Ο Τόμας Μπέκετ, γνωστός και ως Άγιος Θωμάς του Κάντερμπερι, ή και Τόμας του Λονδίνου [1] (21η Δεκεμβρίου, 1119 - 29 Δεκεμβρίου 1170), ήταν Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι από το 1162 μέχρι τη δολοφονία του το 1170. Αναγνωρίζεται ως άγιος και μάρτυρας από την Καθολική Εκκλησία, αλλά και από την Αγγλικανική Κοινωνία. Ήλθε σε σύγκρουση με τον Ερρίκο Β΄, βασιλιά της Αγγλίας, για τα δικαιώματα και τα προνόμια της Εκκλησίας και δολοφονήθηκε από οπαδούς του βασιλιά στον καθεδρικό ναό του Κάντερμπερι. Λίγο μετά το θάνατό του, αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Αλέξανδρο Γ '.

ΒιογραφίαΕπεξεργασία

Ο Μπέκετ γεννήθηκε περίπου το 1119, [2] ή το 1120 σύμφωνα με μεταγενέστερη παράδοση. Γεννήθηκε στο Τσίπσαϊντ του Λονδίνου στις 21 Δεκεμβρίου, ανήμερα της γιορτής του Αποστόλου Θωμά. Ήταν ο γιος του Gilbert και της Matilda Becket. Τόσο ο πατέρας του, όσο και η μητέρα του ήταν Νορμανδικής καταγωγής, από την Thierville της Ανατολικής Νορμανδίας. Ο Γκίλμπερτ ξεκίνησε τη ζωή του ως έμπορος κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Κατοικούσε στο Λονδίνο και, ως ιδιοκτήτης ακινήτου, ζούσε με τα μισθώματα από τα ακίνητά του. Αμφότεροι οι γονείς του Τόμας ενταφιάστηκαν στον Καθεδρικό Ναό του Παλαιού Αγίου Παύλου .

 
Πλάκα που σηματοδοτεί την περιοχή όπου γεννήθηκε ο Μπέκετ.

Ένας από τους πλούσιους φίλους του πατέρα του Μπέκετ, ο Richer de L'Aigle, προσκαλούσε συχνά τον Τόμας στα κτήματα του στο Σάσσεξ όπου εκεί συμμετείχε σε κυνήγια. Σύμφωνα με τον βιογράφο του, τον Edward Grim, ο Μπέκετ έμαθε πολλά από τον Richer, ο οποίος όμως αργότερα υπέγραψε τις Συνθήκες του Clarendon (1164) εναντίον του Τόμας. [1]

Όταν ήταν 10 ετών, ο Μπέκετ στάλθηκε ως μαθητής στο κοινόβιο του Μέρτον και αργότερα παρακολούθησε ένα πρωτοβάθμιο σχολείο στο Λονδίνο, πιθανώς εκείνο του καθεδρικού ναού του Αγίου Παύλου (St. Paul's Cathedral). Αργότερα, σε ηλικία 20 ετών, πέρασε περίπου ένα χρόνο στο Παρίσι. Λίγο καιρό μετά την έναρξη της εκπαίδευσής του, ο Γκίλμπερτ Μπέκετ υπέστη οικονομική καταστροφή, και ο γιός του, ο Τόμας Μπέκετ, αναγκάστηκε να κερδίσει τα προς το ζην ως υπάλληλος. Ο Γκίλμπερτ είχε εξασφαλίσει αρχικά μια θέση για τον γιο του στην επιχείρηση ενός συγγενή του, ενώ αργότερα, ο Τόμας εντάχθηκε στην υπηρεσία του Theobald of Bec, του τότε Αρχιεπισκόπου του Κάντερμπρι. [1]

