Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Διάκονος»

22 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 12 έτη
μ
Ρομπότ: Προσθήκη: bg:Дякон; διακοσμητικές αλλαγές
μ (Ρομπότ: Τροποποίηση: tr:Diyakoz)
μ (Ρομπότ: Προσθήκη: bg:Дякон; διακοσμητικές αλλαγές)
Ο όρος '''διάκονος''' σημαίνει κατά βάση «υπηρέτης». Στην ορολογία των [[Χριστιανισμός|χριστιανικών]] εκκλησιών μπορεί να σημαίνει είτε γενικότερα τον χριστιανό ως υπηρέτη του Θεού είτε ειδικότερα εκκλησιαστικό αξίωμα.
 
== Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ==
{{Βαθμοί Ορθόδοξης Χριστιανικής Ιεροσύνης}}
'''Διάκονος''' στην [[Ορθόδοξη Εκκλησία|Ορθόδοξη]], αλλά και σε άλλες Εκκλησίες, είναι ο κληρικός που φέρει τον πρώτο βαθμό της ιεροσύνης.
 
== Δείτε επίσης ==
*[[Αρχιδιάκονος]]
 
 
[[ar:شماس]]
[[bg:Дякон]]
[[ca:Diaca]]
[[cs:Jáhen]]
81.182

επεξεργασίες