Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Ιστορία της βιολογίας»

αναίρεση παράκαμψης ανακατευθύνσεων
μ (r2.7.1) (Ρομπότ: Προσθήκη: de:Biologie#Geschichte)
(αναίρεση παράκαμψης ανακατευθύνσεων)
[[Αρχείο:Erasmus Darwin Temple of Nature.jpg|thumb|right|280px|Το εξώφυλλο του σχετικού με την [[εξέλιξη (βιολογία)|εξέλιξη]] ποιήματος του [[Έρασμος Δαρβίνος|Έρασμου Δαρβίνου]], ''The Temple of Nature'' δείχνει μία θεότητα να παραμερίζει το πέπλο από την φύση. Η αλληγορία και η μεταφορά έπαιξαν συχνά σημαντικό ρόλο στην ιστορία της βιολογίας.]]
 
Η '''ιστορία της βιολογίας''' αποτυπώνει τη μελέτη του [[ζωή|έμβιου κόσμου]] από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια. Παρόλο που η έννοια της ''[[βιολογία]]ς'' ως ένα ενιαίο συνεκτικό πεδίο αναπτύχθηκε το 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες προέκυψαν από τις [[ιστορία της ιατρικής|ιατρικές παραδόσεις]] και τη [[φυσική ιστορία]] που φτάνουν έως την [[αρχαία αιγυπτιακή ιατρική]] και τα έργα του [[Αριστοτέλης|Αριστοτέλη]] και του [[Γαληνός|Γαληνού]] στον αρχαίο [[ελληνορωμαϊκός πολιτισμός|ελληνορωμαϊκό κόσμο]]. Περαιτέρω ανάπτυξη ήρθε στο μεσαίωνα από [[Ισλαμική ιατρική|μουσουλμάνους γιατρούς]] και λόγιους όπως ο [[Αλ Γιασίζ]], ο [[Αβικέννας]], ο [[Ιμπν Ζουχρ]], ο [[Ιμπν αλ Μπαϊτάρ]] και ο [[Ιμπν αλ Νάφις]]. Κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής [[αναγέννηση]]ς και της πρώιμης σύγχρονης εποχής επήλθε επανάσταση στη βιολογική σκέψη από το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τον [[εμπειρισμός|εμπειρισμό]] και την ανακάλυψη πολλών νέων οργανισμών. Εξέχουσες μορφές ήταν ο [[Ανδρέας Βεσάλιος|Βεσάλιος]] και ο [[Ουίλιαμ Χάρβεϊ]], οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον πειραματισμό και την προσεκτική παρατήρηση στην φυσιολογία, καθώς και φυσιοδίφες όπως ο [[Κάρολος Λινναίος]] και ο [[Ζορζ Λουί Λεκλέρκ]] οι οποίοι ξεκίνησαν τη [[συστηματική ταξινόμηση]] της ζωής και του [[απολίθωμααρχείο απολιθωμάτων|αρχείου απολιθωμάτων]], καθώς και της ανάπτυξης και συμπεριφοράς των οργανισμών. Η [[μικροσκοπία]] αποκάλυψε τον προηγουμένως άγνωστο κόσμο των μικροοργανισμών και έθεσε το υπόβαθρο για την [[κυτταρική θεωρία]]. Η αυξανόμενη σημασία της [[φυσική θεολογία|φυσικής θεολογίας]], εν μέρει απήχηση του [[Μηχανιστικός υλισμός|μηχανιστικού υλισμού]], προήγαγε την ανάπτυξη της φυσικής ιστορίας (παρόλο που παραβίαζε το [[τελεολογικό επιχείρημα]]).
 
Το 18ο και 19ο αιώνα, οι βιολογικές επιστήμες, όπως η [[βοτανική]] και η [[ζωολογία]] κατέστησαν αυξανόμενα επαγγελματικοί [[επιστημονικός κλάδος|επιστημονικοί κλάδοι]]. Ο [[Αντουάν Λωράν Λαβουαζιέ|Λαβουαζιέ]] και άλλοι φυσικοί επιστήμονες άρχισαν να συνδέουν τον έμψυχο με του άψυχο κόσμο, μέσω της φυσικής και της χημείας. Εξερευνητές φυσιοδίφες όπως ο [[Αλεξάντερ φον Χούμπολτ|Αλεξάντερ φον Χούμπολντ]] ερεύνησαν την αλληλεπίδραση των οργανισμών με το περιβάλλον τους και τους τρόπους με τους οποίους αυτή η σχέση εξαρτάται από την γεωγραφία, θέτοντας τα θεμέλια της [[βιογεωγραφία]]ς, της [[οικολογία]]ς και της [[ηθολογία|ηθολογίας]]. Οι φυσιοδίφες άρχισαν να απορρίπτουν την [[ουσιοκρατία]] και να εξετάζουν τη σημασία της εξαφάνισης και της [[ιστορία της εξελικτικής σκέψης|μεταλλαξιμότητας των ειδών]]. Η [[κυτταρική θεωρία]] παρείχε νέα προοπτική στην θεμελιώδη βάση της ζωής. Αυτές οι εξελίξεις, καθώς και αποτελέσματα από την [[εμβρυολογία]] και την [[παλαιοντολογία]] συντέθηκαν στη [[Εξέλιξη (βιολογία)|θεωρία της Εξέλιξης]] δια της φυσικής επιλογής του [[Κάρολος Δαρβίνος|Κάρολου Δαρβίνου]]. Το τέλος του 19ου αιώνα σήμανε το τέλος της θεωρίας της [[αβιογένεση#.CE.91.CF.85.CF.84.CF.8C.CE.BC.CE.B1.CF.84.CE.B7Αυτόματη .CE.B3.CE.AD.CE.BD.CE.B5.CF.83.CE.B7γένεση|αυτόματης γένεσης]] και την ανάπτυξη της [[μικροβιακή θεωρία|μικροβιακής θεωρίας]], παρόλο που ο μηχανισμός της [[κληρονομικότητα]]ς παρέμενε άγνωστος.
 