Ο Θέοβαλντ του ανέθεσε αρκετές σημαντικές αποστολές στη Ρώμη, αλλά επίσης τον έστειλε στη Μπολόνια και στο Οσέρ για να μελετήσει το Εκκλησιαστικό Δίκαιο. Ο Θέοβαλντ, επίσης, το 1154 ονόμασε τον Μπέκετ αρχιδιάκονο του Κάντερμπρι, άλλα του ανέθεσε και άλλες εκκλησιαστικές θέσεις, τόσο στον καθεδρικό ναό του Λίνκολν όσο και στον καθεδρικό ναό του Αγίου Παύλου, καθώς και προϊστάμενο του Μπέβερλι. Η αποτελεσματικότητά του σε αυτές τις θέσεις οδήγησε τον Θέοβαλντ να τον συστήσει στον βασιλιά Ερρίκο Β΄ της Αγγλίας για την κενή θέση του Λόρδου Καγκελάριου, [1] στην οποία ο Μπέκετ διορίστηκε τον Ιανουάριο του 1155. [3]

Ως καγκελάριος, ο Μπέκετ επέβαλε τις παραδοσιακές πηγές εσόδων του βασιλιά, που απαιτούντο από όλους τους γαιοκτήμονες, συμπεριλαμβανομένων των εκκλησιών και των επισκοπών. [1] Ο Βασιλιάς Ερρίκος μάλιστα έστειλε τον γιο του, τον Ερρίκο το Νεότερο (Henry the Young King), να ζήσει στο σπίτι του Μπέκετ, κατά την τότε συνήθεια τα παιδιά των ευγενών να ανατρέφονται σε σπίτια άλλων ευγενών.  

Το ΠρωτείοΕπεξεργασία

 
Ο βασιλιάς Ερρίκος Β' και ο αρχιεπίσκοπος Τόμας Μπέκετ (1162) - μικρογραφία 14ου αιώνα.

Ο Μπέκετ διορίστηκε Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπερι το 1162, αρκετούς μήνες μετά το θάνατο του Θέοβαλντ. Η εκλογή του επιβεβαιώθηκε στις 23 Μαΐου 1162 από ένα βασιλικό συμβούλιο επισκόπων και ευγενών. [1] Ο Μπέκετ χειροτονήθηκε ιερέας στις 2 Ιουνίου 1162 στο Κάντερμπρι, και στις 3 Ιουνίου 1162 καθιερώθηκε ως αρχιεπίσκοπος από τον Ερρίκο του Μπλουά, τον Επίσκοπο του Γουίντσεστερ, και άλλους επισκόπους. [1] Ο βασιλιάς Ερρίκος Β΄ ήλπιζε ότι ο Μπέκετ θα συνέχιζε να δίνει προτεραιότητα στη βασιλική κυβέρνηση, παρά στην εκκλησία, αλλά σύντομα όμως απογοητεύτηκε αφού ο Μπέκετ από την αρχή έδειξε ότι θα ακολουθήσει πολιτική σύμφωνα με τα συμφέροντα της εκκλησίας και όχι του βασιλιά. Πρώτο σημείο τριβής ήταν τα εκκλησιαστικά εδάφη, για τα οποία ο Μπέκετ επεδίωξε την απαλλαγή τους από την φορολογία του βασιλιά. Αυτό καθώς, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως αρχηγού της εκκλησίας, ο Μπέκετ άλλαξε χαρακτήρα και στράφηκε στον ασκητισμό.[4]

Το χάσμα μεταξύ του Ερρίκου και του Μπέκετ μεγάλωσε καθώς ο νέος αρχιεπίσκοπος παραιτήθηκε από τη θέση του Καγκελάριου και προσπάθησε να ανακτήσει και να επεκτείνει τα δικαιώματα της αρχιεπισκοπής. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια σειρά συγκρούσεων με τον Βασιλιά, συμπεριλαμβανομένης της δικαιοδοσίας των κοσμικών δικαστηρίων έναντι των Άγγλων κληρικών, η οποία επιτάχυνε την αντιπάθεια μεταξύ του Μπέκετ και του βασιλιά. Οι προσπάθειες του Ερρίκου να επηρεάσει τους άλλους επισκόπους εναντίον του Μπέκετ ξεκίνησαν σε σύνοδο επισκόπων στο Γουέστμινστερ τον Οκτώβριο του 1163, από τους οποίους ο Βασιλιάς ζήτησε την έγκριση των παραδοσιακών δικαιωμάτων της βασιλικής κυβέρνησης σε σχέση με την εκκλησία.[1]

