Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκρελ

Ἀγγλος αρχιτέκτονας, αρχαιόφιλος και αρχαιοκάπηλος

Ο Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκρελ (Λονδίνο, 1788 – 1863) ήταν Άγγλος αρχιτέκτονας, αρχαιόφιλος και αρχαιοκάπηλος.

Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκρελ
Charles Robert Cocquerell (1788–1863), arkitekt (Christian Albrecht Jensen) - Nationalmuseum - 180230.tif
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση27  Απριλίου 1788[1][2][3][4][5]
Λονδίνο
Θάνατος17  Σεπτεμβρίου 1863[1][2][3][4][5]
Λονδίνο[6]
Χώρα πολιτογράφησηςΗνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΑγγλικά[7]
ΣπουδέςΣχολείο του Ουέστμινστερ
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταανθρωπολόγος
αρχιτέκτονας[8]
ιστορικός της τέχνης
αρχαιολόγος
Αξιοσημείωτο έργοΑσμόλειο Μουσείο
Οικογένεια
ΤέκναFrederick Pepys Cockerell
Samuel Pepys Cockerell
ΓονείςSamuel Pepys Cockerell
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαSurveyor of the Fabric of St Paul's Cathedral (1819–1852)
ΒραβεύσειςΒασιλικό Χρυσό Μετάλλιο του Βασιλικού Ινστιτούτο Βρετανών Αρχιτεκτόνων (1848)
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Σύντομη βιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Τσαρλς Ρόμπερτ Κόκρελ (Charles Robert Cockerell) γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 27 Απριλίου 1788. Ήταν γιος αρχιτέκτονα και σπούδασε και αυτός αρχιτεκτονική. Μετά το ταξίδι του στην «Ανατολή», ο Κόκρελ επέστρεψε στην Αγγλία και έγινε ένας από τους διαπρεπέστερους αρχιτέκτονες, καθηγητής της αρχιτεκτονικής στη Βασιλική Ακαδημία και πρόεδρος του Βασιλικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής. Ήταν ο αρχιτέκτονας του γνωστού Ασμόλειου Μουσείου και του Ινστιτούτου Taylorian στην Οξφόρδη. Από το 1833 ήταν ο αρχιτέκτονας της Τράπεζας της Αγγλίας και έκτισε αρκετά κτήρια της Τράπεζας στην Αγγλία μέχρι το 1854. Το 1828 παντρεύτηκε την κατά 15 χρόνια νεότερή του Άννα Μαρία Ρένη (Anna Maria Rennie), κόρη του γνωστού Σκωτσέζου μηχανικού Τζών Ρένη, με την οποία απέκτησαν δέκα παιδιά. Πέθανε στο Λονδίνο το 1863, στα 75 του χρόνια.[9]

Το ταξίδι του στην ΕλλάδαΕπεξεργασία

Την άνοιξη του 1810, στα 22 του χρόνια, ο Κόκρελ ήρθε στην Ελλάδα για να συναντήσει τους συνεργάτες του αρχαιοκάπηλους. Τα έξοδα του ταξιδιού του Κόκρελ ανέλαβε να καλύψει ο υπουργός των εξωτερικών της Αγγλίας Ουίλιαμ Χάμιλτον (William Hamilton), αναθέτοντάς του καθήκοντα βασιλικού αγγελιαφόρου. Ο Χάμιλτον, οικογενειακός φίλος των Κόκρελ, τον διόρισε έκτακτο κομιστή εγγράφων για τον αγγλικό στόλο της Μεσογείου. Η «συμμορία» των αρχαιοκάπηλων επιστημόνων συναντήθηκε στην Αθήνα και αποτελείτο από τον Εσθονό αρχαιολόγο και καλλιτέχνη, βαρώνο Όττο Μάγκνους φον Στάκελμπεργκ, το Γερμανό ζωγράφο και αρχιτέκτονα, βαρώνο Καρλ Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, τον Αυστριακό ζωγράφο Georg Christian Gropius ο οποίος αργότερα, το 1816, διορίστηκε πρόξενος της Αυστρίας στην Αθήνα, το Βαυαρό von Haken, το Γερμανό ζωγράφο από τη Βυρτεμβέργη Γιάκομπ Λινκ, το Δανό αρχαιολόγο και φιλόλογο Πήτερ Ούλουφ Μπρόντστεντ και τον συμπατριώτη του φιλόλογο και μουσικό Γκέοργκ Κοές (δανικά: Georg Hendrick Carl Koës), τον Άγγλο Τζων Φόστερ από το Λίβερπουλ και φυσικά τον Κόκρελ. Ο Κόκρελ μαζί με τους Χάλλερ φον Χάλλερσταϊν, Γιάκομπ Λινκ και Τζων Φόστερ ήταν αυτοί που ανέσκαψαν και έκλεψαν τα γλυπτά των αετωμάτων του ναού της Αφαίας Αθηνάς στην Αίγινα, τα οποία κατέληξαν στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου μετά από πολλές διαβουλεύσεις και περιπλοκές και αφού πληρώθηκε ως αντίτιμο στη «δημοπρασία» το κολοσσιαίο για την εποχή εκείνη ποσό των 70.000 φιορινιών. [10]