Στις αρχές του 20ου αιώνα, η επανανακάλυψη του έργου του [[Γκρέγκορ Μέντελ]] οδήγησε στη ραγδαία ανάπτυξη της [[γενετική]]ς από τον [[Τόμας Χαντ Μόργκαν]] (''Thomas Hunt Morgan'') και τους φοιτητές του, και από τη δεκαετία του 1930 στο συνδυασμό της [[γενετική των πληθυσμών|γενετικής των πληθυσμών]] και της φυσικής επιλογής στη «[[Σύγχρονη εξελικτική σύνθεση|νεοδαρβινική σύνθεση]]». Εξελίχθηκαν ραγδαία νέοι τομείς, ιδιαίτερα μετά την ανακάλυψη της δομής του [[DNA]] από τους [[Τζέιμς Γουότσον]] και [[Φράνσις Κρικ]]. Μετά την καθιέρωση του [[Κεντρικό δόγμα Μοριακής Βιολογίας|κεντρικού δόγματος]] και την ανάγνωση του [[γενετικός κώδικας|γενετικού κώδικα]], η βιολογία χωρίστηκε σε δύο κύριες ομάδες πεδίων, την ''οργανική βιολογία'' — τα πεδία που μελετούν ολόκληρους οργανισμούς και ομάδες οργανισμών — και τα πεδία που σχετίζονται με την ''[[κυτταρική βιολογία|κυτταρική]] και [[μοριακή βιολογία]]''. Στα τέλη του 20ού αιώνα, νέα πεδία, όπως η [[πρωτεωμική]] και η [[γενωμική]], ανέστρεψαν αυτό το κλίμα, καθώς οι οργανικοί βιολόγοι άρχισαν να χρησιμοποιούν τεχνικές της μοριακής βιολογίας, και μοριακοί και κυτταρικοί βιολόγοι να μελετούν την αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος, καθώς τη γενετική φυσικών πληθυσμών οργανισμών.
Η λέξη ''βιολογία'' είναι σύνθετη λέξη από το [[Αρχαία ελληνική γλώσσα|αρχαίο ελληνικό]] ''βίος'' που σημαίνει ζωή και την κατάληξη '-λογία', που σημαίνει ''γνώση του'', ''μελέτη του'' από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ''λέγειν'', ''συλλέγω'', ''διαλέγω'' (παρ. το ουσιαστικό ''λόγος''). Ο όρος ''βιολογία'' με την σύγχρονη έννοιά του φαίνεται ότι έχει εισαχθεί ανεξάρτητα από τους [[Καρλ Φρίντριχ Μπούρνταχ]] (το 1800), [[Γκότφριντ Ρέινχολντ Τρεβιράνους]] (''Biologie oder Philosophie der lebenden Natur'', 1802) και [[Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ]] (''Hydrogéologie'', 1802).<ref>Junker ''Geschichte der Biologie'', σ 8.</ref><ref>Coleman, ''Biology in the Nineteenth Century'', σσ 1–2.</ref> Η ίδια λέξη εμφανίζεται στον τίτλο του τρίτου τόμου του έργου του [[Μίχαελ Κρίστοφ Χάνοφ]] ''Philosophiae naturalis sive physicae dogmaticae: Geologia, biologia, phytologia generalis et dendrologia'' που εκδόθηκε το 1766.
 
Πριν τη ''βιολογία'', χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι όροι για τη μελέτη των ζώων και των φυτών. Η ''[[φυσική ιστορία]]'' αναφερόταν στις περιγραφικές πτυχές της βιολογίας, παρόλο που περιλάμβανε και την [[ορυκτολογία]] καθώς και άλλους τομείς εκτός του πεδίου της βιολογίας. Εντούτοις από το Μεσαίωνα έως την Αναγέννηση, το πλαίσιο ενοποίησης της φυσικής ιστορίας ήταν η ''scala naturae'' ή η [[Μεγάλη αλυσίδα της Ύπαρξης]]. Η [[φυσική φιλοσοφία]] και η [[φυσική θεολογία]] περιλάμβαναν την εννοιολογική και [[μεταφυσική]] βάση της ζωικής και φυτικής ζωής, ασχολούμενες με τα ζητήματα της αιτίας της ύπαρξης των οργανισμών και της συμπεριφοράς τους, παρόλο που περιλάμβαναν επίσης αυτό που πλέον είναι η [[γεωλογία]], η [[χημεία]], η [[φυσική]] και η [[αστρονομία]]. Η [[φυσιολογία (βιολογία)|φυσιολογία]] και η (βοτανική) [[φαρμακολογία]] ανήκαν στη σφαίρα δραστηριότητας της ιατρικής. Η ''βοτανική'', η ''ζωολογία'' και στην περίπτωση των απολιθωμάτων η ''γεωλογία'' αντικατέστησαν τη ''φυσική ιστορία'' και τη ''φυσική φιλοσοφία'' τον 18ο και 19ο αιώνα πριν υιοθετηθεί ευρέως ο όρος ''βιολογία''.<ref>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 36–37</ref><ref>Coleman, ''Biology in the Nineteenth Century'', σσ 1–3.</ref> Μέχρι σήμερα, οι όροι ''ζωολογία'' και ''βοτανική'' χρησιμοποιούνται ευρέως, ενώ έχουν προστεθεί και άλλοι όροι για άλλους τομείς της βιολογίας, όπως [[μυκητολογία]] και [[μοριακή βιολογία]].
 
== Αρχαία και μεσαιωνική γνώση ==
=== Πρώιμοι πολιτισμοί ===
Οι αρχέγονοι άνθρωποι πρέπει να είχαν και να μετέδιδαν γνώσεις για τα [[φυτό|φυτά]] και τα [[ζώο|ζώα]] ώστε να αυξήσουν της πιθανότητες επιβίωσής τους. Αυτές πρέπει να περιελάμβαναν γνώσεις για την ανατομία των ανθρώπων και των ζώων καθώς και πτυχές της συμπεριφοράς των ζώων, όπως τα μοτίβα της μετανάστευσής τους. Εντούτοις, το πρώτο κύριο σημείο καμπής στη βιολογική γνώση ήρθε με τη [[Νεολιθική επανάσταση]] πριν περίπου 10.000 χρόνια. Οι άνθρωποι [[εξημέρωση|εξημέρωσαν]] πρώτα φυτά για καλλιέργεια και μετά ζώα στις - λόγω αυτών των εξελίξεων - μόνιμα εγκατεστημένες κοινωνίες.<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 2–3</ref>
 
Οι αρχαίοι πολιτισμοί της [[Μεσοποταμία]]ς, της [[Αρχαία Αίγυπτος|Αιγύπτου]], της [[Ιστορία της Ινδίας|Ινδικής υποηπείρου]], και της [[Ιστορία της Κίνας|Κίνας]], μεταξύ άλλων, παρήγαγαν φημισμένους χειρούργους και μελετητές των φυσικών επιστημών όπως ο [[Σουσρούτα]] και ο [[Ζανγκ Ζονγκτζίνγκ]], εκφράζοντας ανεξάρτητα πολύπλοκα συστήματα φυσικής φιλοσοφίας. Εντούτοις, οι ρίζες της σύγχρονης βιολογίας συνήθως ανιχνεύονται στην [[κοσμικότητα|κοσμική]] παράδοση της [[Ελληνική φιλοσοφία|αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας]].<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 3–9</ref>
Οι [[προσωκρατικοί φιλόσοφοι]] ερεύνησαν πολλές ερωτήσεις σχετικά με τη ζωή αλλά παρήγαγαν λίγη συστηματική γνώση ειδικότερου βιολογικού ενδιαφέροντος, παρόλο που οι απόπειρες των [[ατομικοί|ατομικών]] να εξηγήσουν τη ζωή με καθαρά φυσικούς όρους θα επανεμφανίζονταν περιοδικά στην ιστορία της βιολογίας. Εντούτοις οι ιατρικές θεωρίες του [[Ιπποκράτης|Ιπποκράτη]] και των μαθητών του, και ειδικά η [[θεωρία των χυμών]], είχαν διαρκή αντίκτυπο.<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 9–27</ref>
 
Ο φιλόσοφος [[Αριστοτέλης]] είναι ο λόγιος που άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή από την [[κλασική εποχή|κλασική αρχαιότητα]]. Παρόλο που το πρώιμο έργο του στη φυσική φιλοσοφία ήταν εικοτολογικό, τα μετέπειτα βιολογικά έργα του ήταν πιο εμπειρικά, εστιάζοντας στη βιολογική αιτιότητα και τη [[βιοποικιλότητα]]. Έκανε πολλές παρατηρήσεις στη φύση, ειδικά στις συνήθειες και τα χαρακτηριστικά των [[φυτόφυτά|φυτών]] και [[ζώοζώα|ζώων]] στον κόσμο γύρω του, και αφιέρωσε μεγάλη προσοχή στην [[κατηγοριοποίηση]]. Συνολικά ο Αριστοτέλης κατηγοριοποίησε 540 είδη ζώων, και ανέτμησε τουλάχιστον 50. Πίστευε ότι οι φυσικές διεργασίες καθοδηγούνται από πνευματικά αίτια, [[μορφικό αίτιο|μορφικά αίτια]].<ref>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 84–90, 135· Mason, ''A History of the Sciences'', σ 41–44</ref>
 
Ο Αριστοτέλης και σχεδόν όλοι οι δυτικοί λόγιοι μετά από αυτόν, μέχρι το 18ο αιώνα, πίστευαν ότι τα πλάσματα είναι διατεταγμένα σε μία κλίμακα τελειότητας, αρχίζοντας από τα φυτά και καταλήγοντας στον άνθρωπο, τη ''scala naturae'' ή [[Μεγάλη αλυσίδα της ύπαρξης]].<ref>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 201–202· δείτε επίσης: Lovejoy, ''The Great Chain of Being''</ref> Ο διάδοχος του Αριστοτέλη στο [[Λύκειο (Αριστοτέλης)|Λύκειο]], [[Θεόφραστος]], έγραψε μία σειρά βιβλίων πάνω στη [[βοτανική]] — την ''[[Περί φυτών ιστορία]]''— η οποία επιβίωσε ως η πλέον σημαντική συμβολή της αρχαιότητας στη βοτανική, μέχρι το [[μεσαίωνας|μεσαίωνα]]. Πολλά από τα ονόματα που έδωσε ο Θεόφραστος χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, όπως ο ''καρπός'' για τα φρούτα, και το ''περικάρπιο'' για το περίβλημα του σπόρου. Ο [[Πλίνιος ο Πρεσβύτερος]] ήταν επίσης γνωστός για τις γνώσεις του στα φυτά και τη φύση, και ήταν ο πιο παραγωγικός συντάκτης ζωολογικών περιγραφών.<ref>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 90–91· Mason, ''A History of the Sciences'', σ 46</ref>
[[Αρχείο:ibn al-nafis page.jpg|300px|thumb|Ένα βιοϊατρικό έργο του [[Ιμπν αλ Νάφι]], ενός πρώιμου υπέρμαχου της πειραματικής ανατομίας ο οποίος ανακάλυψε την [[πνευμονική κυκλοφορία]] και την [[στεφανιαία κυκλοφορία]]]]
 
