Άνοιγμα κυρίου μενού

Ο όρος «άλωση» (ή άλωσις) με ενεργητική ή παθητική σημασία, που προέρχεται εκ του αρχαίου ελληνικού ρήματος αλίσκομαι = καταστρέφομαι, σημαίνει, ειδικά, τη πτώση πόλης στα χέρια του εχθρού, τη κυρίευση, την εκπόρθησή της. Γενικά όμως τη κάθε κατάκτηση και σύλληψη.

Με κεφαλαίο το Α δηλαδή «Άλωση» σημαίνει για τους Έλληνες οι δύο πτώσεις της Κωνσταντινούπολης την 13 Απριλίου 1204 από τους Φράγκους και την 29 Μαΐου 1453 από τους Τούρκους.

Η δεύτερη που συμπίπτει και με το τέλος του 100ετούς πολέμου μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας αποτελεί και το διαχωρισμό μεταξύ της Μεσαιωνικής περιόδου (Μεσαίωνας) και της Νεότερης Ιστορίας.

Στη δημοτική ποίηση και Λαογραφία η Άλωση της Κωνσταντινούπολης πέρασε, με τη φράση (ως) «Πάρσιμο της Πόλης» και έχει αφήσει στη συνείδηση του Ελληνικού λαού την απήχηση μεγάλου γεγονότος και με θεϊκή ακόμη προέλευση, με αποτέλεσμα να θεωρείται χρονολογικός σταθμός και ιστορική αφετηρία των δεινών αλλά και της αναγέννησης του Ελληνισμού.

Με τη στρατιωτική έννοια του όρου η «άλωση» φρουρίου ή οχυρού ή σε νεότερες μορφές επιχειρήσεων «Προεδρικών μεγάρων» (π.χ. Κύπρου, Γιουγκοσλαβίας, Ιράκ κ.ά.) ή Ανακτόρων (π.χ. Αιγύπτου, Λιβύης, Ιράν κ.ά.) αποτελεί το τέρμα των επιθέσεων ή πολιορκίας και την ύστατη νικηφόρο φάση του αγώνα.

Ιδιαίτερα εξαίρεται, στην Ιστορία, η άλωση της Σημαίας και πολεμικού υλικού του αντιπάλου, ειδικότερα όταν γίνει ηρωική μάχη «εκ του συστάδην».

Τέτοιες αλώσεις έχει να επιδείξει πολλές η Ιστορία της Ελληνικής εθνεγερσίας ή όπως καθιερώθηκε να λέγεται η Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά και οι τελευταίοι απελευθερωτικοί αγώνες του 1912-1913, όπως η χαρακτηριστική μάχη των Γιαννιτσών τον Οκτώβριο του 1912, αλλά και οι κατά σειρά γενόμενες στο πόλεμο του 40-41 στο αλβανικό μέτωπο.

Σήμερα η άλωση θεωρείται και κατατάσσεται στις πολύ δύσκολες πολεμικές επιχειρήσεις, λόγω των μέσων των αντιμαχομένων, αλλά και των διεθνών συνθηκών προστασίας αιχμαλώτων και αμάχων πληθυσμών με μόνο εφικτό αποτέλεσμα τον διασκορπισμό και τη διάλυση των ανθισταμένων.