Ως επακόλουθο ο Μπέκετ κλήθηκε επίσημα να συμφωνήσει με τα δικαιώματα του Βασιλιά ή να αντιμετωπίσει πολιτικές επιπτώσεις. Ο Ερρίκος Β΄ προκάλεσε και προέδρευσε σε δικαστική συνέλευση των περισσότερων ανώτερων Άγγλων κληρικών στο Clarendon Palace του Wiltshire στις 30 Ιανουαρίου 1164. Εκεί με δεκαέξι αποφάσεις-διατάγματα, επιδίωξε ανεξαρτησία και ασθενέστερη σύνδεση με τη Ρώμη. Χρησιμοποίησε όλες τις ικανότητές του για να προκαλέσει τη συγκατάθεση των επισκόπων, και εύκολα το επέτυχε με όλους εκτός από τον Μπέκετ. Τέλος, ακόμη και ο Μπέκετ εξέφρασε την προθυμία του να συμφωνήσει με την ουσία των Συνθηκών του Clarendon (Constitutions of Clarendon), αλλά τελικά, αρνήθηκε να υπογράψει τα επίσημα έγγραφα. Ο Ερρίκος κάλεσε τον Μπέκετ να εμφανιστεί ενώπιον ενός μεγάλου συμβουλίου στο Κάστρο του Νορθάμπτον στις 8 Οκτωβρίου 1164, για να απαντήσει σε κατηγορίες περιφρόνησης της βασιλικής εξουσίας και παρανομιών στο γραφείο του Καγκελάριου. Ο Μπέκετ, που βγήκε καταδικασμένος από τη δίκη, κατέφυγε στην Ηπειρωτική Ευρώπη. [1]

Την εποχή που ο Ερρίκος κινείτο εναντίον των φίλων και των οπαδών του Μπέκετ, ο βασιλιάς Λουδοβίκος Ζ΄ της Γαλλίας του προσέφερε προστασία. Έτσι ο Τόμας Μπέκετ πέρασε σχεδόν δύο χρόνια στο Αββαείο του Τάγματος των Κιστερκιανών στο Ποντινί (Pontigny), έως ότου οι απειλές του Ερρίκου εναντίον του τον ανάγκασαν να μεταβεί στο Σανς (Sens) της Βουργουνδίας. Τελικά ο Μπέκετ αντέδρασε απειλώντας με αφορισμό τον βασιλιά και τους επισκόπους που τον υποστήριζαν, αλλά ο Πάπας Αλέξανδρος Γ΄, παρόλο που τον συμπαθούσε, ευνοούσε μια πιο διπλωματική προσέγγιση. Παπικοί Λεγάτοι στάλθηκαν το 1167 με εξουσία να ενεργήσουν ως διαιτητές. [1] Επίσης το 1170, ο Αλέξανδρος έστειλε αντιπροσώπους για να επιβάλει λύση στη διαφορά. Σε αυτό το σημείο, ο Ερρίκος πρότεινε μια συμβιβαστική λύση, που θα επέτρεπε στον Τόμας να επιστρέψει στην Αγγλία από την εξορία. [1] Όμως τον Ιούνιο του 1170, ο Roger de Pont L'Évêque, αρχιεπίσκοπος της Υόρκης, μαζί με τον Gilbert Foliot, Επίσκοπο του Λονδίνου, και τον Josceline de Bohon, Επίσκοπο του Σόλσμπερι, έστεψαν ως διάδοχο τον Ερρίκο τον Νεότερο, στην Υόρκη. Αυτό ήταν παραβίαση του προνομίου στέψης, που ανήκε στον Αρχιεπίσκοπο του Κάντερμεπρι και τον Νοέμβριο του 1170, ο Μπέκετ αντιδρώντας, αφόρισε και τους τρεις επισκόπους. [5]

