To βιβλιόφωνο είναι συσκευή[1]που επιτρέπει την επικοινωνία μεταξύ ενός φυσικού αντικειμένου και της ψηφιοποιημένης πληροφορίας που περιέχεται σε μία βάση δεδομένων. Πρωτοχρησιμοποιήθηκε το 2007 κατά την εφαρμογή του προγράμματος «Διαδραστική Παιδική Βιβλιοθήκη» στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Άαρχους της Δανίας[2]. Η συσκευή δοκιμάστηκε στις δύο φυσικές εκδοχές της από βιβλιοθηκονόμους και μαθητές σχολείων της περιοχής.

Περιγραφή και λειτουργίαΕπεξεργασία

Στην πρώτη μορφή της αποτελείται από δύο «χωνιά» συνδεδεμένα με ένα καλώδιο. Το ένα τοποθετείται από το χρήστη πάνω σε ένα βιβλίο και το άλλο χρησιμοποιείται για ηχείο και μικρόφωνο ηχογράφησης. Στην δεύτερη μορφή της, η συσκευή μοιάζει με «δοχείο λαδιού» του οποίου η βάση τοποθετείται πάνω στο βιβλίο, στο δε πάνω μέρος του, υπάρχει ηχείο ώστε μπορεί να ακούγονται τα διάφορα ηχητικά μηνύματα από ολόκληρη ομάδα ακροατών. Και στην εκδοχή αυτή υπάρχει μικρόφωνο για ηχογράφηση νέων μηνυμάτων. Η συσκευή διαβάζει ετικέτα ταυτοποίησης μέσω ραδιοσυχνοτήτων RFID, η οποία αντικαθιστά τους συνήθως χρησιμοποιούμενους κατά το παρελθόν γραμμωτούς κωδικούς. Ο σκοπός του βιβλιόφωνου είναι να προσφέρει πρόσθετες πληροφορίες για το βιβλίο, όπως άρθρα κριτικών, συνεντεύξεις συγγραφέων, γνώμες αναγνωστών ή οτιδήποτε άλλο σχετικό. Όλος αυτός ο σχολιασμός του συγκεκριμένου βιβλίου προβλέπεται πως θα βοηθήσει το χρήστη της βιβλιοθήκης να διαλέξει ένα βιβλίο ανάλογα με τα ενδιαφέροντά του και τις ανάγκες του. Επιπλέον, μπορεί να προσθέσει και ο κάθε νέος αναγνώστης το δικό του σχολιασμό.

ΩφέλειεςΕπεξεργασία

Τα κέρδη επομένως από το βιβλιόφωνο είναι τριπλά. Πρώτον, να καθοδηγηθούν οι μαθητές καλύτερα στην επιλογή βιβλίων της αρεσκείας τους, αφού αρκετές έρευνες[3]έχουν αποδείξει πως οι μαθητές αναζητούν το επιθυμητό για αυτούς υλικό για διάβασμα ανάλογα με το θέμα και το λογοτεχνικό είδος, οπότε τα σχόλια που θα τους προσφέρει το βιβλιόφωνο θα τους βοηθούν σημαντικά. Δεύτερον, οι ήδη αποθηκευμένες πληροφορίες για τα βιβλία (μεταδεδομένα) τις οποίες η βιβλιοθήκη έχει ήδη συγκεντρώσει στον ιστότοπό της, στο ειδικό ιστολόγιό της ή ακόμη σε ειδικές λίστες είναι πιο άμεσα και εύκολα διαθέσιμες μέσω του βιβλιόφωνου. Ο χρήστης δηλαδή αντί να αναζητεί τα μεταδεδομένα σε διάφορες πηγές, τα βρίσκει όλα συγκεντρωμένα πάνω στο βιβλίο πριν το φυλλομετρήσει. Τρίτο, και ίσως πιο σημαντικό, δίδεται η ευκαιρία στον ίδιο τον αναγνώστη να προσθέσει τη δική του γνώμη και πιθανόν να επηρεάσει αρκετούς συνομηλίκους του να αναζητήσουν ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Η συνομιλία αυτή των χρηστών – αναγνωστών με το βιβλίο μετατρέπει την απλή αναζήτηση ενός βιβλίου από ένα «μοναχικό» αναγνώστη σε ζωντανή διαδραστική κοινωνική δραστηριότητα. Όποια εκδοχή του βιβλιόφωνου και να χρησιμοποιηθεί, ομαδική ή ατομική, διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πολλών ατόμων τη στιγμή ακριβώς που τις χρειαζόμαστε.


ΒιβλιογραφίαΕπεξεργασία

  • Lykke-Olesen, A. & Nielsen, J. (2007) BibPhone- Adding Sound to the Children’s Library. IDC 07, June 6-8 2007 Aalborg, Denmark
  • Reuter, K. & Druin, A. (2004) Bringing Together Children and Books: An Initial Descriptive Study of Children’s Book Searching and Selection Behavior in a Digital Library. Proceedings of the 67th Annual Meeting of the American Society for Information Science and Technology.

ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Αρχείο σε μορφή PDF
  2. «Δημοτική Βιβλιοθήκη Άαρχους». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 21 Φεβρουαρίου 2008. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2008. 
  3. «Bringing Together Children and Books: An Initial Descriptive Study of Children's Book Searching and Selection Behavior in a Digital Library». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 6 Σεπτεμβρίου 2006. Ανακτήθηκε στις 2 Μαρτίου 2008.