Ο αισυμνήτης ήταν, στην Ελλάδα της αρχαϊκής εποχής, άρχοντας με απόλυτες εξουσίες, τον οποίο εξέλεγε ο λαός.

Ο Αριστοτέλης αναφέρει στα «Πολιτικά» (1285a, 29-30):

Δύο μὲν οὖν εἴδη ταῦτα μοναρχίας, ἕτερον δ᾽ ὅπερ ἦν ἐν τοῖς ἀρχαίοις Ἕλλησιν, οὓς καλοῦσιν αἰσυμνήτας. ἔστι δὲ τοῦθ᾽ ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν αἱρετὴ τυραννίς, διαφέρουσα δὲ τῆς βαρβαρικῆς οὐ τῷ μὴ κατὰ νόμον ἀλλὰ τῷ μὴ πάτριος εἶναι μόνον. ἦρχον δ᾽ οἱ μὲν διὰ βίου τὴν ἀρχὴν ταύτην, οἱ δὲ μέχρι τινῶν ὡρισμένων χρόνων ἢ πράξεων, οἷον εἵλοντό ποτε Μυτιληναῖοι Πιττακὸν πρὸς τοὺς φυγάδας ὧν προειστήκεσαν Ἀντιμενίδης καὶ Ἀλκαῖος ὁ ποιητής.

Στην ομηρική Ιλιάδα τη συγκεκριμένη ιδιότητα έχουν νέοι αριστοκρατικής καταγωγής με δικαστικές αρμοδιότητες. Συναντάμε τον όρο και στην Οδύσσεια, ως αιρετούς αξιωματούχους, αποστολή των οποίων είναι η διοργάνωση και η εκτέλεση διαφόρων τελετών είτε αγώνων.:

αἰσυμνῆται δὲ κριτοὶ ἐννέα πάντες ἀνέσταν

δήμιοι, οἳ κατ᾽ ἀγῶνας ἐὺ πρήσσεσκον ἕκαστα,

λείηναν δὲ χορόν, καλὸν δ᾽ εὔρυναν ἀγῶνα.

Άτομα με αυτό το αξίωμα συναντάμε σε αιολικές πόλεις, όπως η Κύμη (είχαν την επιμέλεια των δημοσίων εθίμων). Ακόμη, στα Μέγαρα και στις πόλεις που αυτά είχαν ιδρύσει ως αποικίες, στη Μίλητο και τη Νάξο, όπου αισυμνήτης ήταν ο στεφανηφόρος επώνυμος άρχοντας, στην Τέω όπου είχε δικαστικές αρμοδιότητες. Ως πρώτος αισυμνήτης αναφέρεται ο Επιμένης στη Μίλητο, και κατόπιν ο Χαιρήμων στην Απολλωνία της Αδριατικής[1], ο Τυννώνδας στην Εύβοια, ο Φοιβίας στη Σάμο και ο Πιττακός ο Μυτιληναίος. Επίσης ο Σόλων στην Αθήνα.

Στον 7ο αιώνα π.Χ., οι αισυμνήτες απέκτησαν ευρύτατη πολιτική εξουσία. Μπορούσαν να δρουν χωρίς την υποχρέωση να λογοδοτούν στους πολίτες, η εξουσία όμως τους είχε δοθεί με τη συγκατάθεση των πολιτών, και δεν ήταν κληρονομική. Ο αισυμνήτης διαφέρει από τον τύραννο κατά το ότι ο δεύτερος υφαρπάζει την εξουσία, επιβάλλεται με τη βία. Ο τύραννος εκπροσωπεί την επαναστατική νομιμότητα, η οποία έρχεται σε ρήξη με τις κατεστημένες εξουσίες (πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές). Ο αισυμνήτης είναι ο μετριοπαθής μεταρρυθμιστής, αποστολή του δεν είναι η εκ βάθρου ανατροπή του προηγούμενου καθεστώτος. Σημειωτέον ότι και οι δύο αυτοί φορείς εξουσίας εμφανίστηκαν σε μια περίοδο, όπου υπήρχαν κοινωνικές εντάσεις μεταξύ μεγάλων γαιοκτημόνων και μικροκαλλιεργητών, ενώ η άνθιση της βιοτεχνίας, του εμπορίου και της ναυτιλίας αλλά και η επικράτηση των συναλλαγών πλέον με χρήμα αμφισβήτησαν τις έως τότε επικρατούσες ισορροπίες.

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία

  1. Thirlwall, Connop (1835). A History of Greece. Longmans. 

ΠηγέςΕπεξεργασία

  • Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Π. Δρανδάκη, τόμος Β΄, σελ. 867 (το λήμμα υπογράφει ο Γ. Δ. Καψάλης)
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, τόμος 5, σελ. 118-119 (το λήμμα υπογράφει ο Γ. Κοντογιώργης)