Η παρακμή της [[Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας]] οδήγησε στην εξαφάνιση ή την καταστροφή μεγάλου μέρους της γνώσης, παρότι οι γιατροί εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν πολλές πτυχές της ελληνικής παράδοσης στην εκπαίδευση και την πρακτική τους. Στο [[Βυζαντινή Αυτοκρατορία|Βυζάντιο]] και στον [[Ισλάμ|Ισλαμικό κόσμο]] πολλά ελληνικά έργα μεταφράστηκαν στα [[αραβική γλώσσα|αραβικά]] και πολλά από τα έργα του Αριστοτέλη σώθηκαν.<ref name=Mayr-91-94>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 91–94</ref>
 
Οι [[Ισλαμική ιατρική|μουσουλμάνοι γιατροί]], [[ισλαμική επιστήμη|επιστήμονες]] και [[Πρώιμη ισλαμική φιλοσοφία|φιλόσοφοι]] του μεσαίωνα συνέβαλλαν σημαντικά στη βιολογική γνώση μεταξύ του 8ου και 13ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της περιόδου που είναι γνωστή ως ''[[Ισλαμική χρυσή εποχή]]'' ή ''[[Μουσουλμανική γεωργική επανάσταση]]''. Στη ζωολογία, για παράδειγμα, ο αφροάραβας λόγιος [[Αλ Τζαχίζ]] (781–869) περιέγραψε πρώιμες [[εξέλιξη (βιολογία)|εξελικτικές]] ιδέες<ref>Mehmet Bayrakdar, "Al-Jahiz And the Rise of Biological Evolutionism", ''The Islamic Quarterly'', Third Quarter, 1983, London.</ref> όπως τον αγώνα για επιβίωση.<ref>Conway Zirkle (1941), Natural Selection before the "Origin of Species", ''Proceedings of the American Philosophical Society'' '''84''' (1): 71–123.</ref> Εισήγαγε ακόμα την ιδέα της [[τροφική αλυσίδα|τροφικής αλυσίδας]],<ref>Frank N. Egerton, "A History of the Ecological Sciences, Part 6: Arabic Language Science - Origins and Zoological", ''Bulletin of the Ecological Society of America'', April 2002: 142–146 [143]</ref> και ήταν από τους πρώιμους υποστηρικτές του [[περιβαλλοντικός ντετερμινισμός|περιβαλλοντικού ντετερμινισμού]].<ref>Lawrence I. Conrad (1982), "Taun and Waba: Conceptions of Plague and Pestilence in Early Islam", ''Journal of the Economic and Social History of the Orient'' '''25''' (3), σσ 268–307 [278].</ref> Ο [[Κούρδοι|Κούρδος]] βιολόγος [[Αλ Ντιναβάρι]] (828–896) θεωρείται θεμελιωτής της αραβικής [[βοτανική]]ς για το έργο του ''Βιβλίο των Φυτών'', στο οποίο περιέγραψε τουλάχιστον 637 είδη και μελέτησε την [[μορφολογία των φυτών|ανάπτυξη των φυτών]], από τη βλάστηση ως το θάνατο, περιγράφοντας τις φάσεις της ανάπτυξής τους και την παραγωγή λουλουδιών και φρούτων.<ref name=Fahd-815>{{Cite journal|last=Fahd|first=Toufic|title=Botany and agriculture|page=815}}, στη σ. 815. , στο Morelon, Régis & Roshdi Rashed (1996), ''Encyclopedia of the History of Arabic Science'', vol. 3, Routledge, ISBN 0-415-12410-7</ref> Στην [[ανατομία]] και τη [[φυσιολογία (βιολογία)|φυσιολογία]], ο [[πέρσης]] γιατρός [[Μουχάμαντ ιμπν Ζακαρίγια Ραζί|Ραζί]] (865–925) εκτέλεσε ένα πείραμα για να αμφισβητήσει τη θεωρία των χυμών του Γαληνού.<ref name=Stolyarov>G. Stolyarov II (2002), "Rhazes: The Thinking Western Physician", ''The Rational Argumentator'', Issue VI.</ref>
 
Στην [[Βιοϊατρική έρευνα|πειραματική ιατρική]], ο Πέρσης γιατρός [[Αβικέννας]] (980–1037) εισήγαγε τις [[κλινικές δοκιμές]] και την [[κλινική φαρμακολογία]] στο έργο του ''[[Ο Κανόνας της Ιατρικής]]'',<ref name=Brater-449>D. Craig Brater and Walter J. Daly (2000), "Clinical pharmacology in the Middle Ages: Principles that presage the 21st century", ''Clinical Pharmacology & Therapeutics'' '''67''' (5), σσ 447–450 [449].</ref> το οποίο παρέμεινε έργο αυθεντίας στην ευρωπαϊκή ιατρική εκπαίδευση μέχρι το 17ο αιώνα.<ref>[http://www.britannica.com/eb/topic-92902/The-Canon-of-Medicine The Canon of Medicine (work by Avicenna)], [[Encyclopædia Britannica]]</ref><ref>Amber Haque (2004), "Psychology from Islamic Perspective: Contributions of Early Muslim Scholars and Challenges to Contemporary Muslim Psychologists", ''Journal of Religion and Health'' '''43''' (4), σσ 357–377 [375].</ref>
Ο αραβοανδαλουσιανός γιατρός [[Ιμπν Ζουχρ]] (1091–1161) ήταν πρώιμος υποστηρικτής της πειραματικής ανατομίας και [[νεκροψία]]ς, τις οποίες εφάρμοσε ώστε να αποδείξει ότι η ασθένεια του δέρματος, [[ψώρα]], προκαλούνταν από ένα [[παράσιτο]], μία ανακάλυψη που αναστάτωσε τη θεωρία των χυμών.<ref name=Hutchinson>[http://encyclopedia.farlex.com/Islamic+medicine Islamic medicine], ''Hutchinson Encyclopedia''.</ref> Εισήγαγε ακόμα την [[πειραματική χειρουργική]],<ref name=Rabie2006>Rabie E. Abdel-Halim (2006), "Contributions of Muhadhdhab Al-Deen Al-Baghdadi to the progress of medicine and urology", ''Saudi Medical Journal'' '''27''' (11): 1631–1641.</ref> που περιλαμβάνει την εκτέλεση πειραμάτων σε ζώα για διάφορες χειρουργικές πρακτικές πριν την εφαρμογή τους σε ανθρώπους.<ref name=Rabie2005>Rabie E. Abdel-Halim (2005), "Contributions of Ibn Zuhr (Avenzoar) to the progress of surgery: A study and translations from his book Al-Taisir", ''Saudi Medical Journal 2005· Vol. 26 (9): 1333–1339''.</ref> Κατά τη διάρκεια του λιμού στην Αίγυπτο το 1200, ο [[Αμπντ ελ Λατίφ]] παρατήρησε και εξέτασε μεγάλο αριθμό [[σκελετός|σκελετών]], και ανακάλυψε ότι ο Γαληνός έσφαλε ως προς τον σχηματισμό των [[οστό|οστών]] της κάτω [[γνάθος|γνάθου]] και του [[ιερό οστό|ιερού οστού]].<ref name=Emilie>Emilie Savage-Smith (1996), "Medicine", στο Roshdi Rashed, ed., ''Encyclopedia of the History of Arabic Science'', Τόμος 3, σσ 903–962 [951–952]. Routledge, London and New York.</ref>
 
