Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο Τζορτζ Άντριου Ράισνερ (αγγλικά: George Andrew Reisner) (5 Νοεμβρίου 1867– 6 Ιουνίου 1942) ήταν Αμερικάνος αρχαιολόγος της αρχαίας Αιγύπτου, Νουβίας, και της Παλαιστίνης.

Τζορτζ Άντριου Ράισνερ
Portrait of George Andrew Reisner.jpg
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση 5  Νοεμβρίου 1867[1][2][3][4][5]
Ιντιανάπολις
Θάνατος 6  Ιουνίου 1942[1][2][3][4][5]
Γκίζα
Χώρα πολιτογράφησης Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσες Αγγλικά[6]
Σπουδές Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότητα αιγυπτιολόγος
αρχαιολόγος
διδάσκων πανεπιστημίου
Εργοδότης Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Πίνακας περιεχομένων

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Τζορτζ Άντριου Ράισνερ γεννήθηκε στην Ιντιανάπολις της Ιντιάνα. Οι γονείς του ήταν ο Τζορτζ Άντριου Ράισνερ Ι και η Μέρι Ελίζαμπεθ Μέισον. Οι γονείς του πατέρα του είχαν γερμανική καταγωγή[7].

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ για το μεγαλύτερο μέρος των σπουδών του, από όπου και πήρε το διδακτορικό του 1893, ενώ συνέχισε τις σπουδές του και στο Βερολίνο[8].

Παντρεύτηκε την Μέρι Πούτναμ Μπρόνσον, με την οποία είχε μια κόρη, που λεγόταν επίσης Μέρι.

Το 1889 ο Ράισνερ ήταν προπονητής της ομάδας ράγκμπι του Πανεπιστημίου Περντιού για μία σεζόν.

Αρχαιολογική καριέραΕπεξεργασία

Στις έρευνές του στο Γκέμπελ Μπαρκάλ στην Νουβία, βρήκε ότι οι Νούβιοι βασιλείς δεν ήταν θαμμένοι στις πυραμίδες αλλά έξω από αυτές. Ανακάλυψε επίσης ένα κρανίο μια Νούβιας γυναίκας (που νόμισε ότι ήταν βασιλιάς). Ο Ράισνερ πίστευε ότι η Κέρμα ήταν αρχικά η βάση της Αιγυπτιακής κυβέρνησης, και ότι αυτοί η Αιγύπτιοι ηγεμόνες εξελίχθηκαν στους ανεξάρτητους μονάρχες της Κέρμα.

Ο Ράισνερ συνέταξε έναν κατάλογο των αντιβασιλέων του Κους. Ανακάλυψε τον τάφο της βασίλισσας Χετεφερές Α΄, της μητέρας του Χέοπα. Εκείνη την περίοδο επίσης εξερεύνησε διάφορους μασταμπάδες. Μετά την ανακάλυψη του βασιλικού σκύλου Αμπουτιού από τον Ράισνερ στις 13 Οκτωβρίου 1935 κατά τη διάρκεια κοινής αποστολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και το Μουσείο Καλών Τεχνών Βοστόνης[9][10] ο Arthur Merton των London Times παρατήρησε ότι «ο Ράισνερ απολαμβάνει μια ασυναγώνιστη θέση όχι μόνο σαν εξέχουσα μορφή στην σημερινή αιγυπτιολογία, αλλά και ως άτομο που η ευθύτητα της κρίσης του και οι γνώσεις του είναι ευρέως παραδεκτές»[11].

Το 1902 του παραχωρήθηκε άδεια ανασκαφών στο δυτικό νεκροταφείο στην Γκίζα από τον Γκαστόν Μασπερό, διευθυντή της Υπηρεσίας Αιγυπτιακών Αρχαιοτήτων. Η περιοχή χωρίστηκε σε τρία τμήματα, και μοιράστηκε με κλήρο. Το νοτιότερο κομμάτι δόθηκε στους Ιταλούς υπό τον Ερνέστο Σκιαπαρέλι, το βόρειο μέρος στους Γερμανούς υπό το Λούντβιχ Μπόρχαρντ, και το μεσαίο κομμάτι στον Ράισνερ[12]. Στην Γκίζα συνάντησε την Μαρία της Ρουμανίας[13].

Στην Αίγυπτο, ο Ράισνερ ανέπτυξε μια νέα αρχαιολογική τεχνική, που έγινε το πρότυπο στο επάγγελμα, συνδυάζοντας τις βρετανικές μεθόδους του Πέτρι, τις γερμανικές μεθόδους των Ντέρπφελντ και Κόλντεβαϊ, τη δικιά του αμερικανική πρακτική, και την ικανότητά του για οργάνωση επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας. Το 1908, μετά από μία δεκαετία στην Αίγυπτο ο Ράισνερ τέθηκε επικεφαλής της ανασκαφικής αποστολής του Χάρβαρντ στη Σαμάρια[14].

ΧρονολόγιοΕπεξεργασία

  • 1897–1899: ταξινόμηση της αιγυπτιακής συλλογής του Μουσείου του Καΐρου
  • 1899–1905: επικεφαλής της Αποστόλης Χιρστ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια για την εξερεύνηση στους ταφικούς χώρους στο [[Κιφτ
  • 1905: εξέδωσε τον Ιατρικό Πάπυρο Χιρστ
  • 1905–1914: επίκουρος καθηγητής Αιγυπτιολογίας στο Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ
  • 1907–1909: επικεφαλής της αρχαιολογικής αποστολής στη Νουβία για την αιγυπτιακή κυβέρνηση
  • 1910–1942: έφορος αιγυπτιακών συλλογών του Μουσείου Καλών Τεχνών Βοστόνης
  • 1914–1942: καθηγητής Αιγυπτιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ
  • 1916: ανακαλύψεις στο Γκέμπελ Μπαρκάλ αγαλμάτων από πέτρα του Ταχάρκα και τεσσάρων διαδόχων του, Τανταμανί, Σεκαμανισνέν, Ανλαμανί, και Ασπελτά
  • 1916–1923: εξερεύνηση των πυραμίδων στη Μερόη, ανασκαφή ναού στη Νάπατα
  • 1931: συγγραφή του Μυκερίνου
  • 1942: δημοσίευση του ολοκληρωμένου έργου Ιστορία της Νεκρόπολης της Γκίζας

Δημοσιευμένα έργαΕπεξεργασία

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα George Andrew Reisner της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 30  Απριλίου 2014.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12232775q. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  3. 3,0 3,1 3,2 «Encyclopædia Britannica» (Αγγλικά) biography/George-Andrew-Reisner. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 RKDartists. 409445. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 5,2 (Αγγλικά) SNAC. w6892r8v. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  6. (Γαλλικά) BNF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb12232775q. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  7. Reisner, George Andrew. A Biographical Dictionary of Historic Scholars.
  8. [1]
  9. Hayes 1990, σελ. 65.
  10. Zahradnik 2009, σελ. 207.
  11. Merton 1936, σελ. 23.
  12. Markowitz, Yvonne J., Joyce L. Haynes, and Rita E. Freed. Egypt in the Age of the Pyramids: Highlights from the Harvard University-Museum of Fine Arts, Boston Expedition. Boston, Mass: MFA Publications, 2002. Page 33.
  13. George Andrew Reisner
  14. The Archaeology of Palestine, W.F. Albright, 1960, p.34

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία