Υφαντικές ίνες

κατάλογος εγχειρήματος Wikimedia

Οι Υφαντικές ίνες είναι η πρώτη ύλη της κλωστοϋφαντουργίας για την παρασκευή υφασμάτων. Η προέλευση των ινών μπορεί να είναι ζωική (μαλλί, μετάξι), φυτική (βαμβάκι, λινάρι, γιούτα), ορυκτή (υαλοϊνα) και συνθετική (νάυλον, πολυεστέρας και ακρυλικό). Οι συνθετικές ίνες άρχισαν να παράγονται τον 20ο αιώνα από παράγωγα πετρέλαιου. Οι ετικέτες των ρούχων ενημερώνουν τον αγοραστή για το είδος των ινών που χρησιμοποιήθηκαν για το ύφασμα. Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα δοκιμάζονται σε διαφορετικές συνθήκες ώστε να πληρούν τις προδιαγραφές ασφαλείας, π.χ. αν είναι εύφλεκτα, αν πλένονται σε πλυντήριο ή χρειάζονται στεγνό καθάρισμα. [1][2][3][4]

Απλή ύφανση σε μεγέθυνση

Ζωικής προέλευσηςΕπεξεργασία

Ίνες Πηγή Χαρακτηριστικό
Μαλλί αλπακά Αλπακά Μαλακό, ζεστασιά, ελαφρύ
Μαλλί αγκύρας ή ανκορά Κουνέλι αγκύρας Απαλότητα, δένει καλά με άλλες ίνες
Καμηλό ή Καμηλότριχες Τρίχες από καμήλα αραβική / Γκουανάκο / Ν.Αμερικής Τη μαλακότητα, τη ζεστασιά
Κασμίρι μαλλί Αιγοπρόβατα της Ινδικής περιοχής Κασμίρ Απαλότητα
Τσιενγκορά Σκύλος Αφράτο, ελαφρύ
Λάμπσγουλ Νεαρά πρόβατα Απαλότητα,  ελαστικότητα, τη ζεστασιά
Λάμα Λάμα Ελαφρύ, μονωτικό
Μοχέρ μαλλί Κατσίκα αγκύρας Βάφεται καλά, ελαφρύ
Κιβιούτ Μοσχόβους Τη μαλακότητα, τη ζεστασιά
Κουνέλι Κουνέλια Απαλότητα
Μετάξι Μεταξοσκώληκες Λείο και γυαλιστερό ύφασμα
Βικούνια Νοτιοαμερικανικά
καμηλοειδή (Vicugna vicugna)
Ακριβό, πολυτελές, μαλακό
Μαλλί Πρόβατα Ζεστασιά
Γιακ Άγρια Γιακ Βαριά, ζεστασιά

Υφαντικές ίνες φυτικής προέλευσηςΕπεξεργασία

Ίνες Πηγή Χαρακτηριστικό
Αμπακά Musa textilis, Φιλιππινέζικο είδος μπανάνας Λεπτό, ελαφρύ
Βατίστες Από τον φλοιό δικοτυλήδονων φυτών Σε συνδυασμό με άλλες φυτικές ίνες.
Μπαμπού Μπαμπού Ελαφρύ, εύκαμπτο ίνες
Μπανάνα Φύλλα μπανανιάς Θερμά, πυκνά, ανθεκτικά
Καπόκ Κεΐβη η πέντανδρος Αφράτα
Κόιρ Περίβλημα καρύδας κοκοφοίνικα.  Δύναμη και αντοχή. Σε πατάκια και βούρτσες.
Βαμβάκι Από το φυτό Βαμβάκι  Ελαφρύ, απορροφητικό, υποαλλεργικό. Αλλά τσαλακώνεται εύκολα.
Λινάρι Από το ποώδες φυτό Λίνον Ελαφρύ, απορροφητικό, στιλπνό. Αλλά τσαλακώνεται εύκολα.
Κάνναβη Από το φυτό Κάνναβη Δύναμη, αντοχή. Χοντρά νήματα για τσουβάλια και δίχτυα.
Γιούτα Από το φυτό Corchorus  Δύναμη,αντοχή. Για τάπητες.
Κενάφ Το φυτό Hibiscus cannabinus Δύναμη, αντοχή.
Πίνα Φύλλα ανανά Μαλακό, ελαφρύ
Ραφία Φοίνικας ραφία Σκληρότητα και αντοχή. Σε σχοινιά, καλάθια, καπέλα και παπούτσια.
Ραεμί Ανθοφόρες Τσουκνίδες Urticaceae Βαρύ, σκληρό και ακριβό.
Σιζάλ Αγαύη η σιζαλανή Δύναμη, αντοχή. Στα χαλιά από σιζάλ.
Άχυρο Γεωργικό παραπροϊόν από καλλιέργεια Σε καλάθια, καπέλα.

Υφαντικές ίνες ορυκτής προέλευσηςΕπεξεργασία

Ίνες Πηγή Χαρακτηριστικό
Ύφασμα Αμιάντου Αμίαντος πυροπροστασία, ελαφρύ, καρκινογόνο
Ύαλος Μικτά πυριτικά άλατα Πυροπροστασία, μόνωση. Σε σιδερώστρες, καλύμματα στρωμάτων, σχοινιά.

Συνθετικές ίνεςΕπεξεργασία

Ίνες Πηγή Χαρακτηριστικό
Ακρυλικό Παράγωγα πετρελαίου Ελαφρύ, θερμό, στεγνώνει γρήγορα. Μοιάζει με μαλλί.
Κεβλάρ Αραμίδια Πολύ ανθεκτικό, στα αλεξίσφαιρα προϊόντα
Μοντακρυλικές Παράγωγα Πετρελαίου Ελαφρύ, θερμό, στεγνώνει γρήγορα
Νομέξ Αραμίδια Ανθεκτικό σε χημικά, φωτιά και ηλεκτρισμό.
Νάυλον Παράγωγα Πετρελαίου Ανθεκτικό, ισχυρό, ελαφρύ, στεγνώνει γρήγορα. Δεν τσαλακώνεται εύκολα.
Πολυεστέρας Προϊόντα Πετρελαίου Ανθεκτικό, ισχυρό, ελαφρύ, στεγνώνει γρήγορα. Δεν τσαλακώνεται εύκολα.
Λύκρα ή Σπάντεξ Παράγωγα πετρελαίου Ελαστικό, ισχυρό, ελαφρύ
Ραιγιόν ή βισκόζι ή τεχνητό μετάξι Αναγεννημένη κυτταρίνη Αδύναμο όταν είναι βρεγμένο. Τσαλακώνεται εύκολα και έχει πτυχώσεις.
Ολεφίνης Πολυολεφίνη Υδροφοβικό. Σε αθλητικά ρούχα, ταπετσαρίες.
Λουρέξ Αλουμίνιο, Άργυλος ή Χρυσός Μεταλλική εμφάνιση. Σε τηλεοπτικά κουστούμια και βραδινές τουαλέτες.

ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  1. Calderin, Jay (2009). Form, Fit, Fashion. Rockport. σελίδες 116–7. ISBN 978-1-59253-541-5. 
  2. «BBC GCSE Bitesize: Types of Fibre». BBC. Ανακτήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2011. 
  3. «FiberSource: The Manufactured Fiber Industry». FiberSource. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Απριλίου 2010. Ανακτήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 2011. 
  4. Ricklin, Beda. «List of all existing fibers». Swicofil (στα Αγγλικά). Ανακτήθηκε στις 27 Μαΐου 2017.