Άνοιγμα κυρίου μενού

Ἕνα πλοῖον ταξιδέβων μὲ ὑπέροχον κερὸν

ἐφνιδίως ἐξοκήλη ἀνοικτὰ τῶν Ἀζορῶν

φοβηθέντες τῶν κηρίων κὲ ἀνήσηχοι κυρίε,

πίπτουν ὅλοι εἰς τὸ κῦμα κὲ τοὺς τρόγουν καρχαρίε.


Ἔνας νέος κὲ μιὰ νέα, ὀρεότατα πεδιά,

φθάνουν κολυμβῶν γενέος εἰς πλησεῖον ἀμουδιὰ

νῆστις ὄντες κὲ διψόντες εἰς τὴν νῆσον ἀφιχθείς,

ἔτρογον καρποῦς τῶν δένδρων κὲ συλάβοντες ἰχθεῖς.


Ζῶντες βίον προτογόνου κὲ ὁ νέος μὲ τὴν κόρη,

κύταζαν κὲ κάπου - κάπου ἐὰν ἔρχετε βαπόρι

ἀλὰ φθάσαντος χειμόνος κὲ μὴ φθάνοντος βαπόρι

ἀπεβίοσεν ὁ νέος κὲ ἀπέθαναιν ἡ κόρη.


Ἀργότερα, ἀργότερα

πλησίασαν δύο κότερα

κι’ ἦρθε κι ἕνα βαπόρη

ματέος ψάχνων για να βρῆ

τὸν νέον κὲ τὴν κόρη.


Κατηραμένη νῆσος, νῆσος τῶν Ἀζορῶν,

ποὺ καταστρέφῃς νέους κὲ θάπτῃς τῶν κορῶν

να πέση τιμορία ἀπὸ τὸν οὐρανόν,

να λείψης ἀπ' τοὺς χάρτας κὲ τὸν ὀκεανόν.





Ἀθάνατα Κλασικὰ

Ὑψηλαὶ τέχναι

Ἑσπέραν τινὰ τοῦ 19ου αἰῶνος ὁ ρομαντικὸς ποιητὴς Σοῦτσος ἀπελάμβανε τὸν καφέ του εἰς τὸ Ζαχαροπλαστεῖον τοῦ Ζαβορίτου παρὰ τῇ πλατεῖᾳ Συντάγματος. Ὁ μέγας Γεώργιος Σουρῆς ἐξήρχετο ἐκ τῆς ὁδοῦ τῶν Φιλελλήνων καὶ παρετήρησε τὸν σοβαρὸν λογογράφον δίχως οὗτος νὰ τὸ ἀντιληφθῆ. Ἐκείνη τὴν στιγμὴν ἐσκέφθη λοιπὸν νὰ τὸν ταράξη ἐφαρμόζων ἕνα μνημειῶδες παίγνιον. Εὑρίσκῃ ἕναν μικρὸν γαυριὰν καὶ τοῦ λέγῃ:

- Θέλεις μιὰ δραχμή;

Ὁ παῖς ἄνευ ἄλλου ἀπήντησε Ναί.

- Τὸν βλέπεις ἐκεῖνον τὸν σοβαρό, ἐκεῖ κάτω, ποῦ πίνει τὸν καφέ του; Θὰ πᾷς καὶ θὰ τοῦ δώκεις αὐτὸ τὸ σημείωμα, θὰ περιμένεις λίγο νὰ τὸ διαβάσει καὶ μετὰ θ' ἀρχίσεις νὰ τρέχεις πρὸς τὰ ἐδῶ, γιατί ἂν σὲ πιάσει, θὰ σὲ σαπακιάσει στὸ ξύλο.

Τοῦ δίδει τὸ σημείωμα, εἰς οἶον εἶχε γράψει: "Στὶς 6 ἀκριβῶς, νὰ πᾷς νὰ #%^%$#".

Βαίνει ὁ νεανίας εἰς τὸν Σοῦτσον καὶ τοῦ παραδίδει τὸ γραμματεῖον. Ἀναγινώσκων αὐτὸ ὁ ποιητὴς ἀπολείπει τὸ ρόφημά του καὶ ἐξιστάμενος ἐπιτρέχει ἶνα τὸν συλλάβη. Ἐπὶ τοῦ ὕψους τῆς ὁδοῦ τῶν Φιλελλήνων ἑλίσσεται ὁ παῖς καὶ ἐξαφανίζεται καὶ τότε προβάλει τάχα ἀνήξερος ἔμπροσθέν του ὁ Σουρῆς.

- Γιὰ ποῦ ἔτσι βιαστικός; Ἐρωτᾷ δῆθεν ἀφελῶς.

- Ξέρεις τί μοῦ ἔδωσε αὐτὸς ὁ μικρός; Ἕνα σημείωμά μοῦ ἔδωσε, ποὺ ἔλεγε στὶς 6 ἀκριβῶς νὰ πάω νὰ #%^%$#.

Ὁ Σουρῆς τὸν παραρηρεῖ ἀπαθῶς ἐκβάλλει τὸ ὀρολόγιόν του παρὰ τοῦ θυλακίου τοῦ ὑπενδύτου του καὶ τοῦ λέγει:

- Καὶ γιατί βιάζεσαι; Πεντέμιση ἡ ὥρα ἀκόμη!