Στις αρχές του 13ου αιώνα ο αραβοανδαλουσιανός βιολόγος Αμπού αλ Αμπάς αλ Ναμπάτι ανέπτυξε μία [[επιστημονική μέθοδος|επιστημονική μέθοδο]] για την βοτανική εισάγοντας [[Εμπειρική σχέση|εμπειρικές]] και [[πείραμα|πειραματικές]] μεθόδους στις δοκιμές, την περιγραφή και την αναγνώριση των διάφορων ''materia medica'' (φαρμακολογία) και διαχώρισε ανεπιβεβαίωτες αναφορές από αυτές που υποστηρίζονταν από υπαρκτές δοκιμές και [[παρατήρηση|παρατηρήσεις]].<ref>{{Cite book |first=Toby |last=Huff |year=2003 |title=The Rise of Early Modern Science: Islam, China, and the West |page=218 |publisher=Cambridge University Press |isbn=0521529948 |pages=813–852}}</ref> Ο μαθητής του [[Ιμπν αλ Μπαϊτάρ]] (απεβ. 1248) έγραψε μία [[φαρμακευτική]] εγκυκλοπαίδεια περιγράφοντας 1.400 [[φυτό|φυτά]], [[φαγητό|φαγητά]], και [[φάρμακο|φάρμακα]], 300 από τα οποία ήταν δικές του ανακαλύψεις. Μία λατινική μετάφραση του έργου του ήταν χρήσιμη στους ευρωπαίους βιολόγους μέχρι το 18ο και 19ο αιώνα.<ref>Diane Boulanger (2002), "The Islamic Contribution to Science, Mathematics and Technology", ''OISE Papers'', στο ''STSE Education'', Vol. 3.</ref>
 
Ο Άραβας γιατρός [[Ιμπν αλ Νάφις]] (1213–1288) ήταν ένας ακόμα πρώιμος υποστηρικτής της πειραματικής ανατομίας και νεκροψίας,<ref name = Oataya/> ο οποίος το 1242 ανακάλυψε την [[πνευμονική κυκλοφορία]]<ref name=Dabbagh>S. A. Al-Dabbagh (1978). "Ibn Al-Nafis and the pulmonary circulation", ''The Lancet'' '''1''', σ 1148.</ref> και την [[στεφανιαία κυκλοφορία]],<ref>Husain F. Nagamia (2003), "Ibn al-Nafīs: A Biographical Sketch of the Discoverer of Pulmonary and Coronary Circulation", ''Journal of the International Society for the History of Islamic Medicine'' '''1''', σσ 22–28.</ref><ref>Matthijs Oudkerk (2004), ''Coronary Radiology'', "Preface", Springer Science+Business Media, ISBN 3-540-43640-5.</ref> τα οποία αποτελούν τη βάση του [[καρδιαγγειακόκυκλοφορικό σύστημα|κυκλοφορικού συστήματος]]..<ref>Chairman's Reflections (2004), "Traditional Medicine Among Gulf Arabs, Part II: Blood-letting", ''Heart Views'' '''5''' (2), σσ 74–85 [80].</ref> Περιέγραψε ακόμα και την έννοια του [[μεταβολισμός|μεταβολισμού]],<ref name=Roubi>Dr. Abu Shadi Al-Roubi (1982), "Ibn Al-Nafis as a philosopher", ''Symposium on Ibn al-Nafis'', Second International Conference on Islamic Medicine: Islamic Medical Organization, Kuwait (όρα [http://www.islamset.com/isc/nafis/drroubi.html Ibn al-Nafis As a Philosopher], ''Encyclopedia of Islamic World'').</ref> και κατέρριψε τις εσφαλμένες θεωρίες του Γαληνού και του Αβικέννα για τους τέσσερις χυμούς, τους [[παλμός|παλμούς]],<ref>Nahyan A. G. Fancy (2006), "Pulmonary Transit and Bodily Resurrection: The Interaction of Medicine, Philosophy and Religion in the Works of Ibn al-Nafīs (died 1288)", σσ 3 and 6, ''Electronic Theses and Dissertations'', University of Notre Dame.[http://etd.nd.edu/ETD-db/theses/available/etd-11292006-152615]</ref> τα οστά, τους [[μυς|μύες]], τα [[έντερα]], τα [[αισθητηριακό σύστημα|αισθητήρια όργανα]], τη [[χολή]], τον [[οισοφάγος|οισοφάγο]] και το [[στόμαχος|στομάχι]].<ref name=Oataya>Dr. Sulaiman Oataya (1982), "Ibn ul Nafis has dissected the human body", ''Symposium on Ibn al-Nafis'', Second International Conference on Islamic Medicine: Islamic Medical Organization, Kuwait (όρα [http://www.islamset.com/isc/nafis/index.html Ibn ul-Nafis has Dissected the Human Body], ''Encyclopedia of Islamic World'').</ref>
 
