Άνοιγμα κυρίου μενού

Χρήστος Μαρκόπουλος

Έλληνας πανεπιστημιακός και πολιτικός

Ο Χρήστος Μαρκόπουλος (1924 - 2017) ήταν Έλληνας πυρηνικός χημικός, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Υπήρξε γενικός γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Χημικών, ιδρυτής και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Πυρηνικών Επιστημόνων, διευθυντής στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών Δημόκριτος, και καθηγητής σε διάφορα πανεπιστήμια. Από το 1988 ως το 1989 ήταν υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, υπεύθυνος για τις σχέσεις με τους διεθνείς οργανισμούς.

Χρήστος Μαρκόπουλος
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Χρήστος Μαρκόπουλος (Ελληνικά)
Γέννηση1925
Αθήνα
Θάνατος21  Ιουλίου 2017
ΕθνικότηταΈλληνες
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΒαρβάκειος Σχολή
Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταδιδάσκων πανεπιστημίου
πολιτικός
ΕργοδότηςΕθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος»
Ιμπίριαλ Κόλεϊτζ
Πολιτική τοποθέτηση
Πολιτικό κόμμα/ΚίνημαΠανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΥπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου της Ελλάδας
Ευρωβουλευτής
μέλος της Βουλής των Ελλήνων (εκλογική περιφέρεια Αθηνών)
Εκπρόσωπος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (1986–1988)[1]

Βιογραφικά στοιχείαΕπεξεργασία

Γεννήθηκε στις 25-12-1924 στην Αθήνα, με καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, υπήρξε μέλος της ΕΠΟΝ.[2] Αποφοίτησε από τη Βαρβάκειο Σχολή και στη συνέχεια σπούδασε χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με υποτροφία της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές ραδιοχημείας στο Λέστερ της Αγγλίας, ενώ με υποτροφία του Βρετανικού Συμβουλίου μετεκπαιδεύτηκε στα πυρηνικά κέντρα Χάρβελ της Αγγλίας, Σακλέ της Γαλλίας και Όουκ Ριτζ στο Τενεσί των ΗΠΑ.[2] Το 1960 αναγορεύτηκε διδάκτορας Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Εργάστηκε αρχικά στο Γενικό Χημείο του Κράτους και έπειτα στο Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών Δημόκριτος ως προϊστάμενος του εργαστηρίου ραδιοχημείας. Έγινε υφηγητής στο Πολυτεχνείο, ενώ εκλέχθηκε και γενικός γραμματέας της Ένωσης Ελλήνων Χημικών. Το 1964 ίδρυσε την Ελληνική Εταιρεία Πυρηνικών Επιστημόνων, της οποίας παρέμεινε πρόεδρος ως το 1981. Το 1968 εργάστηκε ως κύριος ερευνητής στο Imperial College του Λονδίνου.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, το 1969 διώχθηκε από τη χούντα, απολύθηκε από τον Δημόκριτο και του απαγορεύτηκε η έξοδος από τη χώρα. Το 1973 του δόθηκε δικαίωμα εξόδου από τη χώρα. Τότε εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια στην Ιταλία και στη συνέχεια στο Πολυτεχνείο του Ντάρμσταντ στη Γερμανία. Στις 30 Δεκεμβρίου 1974 επανήλθε στο Δημόκριτο, όπου ίδρυσε και διηύθυνε νέα πτέρυγα για την έρευνα και παραγωγή της σειράς των ραδιοανοσολογικών αντιδραστηρίων (RIA), με τα οποία τροφοδοτούνται τα νοσοκομεία για ταχείες διαγνωστικές εξετάσεις των νεογνών, με τις οποίες προλαμβάνεται, έκτοτε, η γέννηση νοητικά υστερημένων παιδιών στην Ελλάδα.[2]

Πέθανε στις 21 Ιουλίου 2017.[3]

Πολιτική δράσηΕπεξεργασία

Tο 1963 ήρθε σε επαφή με τον Ανδρέα Παπανδρέου και συνεργάστηκαν μέχρι το στρατιωτικό πραξικόπημα. Το 1975 εκλέχθηκε στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΑΣΟΚ και διετέλεσε γραμματέας των Κλαδικών Οργανώσεων Επιστημόνων και Καλλιτεχνών. Το 1978 έγινε μέλος της Συντονιστικής Γραμματείας του ΠΑΣΟΚ και το 1980 γραμματέας της Επιτροπής για την Παγκόσμια Ειρήνη και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (ΕΠΕΑΔ). Το 1981 ίδρυσε την ΚΕΑΔΕΑ (Κίνηση για την Ειρήνη, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και την Εθνική Ανεξαρτησία), της οποίας διετέλεσε πρόεδρος επί μία εικοσαετία. Το 1981 παραιτήθηκε από τον Δημόκριτο και εκλέχθηκε ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ[2] μέχρι το 1984.

Διορίστηκε, το 1984, πρέσβης εκ προσωπικοτήτων Συντονιστής για τη Δυτική Ευρώπη και το 1985 εκλέχθηκε βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ. Το 1986 ανέλαβε αρχηγός της ελληνικής Κοινοβουλευτικής Ομάδας στο Συμβούλιο της Ευρώπης, όπου και εκλέχθηκε αντιπρόεδρος της Κοινοβουλευτικής του Συνέλευσης. Τον Ιούνιο του 1988 εισήλθε στην κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου ως υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου, υπεύθυνος για τους διεθνείς οργανισμούς, μέχρι τον Ιούλιο του 1989.[4]

ΠηγέςΕπεξεργασία