Άνοιγμα κυρίου μενού

Στην πρώτη Χριστιανική Εκκλησία, εκτός από τους προφήτες με το ελεύθερο προφητικό χάρισμα, υπήρχαν και κάποιοι άλλοι "Προφήτες", που λάβαιναν το χάρισμα αυτό μέσω χειροτονίας. Αυτοί αποτελούσαν την Τάξη των Προφητών. Η τάξη των προφητών είχε μεγάλη εξουσία στην Εκκλησία των πρώτων δύο αιώνων. Ήταν μάλιστα το δεύτερο σε εξουσία λειτούργημα μετά από αυτό των αποστόλων, όπως φαίνεται στα παρακάτω εδάφια:

...και Αυτός έδωκε τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν τών αγίων, εις έργον διακονιας, εις οικοδομήν τού σώματος τού Χριστού.

— Εφεσίους 4/δ΄ 10 - 1

Και ους μεν έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών. Μη πάντες απόστολοι; μη πάντες προφήται; μη πάντες διδάσκαλοι; ...Ζηλούτε ουν τα χαρίσματα τα κρείττονα.

— Α΄ Κορινθίους 12/ιβ΄ 28 - 30

Από τα παραπάνω εδάφια αυτά, φαίνεται ότι το προφητικό χάρισμα, ήταν το δεύτερο από τα "κρείττονα" (σπουδαιότερα), μετά από τού αποστόλου και δεν είχε σχέση με το ελεύθερο προφητικό χάρισμα, που εκδηλωνόταν ευκαιριακά, αλλά ήταν κάτι μόνιμο, όπως και το αποστολικό χάρισμα, τα οποία "έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία". Πρόκειται λοιπόν για την αρχαιότερη και σημαντικότερη μετά τους Αποστόλους τάξη στην Εκκλησία.

Μία βασική διαφορά των "Προφητών" από τους "Αποστόλους", ήταν ότι ενώ οι Απόστολοι επιλέγονταν απ' ευθείας από τον Ιησού Χριστό, οι Προφήτες επιλέγονταν απευθείας από το Άγιο Πνεύμα. Αυτό φαίνεται στις Πράξεις 13/ιγ΄ 1 - 3:

Ήσαν δε εν Αντιοχεία κατά την ούσαν εκκλησίαν προφήται και διδάσκαλοι ό τε Βαρναβάς και Συμεών ο καλούμενος Νίγερ και Λούκιος ο Κυρηναίος, Μαναήν τε Ηρώδου τού τετράρχου σύντροφος, και Σαύλος. Λειτουργούντων δε αυτών τω Κυρίω και νηστευόντων, είπεν το Πνεύμα το Άγιον: "Αφορίσατε δή μοι τον Βαρναβάν και Σαύλον εις το έργον ό προσκέκλημαι αυτούς". Τότε νηστεύσαντες, και προσευξάμενοι και επιθέντες τας χείρας αυτοίς απέλυσαν.

Έτσι λοιπόν, ο Σαούλ (Παύλος) και ο Βαρνάβας, που τότε ανήκαν στην τάξη των προφητών, στάλθηκαν για ευαγγελισμό στην Κύπρο και στη Μικρά Ασία. Αυτή ήταν η πρώτη περιοδεία του Παύλου. Η επιλογή τους μάλιστα, έγινε καθώς "λειτουργούσαν". Αυτό δείχνει ότι οι απαρτίζοντες την τάξη τών προφητών, είχαν το δικαίωμα να τελούν τη Θεία Ευχαριστία.

Επίσης, στις Πράξεις 14/ιδ΄ 23, φαίνεται πως οι επιλεγέντες αυτοί Προφήτες από την Εκκλησία τής Αντιοχείας, είχαν το δικαίωμα να χειροτονούν πρεσβυτέρους στις κατά τόπους Εκκλησίες. Είναι λοιπόν δεδομένη η εξουσία των προφητών, επί τού πρεσβυτερίου των κατά τόπους Εκκλησιών. Εξάγεται λοιπόν και ένα ακόμα συμπέρασμα, ότι το λειτούργημα των προφητών δεν ήταν ένα τοπικό λειτούργημα, αλλά η εμβέλειά του είχε ισχύ και σε ευρύτερες περιοχές από την Εκκλησία καταγωγής τού προφήτη. Αυτό μπορούμε να το δούμε και σε ένα ακόμα χωρίο των Πράξεων των Αποστόλων. Μετά το τέλος τής Αποστολικής Συνόδου το 49 μ.Χ., οι Απόστολοι και οι Πρεσβύτεροι που συμμετείχαν στη Σύνοδο των Ιεροσολύμων, εξέλεξαν "Ιούδαν τον καλούμενον Βαρσαββάν και Σιλάν, άνδρας ηγουμένους εν τοις αδελφοίς"[1]. Αυτούς τους δύο Προφήτες, τους έστειλαν στην Εκκλησία τής Αντιοχείας, για να μεταφέρουν μαζί με τον Παύλο και το Βαρνάβα, τις αποφάσεις τής Αποστολικής Συνόδου. Το ότι αυτοί οι δύο "ηγούμενοι" ανήκαν στην τάξη των Προφητών, αναφέρεται στις Πράξεις 15/ιε΄ 32:

Ιούδας τε και Σιλάς, και αυτοί προφήται όντες, δια λόγου πολλού παρεκάλεσαν τους αδελφούς και επεστήριξαν.

Όλα αυτά, δείχνουν ότι οι Προφήτες, εκτελούσαν με εξουσία περιοδείες μεταξύ των Εκκλησιών, υπό την εποπτεία των αποστόλων. Αυτό το βλέπουμε και στο πρωτοχριστιανικό σύγγραμμα τής Διδαχής των Αποστόλων, που γράφτηκε κατά το 70 - 100 μ.Χ. Η ιστορική αξία αυτού τού συγγράμματος είναι μεγάλη, επειδή είναι ένα από τα λίγα που διασώθηκαν από την πρώιμη εκείνη εποχή, που ένας ένας οι απόστολοι έφευγαν από την επίγεια σκηνή, και άφηναν πίσω τούς διαδόχους τους. Είναι δε σημαντικό, καθώς επιβεβαιώνει τα όσα είδαμε προηγουμένως και στην Αγία Γραφή. Εκεί, μεταξύ άλλων διαβάζουμε για την τάξη των Προφητών:

"Τους δε προφήταις επιτρέπετε ευχαριστείν όσα θέλουσιν". (Διδαχή 10/ι΄ 7).
"Περί δεν τών αποστόλων και προφητών κατά το δόγμα τού Ευαγγελίου, πας δε απόστολος ερχόμενος προς υμάς δεχθήτω ως Κύριος, ου μενεί δε, ει μη ημέραν μίαν, εάν δε ή χρεία, και την άλλην, τρεις δε εάν μείνη ψευδοπροφήτης. Εξερχόμενος δε ο απόστολος, μηδέν λαμβανέτω, ει μη άρτον, έως ου αυλισθή. Εάν δε αργύριον αιτή, ψευδοπροφήτης εστί. Και πάντα προφήτην λαλούντα εν πνεύματι ου πειράσετε, ουδέ διακρινείτε, πάσα γαρ αμαρτία αφεθήσεται, αύτη δε η αμαρτία ουκ αφεθήσεται. Ου πας δε ο λαλών εν πνεύματι προφήτης εστίν, αλλ' εάν έχη τους τρόπους Κυρίου". (Διδαχή 11/ια΄ 3 - 12).
"Πας δε προφήτης αληθινός, θέλων καθήσθαι προς υμάς, άξιός εστι τής τροφής αυτού... Πάσαν ουν απαρχήν γεννημάτων ληνού και άλωνος, βοών τε και προβάτων λαβών την απαρχήν τοις προφήταις, αυτοί γαρ εισίν οι αρχιερείς υμών..." (Εδ. 13).
"Χειροτονήσατε ουν εαυτοίς επισκόπους και διακόνους αξίους τού Κυρίου, άνδρας πραείς και αφιλαργύρους και αληθείς και δεδοκιμασμένους. Υμίν γαρ λειτουργούσιν και αυτοί την λειτουργίαν τών προφητών και διδασκάλων, μη ουν υπερίδητε αυτούς, αυτοί γαρ εισίν οι τετιμημένοι υμών μετά τών προφητών και διδασκάλων..." (Διδαχή 15/ιε΄ 1-2).

