Με τον όρο αιθρία χαρακτηρίζεται στη ναυτική γλώσσα η καιρική κατάσταση της νύκτας κατά την οποία διαπιστώνεται, λόγω έλλειψης νεφών, πολύ καλή ορατότητα (σχεδόν τη μέγιστη δυνατή) όπως συμβαίνει κυρίως κατά τις ψυχρές νύκτες του Χειμώνα, με παντελή έλλειψη νεφών.

Η ιδεώδης αιθρία προϋποθέτει ασέληνη νύκτα με τους αστέρες να λάμπουν ζωηρά (αστροφεγγιά) ή και μαρμαίνοντας (να λαμπιρίζουν τρεμουλιαστά). Η δε μαρμαρυγή αυτή (το τρεμούλιασμα) για τους έμπειρους ναυτικούς αποτελεί προγνωστικό ότι θα πνεύσουν άνεμοι του ΒΔ τεταρτοκυκλίου του ανεμολογίου δηλαδή βορειοδυτικοί.

Σύμφωνα με τον «Διεθνή Κανονισμό Αποφυγής Συγκρούσεων» έχουν καθορισθεί οι αναφερόμενες σ΄ αυτόν φωτοβολίες των «πλοϊκών φανών» των πλοίων για νύκτα σκοτεινή και αιθρία, εν αντιθέσει της φωτοβολίας των Φάρων που λογίζεται για νύκτα σκοτεινή με «μέση ατμοσφαιρική διαφάνεια».

Δεν απαιτείται να επικρατεί τέλεια «άπνοια» για να χαρακτηρισθεί η νύκτα αιθρία, μπορεί και να πνέει ελαφρύς άνεμος μεταξύ Βορρά και Ζέφυρου.

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • Όταν η «αιθρία» συνεχίζει μετά την Ανατολή, τότε και μόνο κατά την ημέρα λέγεται «Ευδία». Η Αιθρία και η Ευδία υπό πλήρη άπνοια ονομάζονται κοινώς «μπονάτσα» ή «μπουνάτσα».
  • Ο όρος αίθριος (αρσενικό), αναφέρεται μόνο στο Καιρό και στον Ουρανό.