Τυρφώνας

υγρότοπος που δημιουργεί και συσσωρεύει τύρφη

Τυρφώνας ονομάζεται ένας υγρότοπος που δημιουργεί και συσσωρεύει τύρφη (ποάνθρακα), από την εναπόθεση νεκρής φυτικής ύλης – συχνά προερχόμενης από βρύα, συνήθως του γένους σφάγνο[1], και από άλλα υδρόφιλα φυτά, τα αποκαλούμενα τυρφοδιαμορφωτικά[2]. Οι τυρφώνες αποτελούν τον έναν από τους τρεις κύριους τύπους υγρότοπου, μαζί με τα έλη και τους βάλτους. Πολλές φορές οι τυρφώνες έχουν και βλάστηση από ανώτερα φυτά, της οικογένειας ερεικοειδή, μικρούς θάμνους που μπορούν να ριζώνουν στα σφάγνα και στο στρώμα τύρφης. Η σταδιακή συσσώρευση ημιαποσυντεθειμένου φυτικού υλικού σε έναν τυρφώνα λειτουργεί ως δεξαμενή άνθρακα.[3][4]

Τυρφώνας στο Εθνικό Πάρκο Λάουχανβουορι της δυτικής Φινλανδίας
Λήψη περιπλανήσεως πάνω από τον τυρφώνα Κάκερνταγια της Εσθονίας με ντρόουν (Σεπτέμβριος 2021)
Το νερό της βροχής συσσωρεύεται σε πολλούς τυρφώνες σχηματίζοντας λιμνούλες, όπως εδώ στον τυρφώνα του Κόιτγιορβε στην Εσθονία.
Ομβροτροφικός τυρφώνας στο Εθνικό Πάρκο Κεμέρι της Λετονίας, που δημιουργήθηκε πριν από περίπου 10 χιλιάδες έτη και σήμερα είναι τουριστικό αξιοθέατο.

Οι τυρφώνες διακρίνονται σε όξινους, όπου το νερό έχει χαμηλό pH, και σε αλκαλικούς (αγγλ. fens). Οι όξινοι τείνουν να έχουν λιγότερα θρεπτικά συστατικά για τα φυτά στο νερό τους, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν τα σφάγνα και τα ανώτερα φυτά να είναι ελάχιστα, ενώ το περισσότερο νερό προέρχεται από τη βροχή.[5] Το νερό που εκρέει από τους τυρφώνες έχει χαρακτηριστικό καφετί χρώμα, που προέρχεται από τις διαλυμένες σε αυτό ταννίνες της τύρφης. Γενικώς η μικρή γονιμότητα και το ψυχρό κλίμα καθυστερούν την ανάπτυξη των φυτών, αλλά ο ρυθμός της αποσυνθέσεως είναι ακόμα αργότερος εξαιτίας των χαμηλών επιπέδων οξυγόνου στα κορεσμένα εδάφη των τυρφώνων, αλλά και επειδή τα βρύα όταν μαραίνονται δεν αποσυντίθενται (σαπίζουν) τελείως, αλλά ημιαποσυντίθενται, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται και συσσωρεύεται η τύρφη. Μεγάλες εκτάσεις, ακόμα και εκατοντάδων τετραγωνικών χιλιομέτρων σε κάποιες περιπτώσεις, είναι δυνατό να καλυφθούν από στρώμα τύρφης, που πολλές φορές έχει πάχος αρκετά μέτρα.[1][6]

Οι τυρφώνες φιλοξενούν ιδιαίτερα σύνολα ειδών οργανισμών, ζώων, μυκήτων και φυτών. Για τούτο έχουν μεγάλη σημασία για τη βιοποικιλότητα, ιδίως σε περιοχές που κατά το άλλο μέρος τους έχουν εποικισθεί από τον άνθρωπο και καλλιεργούνται ή βόσκονται.

Κατανομή και έκτασηΕπεξεργασία

 
Σαρκοφάγα φυτά, όπως αυτή η Sarracenia purpurea στην ανατολική ακτή της Βόρειας Αμερικής, συναντώνται συχνά σε τυρφώνες. Η σύλληψη εντόμων παρέχει στα φυτά αυτά άζωτο και φωσφόρο, που σπανίζουν στους τυρφώνες.