Το ημερολόγιό τουΕπεξεργασία

Το 1903, σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Κόκρελ, ο νεότερος γιος του, Samuel Pepys Cockerell (1844–1921), εξέδωσε στο Λονδίνο το ημερολόγιο του πατέρα του με τίτλο Ταξίδια στη νότια Ευρώπη και την Ανατολή, 1810–1817. Το Ημερολόγιο του C. R. Cockerell (Travels in southern Europe and the Levant, 1810–1817. The Journal of C. R. Cockerell). Στην εισαγωγή της έκδοσης ο γιος τού Κόκρελ αναφέρεται στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην επιμέλεια των κειμένων του ημερολογίου του πατέρα του, ενός νέου 22 χρόνων που απεχθάνονταν και δεν είχε καθόλου έφεση προς το γράψιμο. Καταλήγει ότι τα υπέροχα σκίτσα του αρχιτέκτονα πατέρα του είναι αυτά που αποτελούν το πραγματικό ημερολόγιό του. 13 σκίτσα του Cockerell, το ένα από αυτά δισέλιδο, εικονογραφούν το βιβλίο του Τόμας Χιούζ «Travels in Sicily, Greece and Albania».[11]

Βιβλιογραφικές παραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11976807c. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  2. 2,0 2,1 2,2 (Αγγλικά) Benezit Dictionary of Artists. 2006. B00300347. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017. ISBN-13 978-0-19-977378-7.
  3. 3,0 3,1 3,2 (Αγγλικά) SNAC. w69c89tx. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  4. 4,0 4,1 4,2 (Αγγλικά) Dictionary of Scottish Architects. 407879. Ανακτήθηκε στις 9  Οκτωβρίου 2017.
  5. 5,0 5,1 5,2 (Γερμανικά) Εγκυκλοπαίδεια Μπρόκχαους. cockerell-charles-robert.
  6. (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 16  Ιουνίου 2009. 500015949. Ανακτήθηκε στις 25  Οκτωβρίου 2018.
  7. (Γαλλικά) BnF authorities. data.bnf.fr/ark:/12148/cb11976807c. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.
  8. (Αγγλικά) Union List of Artist Names. 16  Ιουνίου 2009. 500015949. Ανακτήθηκε στις 14  Μαΐου 2019.
  9. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, Ο Άγγλος θεολόγος Thomas S. Hughes στην Πρέβεζα και τη Νικόπολη, Πρεβεζάνικα Χρονικά 41-42, Πρέβεζα, 2005, σελ. 53.
  10. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, Ο Άγγλος θεολόγος Thomas S. Hughes στην Πρέβεζα και τη Νικόπολη, Πρεβεζάνικα Χρονικά 41-42, Πρέβεζα, 2005, σελ. 53-54. Γλαφυρή περιγραφή της υπόθεσης των μαρμάρων του ναού της Αφαίας παραθέτει ο Κυριάκος Σιμόπουλος. Βλ. Σιμόπουλος, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810–1821, Αθήνα, 1999, τόμ. Γ2, σελ. 134-139.
  11. Βλ. Νίκος Δ. Καράμπελας, Ο Άγγλος θεολόγος Thomas S. Hughes στην Πρέβεζα και τη Νικόπολη, Πρεβεζάνικα Χρονικά 41-42, Πρέβεζα, 2005, σελ. 54.