Άνοιγμα κυρίου μενού
Για άλλες χρήσεις, δείτε: Ταμπού (αποσαφήνιση).

Ο όρος ταμπού προέρχεται από τις γλώσσες της Πολυνησίας (λ.χ. Τόνγκα ή Φίτζι) και σημαίνει «απαγορευμένος».

Στην πρωταρχική του έννοια, αφορά πρωτόγονους πολιτισμούς, και σημαίνει το πρόσωπο ή το αντικείμενο που απαγορεύεται να πλησιάσει, να αγγίξει, να κατονομάσει ή να χρησιμοποιήσει κανείς, επειδή θεωρείται ιερό ή μιαρό. Το ταμπού θεωρείται μιαρό κι ακάθαρτο, προξενώντας κακό σ' όποιον έρθει σ' επαφή μ' αυτό. Έτσι, λοιπόν ταμπού σε μια γενικότερη σημασία είναι κάτι το απαγορευμένο με έννοια μαγική και δεισιδαιμονική.

Με ευρύτερη έννοια, ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει οτιδήποτε απαγορευμένο, κυρίως οτιδήποτε αντιμετωπίζεται από την κοινωνία ως μη υπάρχον, για λόγους ηθικής ή κοινωνικών προκαταλήψεων. Συνεκδοχικά, αναφέρεται σε κάθε περιορισμό που επιβάλλει η κοινωνική ηθική, δηλαδή κάθε κοινωνική προκατάληψη. Η λέξη ταμπού χρησιμοποιείται επίσης για οτιδήποτε το τέλειο, που με κανένα τρόπο, δε δέχεται αμφισβήτηση ή τροποποίηση.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ. Μπαμπινιώτη
  • Τοτέμ και Ταμπού, Ζ. Φρόιντ

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία