Τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα

Το Τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα, που συνήθως αναφέρεται ως "Τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής" ή "Τρίτο μνημόνιο" (επισήμως αγγλ. «Memorandum of Understanding between the European Commission acting on behalf of the European Stability Mechanism and the Hellenic Republic and the Bank of Greece»[1]) ήταν ένα μνημόνιο συνεννόησης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος με ισχύ από 19 Αυγούστου 2015 έως 20 Αυγούστου 2018. Αντικείμενό του ήταν η οικονομική βοήθεια προς την Ελλάδα για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους της υπό την προϋπόθεση λήψης επώδυνων δημοσιονομικών μέτρων. Στο Μνημόνιο αυτό κατέληξε μια διαδικασία διαπραγμάτευσης που ξεκίνησε στη σύνοδο κορυφής των ηγετών της ευρωζώνης στις 13 Ιουλίου 2015, όπου ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συμφώνησε να λάβει η Ελληνική Κυβέρνηση τα προαπαιτούμενα μέτρα. Τα μέτρα αυτά και η κύρωση του Μνημονίου υπερψηφίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων στις 14 Αυγούστου 2015 με 222 «ναι», 64 «οχι» και 11 «παρών».[2] Μεταξύ όσων αρνήθηκαν ή απείχαν από τη θετική ψήφο ήταν και 44 βουλευτές του κυβερνητικού κόμματος ΣΥΡΙΖΑ, γεγονός που προκάλεσε την παραίτηση της Κυβέρνησης στις 20 Αυγούστου και την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου 2015, τις οποίες κέρδισε εκ νέου ο ΣΥΡΙΖΑ. Η λήξη του Τρίτου Μνημονίου στις 20 Αυγούστου 2018 προβλήθηκε επίσημα από την τότε κυβέρνηση Τσίπρα και τα κόμματα ΣΥΡΙΖΑ και Ανεξάρτητοι Έλληνες που τη στήριζαν ως «έξοδος της χώρας από τα Μνημόνια», δηλ. ως λήξη της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής στην Ελλάδα κατά τις απαιτήσεις των κρατών-μελών της Ευρωζώνης.

Η πορεία προς το Τρίτο Μνημόνιο

Επεξεργασία

Στις 23 Απριλίου 2010 ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, σε τηλεοπτικό διάγγελμά του από το Καστελόριζο, ανακοίνωσε την πρόθεση της Ελληνικής Κυβέρνησης να ζητήσει την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης των χωρών της Ευρωζώνης λόγω αδυναμίας της χώρας να εξυπηρετήσει το χρέος της.[3] Το αίτημα κατέληξε τον Μάιο 2010 στην υπογραφή του Πρώτου Μνημονίου, στο πλαίσιο του οποίου χορηγήθηκαν στην Ελλάδα από τις χώρες της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δάνεια συνολικού ύψους €110 δισ. και επιβλήθηκαν επώδυνα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής. Στις 1 Μαρτίου 2012 υπογράφηκε από την Κυβέρνηση συνεργασίας του Λουκά Παπαδήμου το Δεύτερο Μνημόνιο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στο πλαίσιο του οποίου η Ελλάδα συμφωνήθηκε να λάβει επιπλέον δάνεια συνολικού ύψους €164.5 δισ. από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ως το τέλος του 2014, χρονικό όριο που παρατάθηκε αργότερα ως τις 30 Ιουνίου 2015.[4] Ταυτόχρονα υποχρεώθηκε να λάβει ακόμα σκληρότερα μέτρα λιτότητας.

Ωστόσο, πριν τη λήξη του Δεύτερου Μνημονίου έγιναν οι βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015 που ανέδειξαν πρώτο κόμμα τον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος υποσχόταν την κατάργηση των μνημονίων, την ακύρωση των μέτρων λιτότητας και την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Τον Αύγουστο του 2013, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε εξέφρασε τις προσδοκίες του ότι «θα χρειαστεί να υπάρξει ένα άλλο πρόγραμμα (διάσωσης) για την Ελλάδα», μια παρατήρηση που επικαλείται έντονες επικρίσεις από άλλα μέλη του γερμανικού κυβερνητικού συνασπισμού. Ωστόσο, σύντομα, ο κ. Κλάους Ρέγκλινγκ, επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), πρόσθεσε στις παρατηρήσεις του Σόιμπλε, λέγοντας στη γερμανική επιχειρηματική εφημερίδα Handelsblatt ότι η Ελλάδα ενδέχεται να χρειαστεί μια τρίτη δέσμη μέτρων διάσωσης το 2014.