Στα παραπάνω, μαθαίνουμε ότι οι Προφήτες, όπως και οι Απόστολοι, περιόδευαν τις Εκκλησίες, και φιλοξενούντο από τους Χριστιανούς. Έπρεπε λοιπόν οι Χριστιανοί να είναι προσεκτικοί, επειδή κυκλοφορούσαν και απατεώνες, που παρίσταναν τους Προφήτες, η λεγόμενη "τάξη των Ψευδοπροφητών". Μαθαίνουμε επίσης, ότι οι Προφήτες ήταν ηγετική τάξη, μετά τους Αποστόλους, και απολάμβαναν μεταξύ των Χριστιανών τιμή Αρχιερέων. Μάλιστα, φαίνεται καθαρά η υπεροχή τους απέναντι στους Πρεσβυτέρους των Εκκλησιών. Τέλος, οι Προφήτες μπορούσαν να τελούν τη Θεία Ευχαριστία, ("επιτρέπετε ευχαριστείν όσα θέλουσιν") χωρίς να πρέπει οι Χριστιανοί να τους εμποδίζουν.

Επιστρέφοντας στην Αγία Γραφή, ας δούμε κάποιους ακόμα "Προφήτες".

Β΄ Τιμόθεον 1/α΄ 6: "Αναμιμνήσκω σε αναζωπυρείν το χάρισμα τού Θεού, ο εστιν εν σοι δια τής επιθέσεως τών χειρών μου", γράφει ο απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο, τον οποίο είχε χειροτονήσει Προφήτη. Αυτό φαίνεται από το ότι τού είχε δώσει εξουσία να χειροτονεί, καθώς και από το ότι είχε επιλεγεί από το Άγιο Πνεύμα και είχε χειροτονηθεί "δια προφητείας". (Α΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 6. 4/δ΄ 13,14).

Παρόμοιες αποστολές δόθηκαν στον Τίτο στη Δαλματία και την Κρήτη[2], στον Τυχικό στην Ασία[3], στον Κρήσκη στη Γαλατία[4], στον Τιμόθεο στη Μακεδονία[5], στον Αρτεμά στην Κρήτη[6], και στον Έραστο στην Αχαϊα[7]. Μετά το θάνατο των αποστόλων, οι Προφήτες ως διάδοχοί τους συνέχισαν το έργο τους, χειροτονώντας και κηρύττοντας σε όλο τον κόσμο. Καθώς οι δεκαετίες περνούσαν και οι Προφήτες γερνούσαν, δεν μπορούσαν πλέον να γυρίζουν στις διάφορες Εκκλησίες, και άρχισαν να εγκαθίστανται σε Εκκλησίες τής επιλογής τους. Εκεί χειροτόνησαν τους δικούς τους διαδόχους, οι οποίοι ονομάστηκαν "Επίσκοποι", και υπάρχουν στην Εκκλησία ως σήμερα.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Πράξεις 15/ιε΄ 22
  2. Τίτον 1/α΄ 5
  3. Β΄ Τιμ. 4/δ΄ 12
  4. Β΄ Τιμ. 4/δ΄ 10
  5. Φιλιπ. 2/β΄ 19
  6. Τίτον 3/γ΄ 12
  7. Β΄ Τιμ. 4/δ΄ 20

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Εκκλησιαστική Ιστορία Α΄ τού Βλασίου Ιω. Φειδά, σελ. 59..., (2η έκδοση 1994).
  • Πατρολογία Α', Στυλιανού Παπαδόπουλου, "Διδαχή των Αποστόλων"