Οι τυρφώνες έχουν ευρεία κατανομή στα ψυχρά εύκρατα κλίματα, κυρίως σε περιοχές του Βόρειου Ημισφαιρίου με υποαρκτικό κλίμα. Ο μεγαλύτερος υγρότοπος της Γης είναι οι τυρφώνες των χαμηλών περιοχών της δυτικής Σιβηρίας, που καλύπτουν πάνω από ένα εκατομμύριο τετραγωνικά χιλιόμετρα.[7] Μεγάλοι τυρφώνες υπάρχουν και στη Βόρεια Αμερική, ιδίως στις πεδινές περιοχές γύρω από τον Κόλπο Χάντσον και στη λεκάνη του ποταμού Μακένζι.[7] Είναι λιγότερο συχνοί στο Νότιο Ημισφαίριο, με τους μεγαλύτερους τυρφώνες εκεί να βρίσκονται στη νότια Χιλή, τη νοτιότατη περιοχή της Παταγονίας και τη Γη του Πυρός, συνολικά περίπου 44 χιλιάδες τετρ. χιλιόμετρα. Οι τυρφώνες με σφάγνα ήταν κατά την αρχαιότητα εξαπλωμένοι στη Βόρεια Ευρώπη[8], αλλά σήμερα έχουν συχνά καθαρισθεί και αποστραγγισθεί από τον άνθρωπο, προκειμένου η γη να χρησιμεύσει στη γεωργία. Πρόσφατη έρευνα 2019 έδειξε ότι οι τυρφώνες σε όλη την Ευρώπη έχουν αποξηρανθεί ιδίως τους λίγους τελευταίους αιώνες εξαιτίας ανθρώπινων επεμβάσεων, μεταξύ των οποίων και η συλλογή (εξόρυξη) τύρφης για να χρησιμεύσει ως καύσιμο.[9]

Σε όλη την τροπική ζώνη ξεχωρίζει ένας τυρφώνας που ανακαλύφθηκε μόλις το 2014, στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, κοντά στα σύνορα με τη Δημοκρατία του Κονγκό και είναι «μεγάλος όσο η Αγγλία».[10]

ΟρισμόςΕπεξεργασία

Καθώς συμβαίνει και με τους άλλους τύπους υγρότοπων, είναι δύσκολο να ορίσουμε αυστηρά την έννοια του τυρφώνα, εξαιτίας αρκετών διαφορετικών λόγων, όπως η ποικιλομορφια τους, η ενδιάμεση φύση των υγρότοπων μεταξύ χερσαίων και υδρόβιων οικοσυστημάτων και οι διαφορετικοί ορισμοί στα συστήματα ταξινομήσεως των υγρότοπων.[11][12] Ωστόσο υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά σε όλους τους τυρφώνες, που παρέχουν έναν ευρύ ορισμό[5]:

  1. Υπάρχει στρώμα τύρφης, συνήθως παχύτερο των 30 εκατοστομέτρων.
  2. Ο υγρότοπος δέχεται το περισσότερο από το νερό του από τις βροχοπτώσεις και λιγότερο από τα νερά ποταμών ή υπόγεια ύδατα (σχεδόν το 100% στους λεγόμενους ομβροτροφικούς ή ανώτερους τυρφώνες).
  3. Το περιβάλλον είναι πτωχό σε θρεπτικά συστατικά (ολιγοτροφικό).
  4. Το pH είναι όξινο, αν και οι τυρφώνες κοντά σε ακτές μπορεί να είναι λιγότερο όξινοι εξαιτίας του θαλάσσιου νερού.

Οι τυρφώνες δεν είναι οι μοναδικοί τόποι όπου υπάρχει τύρφη, αλλά είναι οι μόνοι όπου παράγεται στη σημερινή εποχή. Οι λιγότερο όξινοι τυρφώνες, οι fens, δεν ταξινομούνται από κάποιους στους τυρφώνες, αλλά θεωρούνται ξεχωριστή κατηγορία υγρότοπου, αν δέχονται το περισσότερο νερό τους από ποτάμια ή υπεδάφια ύδατα που για κάποιον λόγο λιμνάζουν τοπικά (για τον λόγο αυτόν βρίσκονται και σε κοιλάδες, και όχι μόνο σε πεδινά εδάφη).[5] Το νερό τους είναι πιο αλκαλικό επειδή είναι πολύ πλουσιότερο σε ανόργανα άλατα από ό,τι το βρόχινο νερό.[5]

Οικολογία και προστασίαΕπεξεργασία

 
Τυρφώνας σφάγνων με πολύ νερό στο Εθνικό Πάρκο Φροντενάκ στο Κεμπέκ του Καναδά. Στο βάθος διακρίνεται δάσος κωνοφόρων.