Ο φόνος και τα επακόλουθαΕπεξεργασία

Μαθαίνοντας τις νέες ενέργειες του Μπέκετ, ο Ερρίκος Β΄ λέγεται ότι είχε εκφρασθεί με λέξεις που ερμηνεύθηκαν από τους άντρες του ότι επιθυμούσε να σκοτωθεί ο Μπέκετ.[6] Για τα ακριβή λόγια του βασιλιά έχουν αναφερθεί αρκετές εκδοχές. Σύμφωνα με την άποψη του βιογράφου του Μπέκετ, του Edward Grim, αυτόπτη μάρτυρα του φόνου, ο οποίος έγραψε στα Λατινικά, ο Ερρίκος είπε: Τι άθλιους κηφήνες και προδότες έχω θρέψει και μεγάλωσα στο σπίτι μου, που άφησαν τον κύριό τους να αντιμετωπίζεται με τόσο επαίσχυντη περιφρόνηση από έναν ταπεινής καταγωγής κληρικό; [7] Ανεξαρτήτως όμως του τι είπε, τα λόγια του ερμηνεύτηκαν ως βασιλική διαταγή και τέσσερις ιππότες, ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν τον Αρχιεπίσκοπο στο Κάντερμπερι.

 
Η δολοφονία του Τόμας Μπέκετ - μικρογραφία 13ου αιώνα.

Στις 29 Δεκεμβρίου 1170, έφτασαν στο Κάντερμπερι. Σύμφωνα με την μαρτυρία του αυτόπτη μάρτυρα Edward Grim, έβαλαν τα όπλα τους κάτω από ένα δέντρο έξω από τον καθεδρικό ναό και έκρυψαν τις πανοπλίες τους κάτω από μανδύες, πριν μπουν στον καθεδρικό για να προκαλέσουν τον Μπέκετ. Οι ιππότες δήλωσαν στον Μπέκετ τη διαταγή του βασιλιά να πάει στο Γουίντσεστερ και να απολογηθεί για τις πράξεις του, αλλά ο Μπέκετ αρνήθηκε. Καθώς ο Μπέκετ αρνήθηκε να υποταχθεί στη θέληση του βασιλιά, αυτοί βγήκαν από το ναό ανέκτησαν τα όπλα τους και έσπευσαν πίσω για τη δολοφονία. [8] Ο Μπέκετ, εν τω μεταξύ, προχώρησε στην κύρια αίθουσα για τον εσπερινό. Οι άλλοι μοναχοί προσπάθησαν να κλειδώσουν για ασφάλεια τις πόρτες της εκκλησίας, αλλά ο Μπέκετ τους είπε: «Δεν είναι σωστό να φτιάξετε φρούριο το σπίτι της προσευχής!», διατάζοντας τους να ανοίξουν ξανά τις πόρτες.

Οι τέσσερις ιππότες, κρατώντας σπαθιά, έτρεξαν στο χώρο λέγοντας: Πού είναι ο Τόμας Μπέκετ, ο προδότης του Βασιλιά και της χώρας; Οι ιππότες βρήκαν τον Μπέκετ κοντά σε μια πόρτα του μοναστηριού προς τις σκάλες που οδηγούσαν στη χορωδία των ψαλτών του καθεδρικού ναού, όπου οι μοναχοί έψαλαν τον εσπερινό. [1] Όταν τους είδε, ο Μπέκετ είπε, Δεν είμαι προδότης και είμαι έτοιμος να πεθάνω. Ένας ιππότης τον άρπαξε και προσπάθησε να τον τραβήξει έξω, αλλά ο Μπέκετ κρατήθηκε και έσκυψε το κεφάλι του σε θέση προσευχής δεχόμενος τα πλήγματα των εκτελεστών του.  