[[Αρχείο:Frederick II and eagle.jpg|thumb|Το ''[[De arte venandi]]'', του [[Φρειδερίκος Β΄ Χοενστάουφεν|Φρειδερίκου Β']], ήταν σημαντικό έργο μεσαιωνικής φυσικής ιστορίας, που εξερεύνησε τη [[μορφολογία (βιολογία)|μορφολογία]] των πτηνών.]]
Επεκτείνοντας το έργο του Βεσάλιου με πειράματα σε ζωντανά σώματα (ζώων και ανθρώπων), ο [[Ουίλιαμ Χάρβεϊ]] και άλλοι φυσικοί φιλόσοφοι εξερεύνησαν το ρόλο του αίματος, των φλεβών και των αρτηριών. Το έργο του 1628, ''[[De motu cordis]]'', του Χάρβεϊ ήταν η αρχή του τέλους για τη θεωρία του Γαληνού, και παράλληλα με τη μελέτη του μεταβολισμού από τον [[Σαντόριο Σαντόριο]], αποτέλεσε μοντέλο επιρροής των ποσοτικών προσεγγίσεων της φυσιολογίας.<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 103–113</ref>
 
Στις αρχές του 17ου αιώνα, ο μικρόκοσμος της βιολογίας είχε μόλις αρχίσει να αποκαλύπτεται. Μερικοί κατασκευαστές φακών και φυσικοί φιλόσοφοι είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν χονδροειδή [[μικροσκόπιο|μικροσκόπια]] από το 16ο αιώνα, και ο [[Ρόμπερτ Χουκ]] εξέδωσε το σημαντικό έργο του, ''[[Micrographia]]'', που βασίζονταν σε παρατηρήσεις που έκανε το 1665 με το σύνθετο μικροσκόπιό του. Εντούτοις έπρεπε να γίνουν πρώτα οι δραματικές βελτιώσεις στην κατασκευή φακών από τον [[Άντον φαν Λέβενχουκ]] — με δυνατότητα μεγέθυνσης έως και 200 φορές — ώστε να ανακαλυφθούν τα [[σπερματόζωα]], τα [[βακτήριο|βακτήρια]], τα [[εγχυματόζωα]] και η αμιγής παραδοξότητα και ποικιλότητα της μικροσκοπικής ζωής. Παρόμοιες έρευνες από τον [[Γιαν Σβάμερνταμ]] ανανέωσαν το ενδιαφέρον στην [[εντομολογία]] και έθεσαν τις βάσεις της μικροσκοπικής ανατομής και της [[χρώση]]ς.<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 133–144</ref>
 
[[Αρχείο:Cork Micrographia Hooke.png|thumb|right|upright|Στην ''[[Micrographia]]'', ο Ρόμπερτ Χουκ ονόμασε ''κύτταρο'' βιολογικές δομές όπως αυτό το τμήμα [[φελλοκάμβιο|φελλοκαμβίου]], εντούτοις μετά το 19ο αιώνα άρχισαν οι επιστήμονες να θεωρούν τα κύτταρα ως βάση της ζωής.]]
 
=== Φυσική ιστορία και φυσική φιλοσοφία ===
[[Αρχείο:Humboldt1805-chimborazo.jpg|thumb|left|Στα πλαίσια των ταξιδιών του, ο [[Αλεξάντερ φον Χούμπολτ|Αλεξάντερ φον Χούμπολντ]] χαρτογράφησε την κατανομή των φυτών και κατέγραψε ποικίλες φυσικές συνθήκες όπως η πίεση και η θερμοκρασία]]
 
Τα εκτεταμένα ταξίδια των φυσιοδιφών στις αρχές και τα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα ένα πλούτο νέων πληροφοριών για την ποικιλότητα και την κατανομή των ζωντανών οργανισμών. Ξεχωριστής σπουδαιότητας ήταν το έργο του [[Αλεξάντερ φον Χούμπολτ|Αλεξάντερ φον Χούμπολντ]], το οποίο ανέλυε τη σχέση μεταξύ των οργανισμών και του περιβάλλοντός τους (δηλ. στο πεδίο της [[φυσική ιστορία|φυσικής ιστορίας]]) χρησιμοποιώντας ποσοτικές προσεγγίσεις της [[φυσική φιλοσοφία|φυσικής φιλοσοφίας]] (δηλ. [[φυσική]] και [[χημεία]]). Το έργο του Χούμπολντ έθεσε τις βάσεις της [[βιογεωγραφία]]ς και ενέπνευσε αρκετές γενιές επιστημόνων.<ref>Bowler, ''The Earth Encompassed'', σσ 204–211</ref>
 
==== Γεωλογία και παλαιοντολογία ====
Ο νέος κλάδος της γεωλογίας έφερε τη φυσική ιστορία και τη φυσική φιλοσοφία πιο κοντά, ενώ η [[στρωματογραφία]] συνέδεσε τη χωρική κατανομή των οργανισμών με τη χρονική κατανομή τους, ένα νευραλγικό προαπαιτούμενο για την έννοια της εξέλιξης. Ο [[Ζορζ Κυβιέ]] (Georges Cuvier) και άλλοι έκαναν μεγάλα άλματα στη [[συγκριτική ανατομία]] και την παλαιοντολογία στα τέλη της δεκαετίας του 1790 και τις αρχές της δεκαετίας του 1800. Σε μία σειρά διαλέξεων και εργασιών του, όπου έκανε λεπτομερείς συγκρίσεις ανάμεσα σε ζώντα θηλαστικά και [[απολίθωμα|απολιθωμένα]] υπολείμματα, ο Κυβιέ μπόρεσε να τεκμηριώσει ότι τα απολιθώματα ήταν τα υπολείμματα ειδών που είχαν εξαφανιστεί — και όχι τα υπολείμματα ειδών που ζούσαν ακόμα κάπου στον κόσμο, όπως πιστευόταν ευρέως.<ref>Rudwick, ''The Meaning of Fossils'', σσ 112–113</ref> Απολιθώματα που ανακαλύφθηκαν και περιγράφηκαν από τον [[Γκίντεον Μάντελ]], τον [[Ουίλιαμ Μπάκλαντ]], την [[Μέρι Άνινγκ]] και τον [[Ρίτσαρντ Όουεν]] μεταξύ άλλων βοήθησαν στο να καταδειχτεί ότι είχε υπάρξει μία «εποχή των ερπετών», η οποία είχε προηγηθεί ακόμα και αυτής των προϊστορικών θηλαστικών. Αυτές οι ανακαλύψεις συνεπήραν τη φαντασία του κοινού και εστίασαν την προσοχή στην ιστορία της ζωής στη Γη.<ref>Bowler, ''The Earth Encompassed'', σσ 211–220</ref> Οι περισσότεροι από αυτούς τους γεωλόγους υποστήριζαν την ιδέα του [[καταστροφισμός|καταστροφισμού]], αλλά το έργο ''Principles of Geology'' (1830) του [[Κάρολος Λάιελ|Τσαρλς Λάιελ]] εκλαΐκευσε τον [[ομοιομορφισμός|ομοιομορφισμό]], θεωρία που πρότεινε ο [[Τζέιμς Χάντον]], και εξηγούσε το γεωλογικό παρελθόν και παρόν επί ίσοις όροις.<ref>Bowler, ''The Earth Encompassed'', σσ 237–247</ref>
 
==== Εξέλιξη και βιογεωγραφία ====
Η δημοσίευση το 1859 της θεωρίας του Δαρβίνου στο ''[[Η καταγωγή των ειδών|On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or the Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life]]'' (''Η καταγωγή των ειδών'') θεωρείται συχνά το κεντρικό γεγονός στην ιστορία της σύγχρονης βιολογίας. Η αναγνωρισμένη αξιοπιστία του Δαρβίνου ως φυσιοδίφη, ο νηφάλιος τόνος του έργου του, και πάνω από όλα αυτή καθεαυτή η δύναμη και ο όγκος των στοιχείων που παρουσίασε, επέτρεψε στην ''Καταγωγή των Ειδών'' να πετύχει εκεί που τα προηγούμενα εξελικτικά έργα όπως το ανώνυμο ''[[Vestiges of Creation]]'' είχαν αποτύχει. Οι περισσότεροι επιστήμονες είχαν πειστεί για την εξέλιξη και την [[κοινή καταγωγή]] μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα. Εντούτοις η φυσική επιλογή δεν έγινε δεκτή ως ο κύριος μηχανισμός της εξέλιξης παρά μόνο στον 20ο αιώνα, καθώς όλες οι σύγχρονές της θεωρίες κληρονομικότητας έμοιαζαν ασύμβατες με την κληρονομικότητα τυχαίων παραλλαγών.<ref>Larson, ''Evolution'', κεφάλαιο 5: "Ascent of Evolutionism"· δείτε επίσης: Bowler, ''The Eclipse of Darwinism''· Secord, ''Victorian Sensation''</ref>
 
Ο Γουάλας, ακολουθώντας το προηγούμενο έργο του [[Α.Π. ντε Καντόλ|ντε Καντόλ]], του [[Αλεξάντερ φον ΧούμπολτΧούμπολντ|Χούμπολντ]] και του Δαρβίνου, συνεισέφερε πολύ στη [[ζωογεωγραφία]]. Εξαιτίας του ενδιαφέροντός του στην υπόθεση της μεταλλαγής, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στη γεωγραφική κατανομή στενά συγγενικών ειδών κατά τη διάρκεια της έρευνάς του στη [[Νότια Αμερική]] και μετέπειτα στο [[Αρχιπέλαγος της Μαλαισίας]]. Ενώ βρισκόταν στο αρχιπέλαγος αναγνώρισε τη [[γραμμή Γουάλας]] η οποία διατρέχει τα [[Νησιά Σπάις]] χωρίζοντας την πανίδα του αρχιπελάγους σε μία ασιατική ζώνη και μία ζώνη Νέας Γουινέας/Αυστραλίας. Το κύριο ερώτημά του, δηλαδή γιατί η πανίδα των νησιών με τόσο παρεμφερές κλίμα ήταν τόσο διαφορετική, μπορούσε να απαντηθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη την καταγωγή της. Το 1876 έγραψε το ''The Geographical Distribution of Animals'', το οποίο αποτέλεσε έργο αναφοράς για περισσότερο από μισό αιώνα, καθώς και τη συνέχειά του, ''Island Life'' (1880), το οποίο επικεντρωνόταν στη βιογεωγραφία των νησιών. Επέκτεινε το σύστημα των έξι ζωνών που ανέπτυξε ο [[Φίλιπ Σκλάτερ]] για να περιγράψει τη γεωγραφική κατανομή των πτηνών και των ζώων όλων των ειδών. Η μέθοδος που κατέτασσε τα δεδομένα σε ομάδες ζώων σε γεωγραφικές ζώνες κατέδειξε τις ασυνέχειες, και η εκτίμησή του στην εξέλιξη του επέτρεψε να προτείνει λογικές εξηγήσεις, που δεν είχαν προταθεί προηγουμένως.<ref> Larson, ''Evolution'', σσ 72-73, 116–117· δείτε επίσης: Browne, ''The Secular Ark''.</ref><ref> Bowler ''Evolution: The History of an Idea'' p. 174</ref>
 