Τον Φεβρουάριο του 2014, η Τρόικα αναφέρθηκε και πάλι στο να εξετάσει το ενδεχόμενο να προσφέρει στην Ελλάδα ένα τρίτο σχέδιο διάσωσης ύψους 15-17 δις ευρώ, αλλά τώρα σε συνδυασμό με την επιπρόσθετη ελάφρυνση του χρέους για την παλαιά Τρόικα, μέσω της διεύρυνσης της διάρκειας των ομολόγων του ΕΤΧΣ από 30 σε 50 χρόνια και μείωση του επιτοκίου κατά 0,5% για το αρχικό χρέος ύψους 80 δισ. ευρώ που οφείλεται σε όλα τα άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσω της Ελληνικής Διευκόλυνσης Δανείων. Μια απόφαση σχετικά με αυτό το πιθανό τρίτο δάνειο διάσωσης, ωστόσο, ανέμενε την ολοκλήρωση της τρίτης αναθεώρησης του δεύτερου προγράμματος διάσωσης και εξαρτιόταν από την τήρηση της Ελλάδας όλων των όρων που καθορίζονταν στο εν λόγω πρόγραμμα - στα οποία περιλαμβάνονταν τα τελικά δημοσιονομικά στοιχεία (έπρεπε να εξακριβωθεί ότι πράγματι επιτεύχθηκε ένα πρωτογενές πλεόνασμα το 2013). Το πιθανό τρίτο δάνειο διάσωσης αναμενόταν να εξεταστεί τελικά από τους φορείς χάραξης πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2014.

Μετά από πεντέμισι μήνες διαπραγματεύσεων, στις 13 Ιουλίου 2015, ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, κατέληξε σε συμφωνία με τους δανειστές για ένα νέο πρόγραμμα. Η Ελλάδα θα ελάμβανε δάνειο ύψους 86 δισ. Ευρώ, το οποίο επρόκειτο να παραδοθεί σταδιακά από τον Αύγουστο του 2015 έως τον Ιούνιο του 2018. Περιελάμβανε ένα αποθεματικό ύψους έως και 25 δισ. Ευρώ για τον τραπεζικό τομέα, προκειμένου να αντιμετωπίσει ενδεχόμενα έξοδα αναδιάρθρωσης των τραπεζών. Σε αντάλλαγμα, η Ελλάδα θα έπρεπε να εξορθολογίσει το σύστημα ΦΠΑ και να διευρύνει τη φορολογική βάση για να αυξήσει τα έσοδα, να μεταρρυθμίσει το συνταξιοδοτικό σύστημα, να διασφαλίσει την πλήρη νομική ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ, να μειώσει αυτόματα τις δημόσιες δαπάνες για να πάρει πρωτογενή πλεονάσματα, να μεταρρυθμίσει τη δικαιοσύνη, να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία για την αγορά εργασίας, να εκσυγχρονίσει και να ενισχύσει την ελληνική διοίκηση, να ανακαλέσει τους νόμους που ψηφίστηκαν από την κυβέρνηση του Τσίπρα προς τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου - εκτός από αυτή που αφορά την «ανθρωπιστική κρίση», - να προσδιορίσουν σαφή αντισταθμιστικά ισοδύναμα για τα κατοχυρωμένα δικαιώματα που δημιουργήθηκαν στη συνέχεια (π.χ. για την επαναπρόσληψη των απολυμένων δημόσιων υπαλλήλων), να ανακεφαλαιοποιηθεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και να ιδιωτικοποιηθούν 50 δισεκατομμύρια κρατικά περιουσιακά στοιχεία. Για να στηρίξει την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης έως το 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή βοηθάει (μέχρι 35 δισ. ευρώ) στην κινητοποίηση για τη χρηματοδότηση επενδύσεων και οικονομικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Το επενδυτικό σχέδιο για την Ευρώπη προσφέρει επίσης ευκαιρίες χρηματοδότησης για την Ελλάδα.

Στις 14 Αυγούστου 2015, μετά από μια ολονύχτια διαμάχη, το Ελληνικό κοινοβούλιο υπερψήφισε τη νέα δανειακή σύμβαση με 222 ΝΑΙ, 64 ΟΧΙ και 11 ΠΑΡΩΝ, παρότι 43 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν κατά της συμφωνίας. Έτσι, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να στηριχθεί από τη Νέα Δημοκρατία, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ. Μετά την απόφαση του Κοινοβουλίου, η Ευρωομάδα εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και των δανειστών της και ξεκίνησε την έναρξη των εθνικών διαδικασιών που απαιτούνταν για την έγκριση του νέου προγράμματος από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Αυτές οι εθνικές διαδικασίες ολοκληρώθηκαν μέχρι τις 19 Αυγούστου 2015. Το τρίτο μνημόνιο τέθηκε σε ισχύ από τις 20 Αυγούστου 2015 όπου η Ελλάδα έλαβε την πρώτη εκταμίευση της αρχικής δόσης των 26 δισ. ευρώ. Μια πρώτη επιμέρους δόση ύψους 10 δισ. ευρώ διατέθηκε, αλλά σε ένα διαχωρισμένο λογαριασμό στον EMS, που προορίζονταν για σκοπούς ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Δείτε επίσης

Επεξεργασία

Παραπομπές

Επεξεργασία
  1. «Ελλάδα: τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 2 Φεβρουαρίου 2024. Ανακτήθηκε στις 2 Φεβρουαρίου 2024. 
  2. Δ. Στρατούλης, 8 μήνες που συντάραξαν την Ελλάδα: Ιανουάριος-Αύγουστος 2015, Αθήνα 2022, σελ. 267.
  3. Παπαδόπουλος, Παύλος (2018-04-08). «Το Πάσχα πριν από το Καστελλόριζο». Καθημερινή. https://www.kathimerini.gr/politics/960160/to-pascha-prin-apo-to-kastellorizo/. 
  4. «Economy and Finance». Financial assistance to Greece. European Commission. Ανακτήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 2024.