Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αράμ Χατσατουριάν»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Ο Χατσατουριάν διετέλεσε αντιπρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής της ένωσης των Σοβιετικών συνθετών από το 1939 μέχρι το 1948. Από το 1951 άρχισε να διδάσκει στο Ωδείο της Μόσχας και να ασχολείται με τη διεύθυνση ορχήστρας. Είναι ίσως, μαζί με τον [[Σεργκέι Προκόφιεφ|Προκόφιεφ]] και τον [[Ντμίτρι Σοστακόβιτς|Σοστακόβιτς]], οι σημαντικότεροι συνθέτες της [[Σοβιετική Ένωση|Σοβιετικής Ένωσης]] στην σχεδόν εβδομηντάχρονη ιστορία της. Αφιερώθηκε ιδιαίτερα στην ανάπτυξη της αρμενικής μουσικής καθώς θεωρήθηκε αυθεντία της τουρκμενικής και αζερμπαϊτζανικής μουσικής. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία ρωσικά (μεταξύ των οποίων δύο φορές με το βραβείο Στάλιν) καθώς και ευρωπαϊκά.
 
Όσον αφορά το ύφος της μουσικής του, έχει έντονο ανατολίτικο χρώμα, πράγμα που οφείλεται στην επιρροή του από την [[Αρμενία|αρμένικη]] παράδοση, την οποία μελέτησε πολύ προσεκτικά. Επίσης, επηρεάστηκε και από τις νέες τάσεις που είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στην υπόλοιπη [[Ευρώπη]], καταφέρνοντας να τις αξιοποιήσει με πολύ μέτρο και σε συνδυασμό με τη μουσική παράδοση. Γενικά τα έργα του Χατσατουριάν διακρίνονται για τη χρωματική αρμονία αλλά και την παραδοξότητα που μερικές φορές φθάνει σε μονοτονία. Στη χρήση όμως των οργάνων "σόλο" έναντι της ορχήστρας ακολούθησε τη παράδοση των [[Αλεξάντερ Μποροντίν]] και [[Αλεξάντερ Γκλαζούνοφ]]. ΣημειώνεταιότιΣημειώνεται ότι ο Χατσατουριάν συνέθεσε και τον [[Μερ Χαϊρενίκ|εθνικό ύμνο της Αρμενίας]].
 
Μερικά από τα πιο γνωστά του έργα είναι το [[μπαλέτο]] ''Γκαϊανέ'' (1942) που περιλαμβάνει τον πολύ γνωστό ''Χορό των σπαθιών'', η ''δεύτερη συμφωνία'' (1943), το ''Βαλς για κοντσέρτο'' (1955) και το μπαλέτο ''Σπάρτακος'' (1956).
10.239

επεξεργασίες