Βομβιστική επίθεση στο ληξιαρχείο του Άμστερνταμ

Η Βομβιστική επίθεση στο ληξιαρχείο του Άμστερνταμ πραγματοποιήθηκε στις 27 Μαρτίου 1943, από Ολλανδούς αντιστασιακούς. Σκοπός της επίθεσης ήταν η καταστροφή των αρχείων του ληξιαρχείου προκειμένου οι γερμανικές αρχές να μη μπορούν να εντοπίσουν Εβραίους και πιθανά μέλη της αντίστασης.

Τιμητική πλάκα στο κτίριο της οδού Plantage Kerklaan 36 για μέλη της ομάδας που έκαναν την επίθεση
Το ληξιαρχείο του Άμστερνταμ την επομένη της επίθεσης

Τελικά από την επίθεση καταστράφηκε τμήμα μόνο των αρχείων. Λίγο αργότερα συνελήφθησαν δεκατέσσερα άτομα που συμμετείχαν στη συγκεκριμένη επιχείρηση και δώδεκα από αυτά εκτελέστηκαν τον Ιούλιο του 1943.

Η βομβιστική επίθεσηΕπεξεργασία

Μετά την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων στην Ολλανδία και την κατάληψη της χώρας, κάθε άτομο άνω των 15 ετών έπρεπε να φέρει μαζί του συνεχώς την ταυτότητα (persoonsbewijs). Στις ταυτότητες των Εβραίων Ολλανδών ήταν σημειωμένο ένα μεγάλο J. Σύντομα, μέλη της αντίστασης άρχισαν να φτιάχνουν πλαστές ταυτότητες. Όμως τα πλαστά έγγραφα ήταν εύκολο να εντοπιστούν, αν τα στοιχεία των ταυτοτήτων συγκρίνονταν με τα αρχεία του ληξιαρχείου και έτσι οι Ναζί μπορούσαν εύκολα να εντοπίσουν και να συλλάβουν Εβραίους Ολλανδούς και πιθανά μέλη της αντίστασης ή να επιστρατεύσουν άτομα για καταναγκαστική εργασία. [1][2]

Το 1943 μια ομάδα με επικεφαλής τον γλύπτη Χέρριτ φαν ντερ Φέιν (Gerrit van der Veen) και τον ζωγράφο και συγγραφέα Βίλλεμ Αροντέους (Willem Arondeus), σχεδίασε τη πραγματοποίηση σαμποτάζ στο ληξιαρχείο του Άμστερνταμ, με σκοπό την καταστροφή των αρχείων χωρίς να κινδυνεύσουν ανθρώπινες ζωές. Στην ομάδα αυτή μετείχαν τοπικοί καλλιτέχνες και φοιτητές της ιατρικής, μεταξύ αυτών και ορισμένοι Εβραίοι και ομοφυλόφιλοι καθώς και άτομα που σχετίζονταν με τις παράνομες εκδόσεις Rattenkruid. Η επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα δύσκολη καθώς η φύλαξη των ληξιαρχείων είχε ενισχυθεί μετά την επίθεση στο ληξιαρχείο του Βαχενίνγκεν (Wageningen) στα τέλη του 1942. [3][4]

Το ληξιαρχείο του Άμστερνταμ βρισκόταν τότε στην Plantage Kerklaan 36. Η επίθεση πραγματοποιήθηκε το βράδυ της 27ης Μαρτίου 1943. Οι αντιστασιακοί, που ήταν ντυμένοι με αστυνομικές στολές, πλησίασαν τη φρουρά του κτιρίου και είπαν ότι θα έλεγχαν το κτίριο για εκρηκτικά. Οι φύλακες τους πίστεψαν και τους άφησαν να μπουν. Στη συνέχεια δύο από τα μέλη της ομάδας, που ήταν φοιτητές της ιατρικής, νάρκωσαν τους φύλακες και τους μετέφεραν αναίσθητους από τη πίσω πόρτα, στο διπλανό ζωολογικό κήπο. Τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας μέσα στο κτίριο στοίβαξαν τα έγγραφα στο πάτωμα και τα περιέχυσαν με βενζίνη και τοποθέτησαν μια σειρά ωρολογιακούς εκρηκτικούς μηχανισμούς, που είχαν φτιάξει με εκρηκτικά τα οποία είχαν πάρει από τις αποθήκες εκρηκτικών του φρουρίου Naarden. Όταν εξερράγησαν οι μηχανισμοί το κτίριο πήρε φωτιά. Η πυροσβεστική που κλήθηκε καθυστέρησε εσκεμμένα να σβήσει τη φωτιά και όταν πια ξεκίνησαν να τη σβήνουν έριξαν πολύ περισσότερο νερό στο κτίριο προκειμένου να καταστραφούν και αρχεία που δεν είχαν καεί. [5] [6]

Από την επίθεση αυτή καταστράφηκε μόνο το 15% των αρχείων (800.000 καρτέλες) όμως είχε σημαντικό ψυχολογικό αντίκτυπο τόσο στους κατοίκους της ολλανδικής πρωτεύουσας όσο και στους κατακτητές. [7]

ΠαραπομπέςΕπεξεργασία