσκεψιν, συνηθροίσθημεν επί τούτω οι υπογεγραμμένοι από μέρους των επαρχιών μας, έχοντες και την γνώμην και όλων των λοιπών απόντων μελών κατά τήν Σ. μονήν τών Καλτεζιών κατ' εύλογον κοινήν ημών γνώμην και απόφασιν ολων των απόντων έκλέξαντες τους φιλογενεστάτους κυρίους (ως όπισθεν φαίνονται τά ονόματα αυτών) καθ' υπακοήν καί συγκατάνευσιν καί αυτών είς την κοινήν ημών ταύτην πρότασιν τους διορίζομεν δε νά παραυρίσκωνται μετά του ένδοξωτάτου κοινού ημών αρχιστρατήγου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και πάντες οί άνωθεν επέχοντες την Γερουσίαν όλου το δήμου τών επαρχιών της Πελοποννήσου (προηγουμένης της ένδοξότητός του) νά σκέπτωνται, προβλέπουσι και διοικώσι καί κατά τό μερικόν καί κατά τό γενικόν, άπάσας τάς διαφοράς καί παν ότι συντείνει εις την κοινήν ευταξίαν, άρμονίαν, έξοικονόμησίν τε καί ευκολίαν του Ίερού Αγώνος μας καθ' οποιονδήποτε τρόπον ή Θεία Πρόνοια τούς φωτίσει καί γνωρίσωσιν ώφέλιμον, έχοντες κατά τούτο πάσαν πληρεξουσιότητα, χωρίς να ειμπορή τινάς να άντιτείνη ή να παρακούση εις τα νεύματα καί διαταγάς των. Και τούτο τό ύπουργημά των καί ή ημετέρα εκλογή θέλει διατρέξει καί θέλει έχει τό κύρος μέχρι της αλώσεως της Τριπολιτσάς καί δευτέρας κοινής σκέψεως. Καί περί μεν της άπό μέρους των ειλικρινούς, άπαθούς καί μετά της δυνατής επιμελείας καί σκέψεως εις τό άνωθεν ύπουργημά των έξακολουθίας, καθώς καί της άπό τό μέρος ημών τέ καί όλων τών απόντων υπακοής καί άνευ τινός αντιστάσεως, προφασιολογίας, καί αναβολής τής έξακολουθίας καί ενεργείας τών νευμάτων καί διαταγών των. Έλάβομεν αμφότερα τά μέλη τον πρέποντα όρκον ενώπιον τού Υψίστου Θεού εν βάρει συνειδότος καί τής τιμής μας καί ούτως έπεδόθη αύτοίς τό παρόν ένυπόγραφον άποδεικτικόν καί κυρωτικόν γράμμα μας».

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

ΠηγέςΕπεξεργασία

Εξωτερικοί ΣύνδεσμοιΕπεξεργασία