Μετά το θάνατο του Μπέκετ, οι μοναχοί ετοίμασαν το σώμα του για ταφή. [1] Σύμφωνα με ορισμένους, ανακαλύφθηκε ότι ο Μπέκετ φορούσε ένα κιλίκιο κάτω από τα ρούχα του αρχιεπισκόπου ως ένα σημάδι μετάνοιας. [9] Οι πιστοί σε όλη την Ευρώπη άρχισαν να λατρεύουν τον Μπέκετ ως μάρτυρα, και στις 21 Φεβρουαρίου 1173, λίγο περισσότερο από δύο χρόνια μετά το θάνατό του αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Αλέξανδρο Γ΄ στην Εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Segni (Σιγνία, Λάτιο, Ιταλία ). Στις 12 Ιουλίου 1174, εν μέσω της μεγάλης εξέγερσης των γιών του Ερρίκου Β' (1173-1174), ο βασιλιάς ταπείνωσε τον εαυτό του ζητώντας δημόσια συγχώρηση στον τάφο του Μπέκετ, στην εκκλησία του Κάντερμπερι.

Οι μοναχοί φοβούμενοι το ενδεχόμενο να κλαπεί το σώμα του Μπέκετ, για να αποφευχθεί αυτό, τοποθέτησαν τη σωρό κάτω από το δάπεδο της ανατολικής κρύπτης του καθεδρικού ναού. [10] Ένα πέτρινο κάλυμμα τοποθετήθηκε πάνω από τον ταφικό χώρο με δύο τρύπες, όπου οι προσκυνητές μπορούσαν να βάλουν τα κεφάλια τους και να φιλήσουν τον τάφο. [1] Αυτή η διαρρύθμιση απεικονίζεται στα "Miracle Windows" του παρεκκλησίου της Αγίας Τριάδος. Το 1220, τα οστά του Μπέκετ μεταφέρθηκαν σε ένα νέο επιχρυσωμένο και διακοσμημένο μνημείο πίσω από τον ψηλό βωμό στο παρεκκλήσιο της Αγίας Τριάδος. [11] Το Κάντερμπρι, λόγω της θρησκευτικής του ιστορίας, είχε δει πάντα πολλούς προσκυνητές, αλλά μετά το θάνατο του Τόμας Μπέκετ έγινε ένα από τα πιο δημοφιλή προσκυνήματα στην Αγγλία και ο αριθμός των προσκυνητών αυξήθηκε πολύ.

Στη σύγχρονη τέχνη σημαντικό και για τα ιστορικά του στοιχεία είναι το έμμετρο θεατρικό έργο του T. S. Eliot: Murder in the Cathedral (Φόνος στον Καθεδρικό Ναό) [12].

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. 1,00 1,01 1,02 1,03 1,04 1,05 1,06 1,07 1,08 1,09 1,10 1,11 1,12 1,13 Barlow "Becket, Thomas (1120?–1170)" Oxford Dictionary of National Biography
  2. Butler and Walsh Butler's Lives of the Saints p. 430
  3. Fryde, et al. Handbook of British Chronology p. 84
  4. Huscroft Ruling England pp. 192–195
  5. Warren, W.L. (1973). Henry II. Berkeley and Los Angeles, California: University of California Press. σελ. 507. ISBN 9780520034945. 
  6. Huscroft Ruling England p. 194
  7. Schama History of Britain p. 142
  8. Stanley Historical Memorials of Canterbury pp. 53–55
  9. Grim, Benedict of Peterborough and William fitzStephen are quoted in Douglas, et al. English Historical Documents 1042–1182 Volume 2 p. 821
  10. Barlow Thomas Becket pp. 257–258
  11. Drake, Gavin (23 Μαΐου 2016). «Becket's bones return to Canterbury Cathedral». anglicannews.org. Ανακτήθηκε στις 23 Μαΐου 2016. 
  12. T.S.Eliot: Murder in the Cathedral, Faber and Faber Limited, London, First published in 1935. ISBN 0 571 06977 0