Υπάρχουν πολλά ζώα, μύκητες και φυτά ιδιαιτέρως εξειδικευμένα ώστε να ζουν σε τυρφώνες. Τα περισσότερα μπορούν να ανέχονται την ανεπάρκεια θρεπτικών συστατικών και τον κορεσμό του εδάφους σε νερό.[1](κεφάλαιο 3) Τα βρύα του γένους σφάγνο αφθονούν στους περισσότερους τυρφώνες, ενώ σε πολλούς υπάρχουν και ανώτερα, θαμνώδη φυτά της οικογένειας ερεικοειδή.[13] Οι θάμνοι αυτοί είναι συνήθως αειθαλείς, ιδιότητα που υποβοηθεί στη συντήρηση θρεπτικών ουσιών.[14] Σε λιγότερο υγρές τοποθεσίες συναντώνται ακόμα και δέντρα (μόνο αειθαλή) εκεί όπου ο τυρφώνας αλληλοεπικαλύπτεται με γύρω περιοχές υποαρκτικού δάσους αειθαλών.[15] Τα κυπειροειδή (η οικογένεια του παπύρου) είναι από τα συνηθέστερα ποώδη φυτά σε κάποιους τυρφώνες. Συναντούμε επίσης σαρκοφάγα φυτά, όπως ηλιόδροσα και σαρακηνίες, που ανταπεξέρχονται στο πτωχό σε θρεπτικά συστατικά περιβάλλον καταναλώνοντας ζωύφια ως πηγή τέτοιων συστατικών. Μερικές ορχιδέες έχουν επίσης προσαρμοσθεί σε αυτές τις συνθήκες, συμβιώνοντας με μύκητες στις ρίζες τους, οι οποίοι εξάγουν θρεπτικά συστατικά για λογαριασμό τους.[1]:88 Εκτός από τα ερικοειδή υπάρχουν και ελάχιστοι θάμνοι, όπως το είδος Myrica gale (μυρικοειδές), που επιβιώνουν σε τυρφώνες επειδή φιλοξενούν στις ρίζες τους βακτήρια τα οποία δεσμεύουν άζωτο από τον αέρα.[16]

 
Πολλά είδη αειθαλών θάμνων συναντώνται στους τυρφώνες, εδώ είδος ροδόδενδρου γνωστό ως «τσάι του Λαμπραντόρ».

Οι τυρφώνες αναγνωρίζονται πλέον ως σημαντικός ειδικός τύπος ενδιαιτήματος από αρκετές κυβερνητικές υπηρεσίες και περιβαλλοντικές οργανώσεις. Μπορούν να φιλοξενούν θηλαστικά όπως ο τάρανδος, η άλκη και ο κάστορας, καθώς και είδη πτηνών, με κυριότερα τον γερανό και το Tringa melanoleuca. Οι τυρφώνες περιέχουν επίσης είδη ευάλωτων ερπετών, όπως η «χελώνα των τυρφώνων»[17] Το μοναδικό γνωστό είδος ερπετού σε ολόκληρη την Ιρλανδία, η ζωοτόκος σαύρα (Zootoca vivipara), κατοικεί σε τυρφώνες. Ακόμα και τα είδη εντόμων που συχνάζουν σε αυτούς είναι ιδιαίτερα, π.χ. στην Αγγλία συναντούμε μια κίτρινη μύγα, τη Phaonia jaroschewskii, ενώ στη Βόρεια Αμερική ένα είδος πεταλούδας στο χρώμα του χαλκού (Lycaena epixanthe).

Η Ρωσία διαθέτει ένα εκτεταμένο σύστημα προστατευόμενων περιοχών στη Δυτική Σιβηρική Πεδιάδα.[18] Το ισχυρότερο καθεστώς προστασίας υπάρχει στα ζαποβέντνικ, όπως στο Εθνικό Πάρκο της Χερσονήσου Γκυντά[19] και στο Φυσικό Καταφύγιο Γιουγκάνσκι.

ΧρήσειςΕπεξεργασία

Εξόρυξη τύρφηςΕπεξεργασία

 
Ο τυρφώνας του Σίτνικι στη Ρωσία τέθηκε προς καλλιέργεια μετά τη βιομηχανική του χρήση (εξόρυξη τύρφης).

Μετά τη συλλογή (εξόρυξη) και την ξήρανσή της, η τύρφη μπορεί να χρησιμεύσει ως καύσιμο, και αυτό γινόταν επί αιώνες από τους ανθρώπους των γειτονικών περιοχών αναγκαστικά, ελλείψει ξύλων από δένδρα, παρά το ότι είναι ο γαιάνθρακας με τη μικρότερη θερμαντική αξία, χειρότερος και από τον λιγνίτη. Η χρήση αυτή συνεχίζεται, π.χ. πάνω από το 20% της οικιακής θερμάνσεως στην Ιρλανδία προέρχεται από την καύση τύρφης και όχι αμελητέα ποσοστά στη Φινλανδία, τη Σκωτία, τη Γερμανία και τη Ρωσία. Η Ρωσία είναι και η μεγαλύτερη σε εξαγωγές τύρφης χώρα στον κόσμο, με πάνω από 90 εκατομμύρια τόνους κατ' έτος. Η εταιρεία Bord na Móna της Ιρλανδίας ήταν μία από τις πρώτες στην ιστορία εταιρείες που εξόρυξαν τύρφη με μηχανικό τρόπο.[20]

Η άλλη βασική χρήση της αποξηραμένης τύρφης είναι αυτή του βελτιωτικού εδάφους (οπότε πωλείται ως «τύρφη βρύων» ή «τύρφη σφάγνων»), που αυξάνει την ικανότητα του εδάφους να συγκρατεί υγρασία και εμπλουτίζει το έδαφος.[3]

Μετά την εξόρυξη όλης της τύρφης από έναν τυρφώνα, μπορεί να είναι δύσκολο να αποκατασταθεί ο υγρότοπος, καθώς η συσσώρευση τύρφης είναι πολύ αργή διαδικασία.[3][21][22] Περισσότεροι από εννέα στους δέκα τυρφώνες στην Αγγλία έχουν βλαφθεί ή καταστραφεί.[23][24] Το 2011 ανακοινώθηκαν σχέδια από τη βρετανική κυβέρνηση για την απαγόρευση της πωλήσεως τύρφης ως προϊόντος για την κηπουρική.[3]

Περαιτέρω χρήσειςΕπεξεργασία

Οι τυρφώνες αποτελούν, με την τύρφη που περιέχουν, σημαντικές φυσικές «αποθήκες» άνθρακα. Εάν η τύρφη αποσυντεθεί τελείως απελευθερώνεται διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, συμβάλλοντας στην παγκόσμια υπερθέρμανση. Στη φυσική τους κατάσταση οι τυρφώνες λειτουργούν ως δεξαμενές άνθρακα.[3][25][26] Υπολογιστικά, οι τυρφώνες σε εδάφη της πρώην ΕΣΣΔ εκτιμήθηκε ότι αφαιρούν 52 εκατομμύρια τόνους άνθρακα με τη μορφή διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα κάθε έτος.[18]:41 Για τον λόγο αυτόν, η επανύγρανση αποξηραμένων τυρφώνων ίσως είναι ένας από τους καλύτερους σε σχέση κόστους-αποτελέσματος τρόπους για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής.[27]

Οι τυρφώνες είναι επίσης σημαντικοί επειδή αποθηκεύουν γλυκό νερό, ιδίως στις περιπτώσεις περιοχών από όπου πηγάζουν μεγάλοι ποταμοί. Ακόμα και ο τεράστιος Γιανγκτσέ εκρέει από τον τυρφώνα του Ruoergai, κοντά στις πηγές του στο Θιβέτ.[1](σχ. 13.8)

Μπορούμε να συλλέξουμε άγρια βακκίνια, βατόμουρα και άλλα σχετικά φρούτα από τυρφώνες.

Οι τυρφώνες σφάγνων χρησιμεύουν επίσης για αναψυχή, με δραστηριότητες όπως ο οικοτουρισμός και το κυνήγι. Π.χ. πολλές δημοφιλείς διαδρομές καγιάκ στον βόρειο Καναδά περιλαμβάνουν εκτάσεις τυρφώνων. Κάποιες άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες ωστόσο, όπως οι διαδρομές με Όχημα παντός εδάφους, είναι ιδιαιτέρως επιβλαβείς για τους τυρφώνες.

ΑρχαιολογίαΕπεξεργασία

Το αναεροβικό περιβάλλον και η παρουσία ταννικών οξέων στους τυρφώνες έχουν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση, κάποτε εντυπωσιακή, οργανικού υλικού. Ευρήματα τέτοιων υλικών από τη Σλοβενία, τη Δανία, τη Γερμανία, την Ιρλανδία, τη Ρωσία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ιδιαιτέρως γνωστά. Σε μερικούς τυρφώνες διατηρείται αρχαία ξυλεία, όπως αρχαίοι κορμοί βελανιδιάς, που είναι χρήσιμοι στη δενδροχρονολόγηση. Επίσης έχουν ανακαλυφθεί εξαιρετικά καλοδιατηρημένα ανθρώπινα πτώματα, με μαλλιά, όργανα και δέρμα άθικτα, θαμμένα σε τυρφώνες πριν από χιλιετίες μετά πιθανώς από ανθρωποθυσίες, που συνηθίζονταν στις κελτικές και γερμανικές φυλές. Δύο από τα καλύτερα παραδείγματα τέτοιας φυσικής μουμιοποιήσεως είναι η Γυναίκα του Χάραλντσκερ και ο Άνθρωπος του Τόλουντ, αμφότερα από τη Δανία.[28]. Από την άλλη, στα Πεδία Céide στην Κομητεία Μέιο της Ιρλανδίας ανακαλύφθηκε ένα αγρόκτημα ηλικίας 50 αιώνων (νεολιθική εποχή) κάτω από στρώμα τυρφώνα, με περιτειχίσματα και θέσεις καλυβών. Αρχαίο ανθρωπογενές εύρημα σε διάφορους τυρφώνες είναι και το «βούτυρο τυρφώνα», μεγάλες μάζες λίπους που ανευρίσκονται συνήθως μέσα σε ξύλινα δοχεία.

ΕικόνεςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 Keddy, P.A. (2010). Wetland Ecology: Principles and Conservation (2η έκδοση). Cambridge University Press. ISBN 978-0521739672. 
  2. Το λήμμα «τυρφών» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμ. 21
  3. 3,0 3,1 3,2 3,3 3,4 «British Soil Is Battlefield Over Peat, for Bogs' Sake». The New York Times. 6 October 2012. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 October 2012. https://web.archive.org/web/20121007082146/http://www.nytimes.com/2012/10/07/science/earth/british-gardeners-battle-over-peat-for-bogs-sake.html. Ανακτήθηκε στις 7 October 2012. 
  4. «Peatlands and climate change». IUCN. 6 Νοεμβρίου 2017. Ανακτήθηκε στις 15 Αυγούστου 2019. 
  5. 5,0 5,1 5,2 5,3 Rydin, Håkan (2013). The biology of peatlands. J.K. Jeglum (2η έκδοση). Οξφόρδη. ISBN 978-0-19-150828-8. 
  6. Gorham, E. (1957). «The development of peatlands». Quarterly Review of Biology 32 (2): 145-166. doi:10.1086/401755. https://archive.org/details/sim_quarterly-review-of-biology_1957-06_32_2/page/145. 
  7. 7,0 7,1 Fraser, L.H.· Keddy, P.A., επιμ. (2005). The World's Largest Wetlands: Ecology and Conservation. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 9780521834049. 
  8. Adamovich, Alexander (2005). «Country Pasture/Forage Resource Profiles: Latvia». Food and Agriculture Organization of the United Nations. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Αυγούστου 2017. Ανακτήθηκε στις 23 Απριλίου 2010. 
  9. Swindles, Graeme T.; Morris, Paul J.; Mullan, Donal J.; Payne, Richard J.; Roland, Thomas P.; Amesbury, Matthew J.; Lamentowicz, Mariusz; Turner, T. Edward και άλλοι. (2019-10-21). «Widespread drying of European peatlands in recent centuries». Nature Geoscience 12 (11): 922-928. doi:10.1038/s41561-019-0462-z. ISSN 1752-0908. Bibcode2019NatGe..12..922S. https://www.nature.com/articles/s41561-019-0462-z.  Alt URL
  10. Smith, David (27 May 2014). «Peat bog as big as England found in Congo». The Guardian. https://www.theguardian.com/world/2014/may/27/peat-bog-swamp-congo-brazzaville-discovery. Ανακτήθηκε στις 31 May 2014. 
  11. Mitsch, William J. (2007). Wetlands. James G. Gosselink (4η έκδοση). Hoboken, N.J.: Wiley. ISBN 978-0-471-69967-5. OCLC 78893363. 
  12. Keddy, Paul A. (2010). Wetland ecology : principles and conservation (2η έκδοση). Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-1-139-22365-2. OCLC 801405617. 
  13. Home Organization Selection. doi:10.1046/j.1365-2699.2000.00458.x. https://docs.shib.ncsu.edu/ds/ncsu/WAYF?entityID=https%3a%2f%2fprox.lib.ncsu.edu%2fezproxy%2fshibboleth&return=https%3a%2f%2flogin.prox.lib.ncsu.edu%2fShibboleth.sso%2fDS%3fSAMLDS%3d1%26target%3dezp.2aHR0cHM6Ly9kb2kub3JnLzEwLjEwNDYvai4xMzY1LTI2OTkuMjAwMC4wMDQ1OC54. Ανακτήθηκε στις 2021-02-23. 
  14. Keddy, P.A. (2007). Plants and Vegetation: Origins, Processes, Consequences. Cambridge, UK: Cambridge University Press. ISBN 978-0521864800. 
  15. Archibold, O.W. (1995). Ecology of World Vegetation. Λονδίνο: Chapman and Hall. ISBN 978-0-412-44290-2. 
  16. Bond, G. (1985). Salisbury, F.B.· Ross, C.W., επιμ. Plant Physiology (Wadsworth biology series) (3η έκδοση). Belmont, CA: Brooks/Cole. σελ. 254. ISBN 0534044824. , εικόνα 13.3
  17. Tutterow, Annalee M.; Graeter, Gabrielle J.; Pittman, Shannon E. (Ιούνιος 2017). «Bog Turtle Demographics within the Southern Population». Ichthyology & Herpetology 105 (2): 293-300. doi:10.1643/CH-16-478. ISSN 2766-1512. https://bioone.org/journals/ichthyology-and-herpetology/volume-105/issue-2/CH-16-478/Bog-Turtle-Demographics-within-the-Southern-Population/10.1643/CH-16-478.full. 
  18. 18,0 18,1 Solomeshch, A.I. (2005). «The West Siberian Lowland». Στο: Fraser, L.H.· Keddy, P.A. The World's Largest Wetlands: Ecology and Conservation. Cambridge: Cambridge University Press. σελίδες 11–62. ISBN 9780521834049. 
  19. «Russian Zapovedniks and National Parks». Russian Nature. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 11 Μαρτίου 2018. Ανακτήθηκε στις 8 Μαρτίου 2018. 
  20. de Róiste, Daithí (5 Οκτωβρίου 2015). «Bord na Móna announces biggest change of land use in modern Irish history». Bord na Móna. Bord na Móna. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 18 Οκτωβρίου 2021. 
  21. Campbell, D.R.; Rochefort, L. (2003). «Germination and seedling growth of bog plants in relation to the recolonization of milled peatlands». Plant Ecology 169: 71-84. doi:10.1023/A:1026258114901. 
  22. Cobbaert, D.; Rochefort, L.; Price, J.S. (2004). «Experimental restoration of a fen plant community after peat mining». Applied Vegetation Science 7 (2): 209-220. doi:10.1111/j.1654-109X.2004.tb00612.x. 
  23. «Insight into threatened peat bogs». BBC News. 31 July 2004. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 24 October 2007. https://web.archive.org/web/20071024191100/http://news.bbc.co.uk/1/hi/england/cumbria/3942167.stm. Ανακτήθηκε στις 8 March 2018. 
  24. «Destruction of peat bogs». RSPB. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Σεπτεμβρίου 2007. 
  25. Gorham, E. (1991). «Northern peatlands role in the carbon cycle and probable responses to climatic warming». Ecological Applications 1 (2): 182-95. doi:10.2307/1941811. PMID 27755660. http://purl.umn.edu/125845. 
  26. Loisel, Julie· Gallego-Sala, Angela (21 Δεκεμβρίου 2020). «Guest post: How human activity threatens the world's carbon-rich peatlands». Carbon Brief. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Δεκεμβρίου 2020. Ανακτήθηκε στις 1 Ιανουαρίου 2021. 
  27. Mandel, Martti (10 Νοεμβρίου 2018). «Interview: Rewetting Peatlands to Cut Emissions». EUKI. Ανακτήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 2019. 
  28. Glob, P.V. (2011). The Bog People: Iron Age Man Preserved. Faber and Faber. ISBN 978-0571270903. 

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Το λήμμα «τυρφών» στη Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Χάρη Πάτση», τόμος 21, σελίδα 819
  • Aiton, William: General View of The Agriculture of the County of Ayr; observations on the means of its improvement; drawn up for the consideration of the Board of Agriculture, and Internal Improvements, with Beautiful Engravings, Γλασκώβη 1811

Εξωτερικοί σύνδεσμοιΕπεξεργασία