Η επιστημονική μελέτη της [[κληρονομικότητα]]ς αναπτύχθηκε ραγδαία με το έργο του [[Φράνσις Γκάλτον]] και των [[βιομετρία|βιομετριστών]]. Οι απαρχές της γενετικής συνήθως ανιχνεύονται στο έργο του 1866, του μοναχού [[Γκρέγκορ Μέντελ]], στον οποίο αναγνωρίστηκαν αργότερα οι [[Μεντελική κληρονομικότητα|νόμοι της κληρονομικότητας]]. Εντούτοις, το έργο του δεν αναγνωρίστηκε ως σημαντικό παρά μόνο 35 χρόνια αργότερα. Εν τω μεταξύ, μια ποικιλία θεωριών κληρονομικότητας, βασισμένες στην [[παραγένεση]], την [[ορθογένεση]], ή άλλους μηχανισμούς, συζητήθηκαν και εξετάστηκαν διεξοδικά.<ref>Mayr, ''The Growth of Biological Thought'', σσ 693–710</ref> Η [[εμβρυολογία]] και η [[οικολογία]] έγιναν επίσης κεντρικοί βιολογικοί κλάδοι, ειδικά καθώς συνδέθηκαν με την εξέλιξη και έγιναν δημοφιλείς με το έργο του [[Ερνστ Χέκελ]]. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας πάνω στην κληρονομικότητα στον 19ο αιώνα, δεν ήταν εντούτοις στο πεδίο της φυσικής ιστορίας αλλά σε αυτό της πειραματικής φυσιολογίας.
Η κυτταρική θεωρία οδήγησε τους βιολόγους στο να επανασυλλάβουν τους ξεχωριστούς οργανισμούς ως ανεξάρτητες συγκεντρώσεις ξεχωριστών κυττάρων. Οι επιστήμονες στο ανερχόμενο πεδίο της [[κυτταρική βιολογία|κυτταρικής βιολογίας]], που ήταν εξοπλισμένοι με ισχυρά μικροσκόπια και νέες μεθόδους [[χρώση]]ς, σύντομα ανακάλυψαν ότι ακόμα και τα ίδια τα κύτταρα ήταν πολύ πιο πολύπλοκα από τους ομοιογενείς θαλάμους γεμάτους υγρό που περιέγραψαν οι πρώτοι μικροσκοπιστές. Ο [[Ρόμπερτ Μπράουν]] είχε περιγράψει τον [[Κυτταρικός πυρήνας|πυρήνα]] το 1831, και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα οι κυτταρολόγοι είχαν αναγνωρίσει πολλά από τα κύρια στοιχεία των κυττάρων: τα [[χρωμόσωμα|χρωμοσώματα]], τα [[κεντροσωμάτιο|κεντροσωμάτια]], τα [[μιτοχόνδριο|μιτοχόνδρια]], οι [[χλωροπλάστης|χλωροπλάστες]], και άλλες δομές έγιναν ορατές με τη χρώση. Μεταξύ 1874 και 1884, ο [[Βάλτερ Φλέμινγκ]] περιέγραψε τα διακριτά στάδια της μίτωσης, δείχνοντας ότι συνέβαινε σε ζωντανά κύτταρα, και επιπλέον ότι τα χρωμοσώματα διπλασιάζονταν αμέσως πριν το κύτταρο διαιρεθεί. Μεγάλο μέρος της έρευνας στην αναπαραγωγή των κυττάρων ήρθε μαζί με τη θεωρία του [[Άουγκουστ Βάισμαν]] για την κληρονομικότητα: αναγνώρισε τον πυρήνα (πιο συγκεκριμένα τα χρωμοσώματα) ως το υλικό της κληρονομικότητας και πρότεινε το διαχωρισμό μεταξύ των [[σωματικά κύτταρα|σωματικών κυττάρων]] και τον [[γενετικά κύτταρα|γενετικών κυττάρων]] (υποστηρίζοντας ότι ο αριθμός των χρωμοσωμάτων πρέπει να είναι ο μισός για τα γενετικά κύτταρα, πρόδρομος της έννοιας της [[μείωση]]ς), και υιοθέτησε την θεωρία του [[Χούγκο ντε Βρις]]. Ο ''Βαϊσμανισμός'' επηρέασε σημαντικά το πεδίο της πειραματικής [[εμβρυολογία]]ς.<ref>Sapp, ''Genesis'', κεφάλαιο 8· Coleman, ''Biology in the Nineteenth Century'', κεφάλαιο 3</ref>
 
Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1850 η [[θεωρία του μιάσματος]] είχε ευρέως αντικατασταθεί από τη [[μικροβιακή θεωρία]], δημιουργώντας εκτεταμένο ενδιαφέρον για τους μικροοργανισμούς και τις αλληλεπιδράσεις τους με άλλες μορφές ζωής. Μέχρι τη δεκαετία του 1880 η [[βακτηριολογία]] είχε γίνει συνεκτικός κλάδος, ειδικά με το έργο του [[Ρόμπερτ Κοχ]], ο οποίος εισήγαγε μεθόδους για την ανάπτυξη καθαρών καλλιεργειών σε [[άγαρ|γέλη άγαρ]] που περιείχαν συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά σε [[τρυβλίο Petri|τρυβλία Petri]]. Η επικρατούσα, για αρκετό καιρό, ιδέα ότι οι ζωντανοί οργανισμοί μπορούν εύκολα να προκύψουν από μη ζωντανή ύλη ([[αβιογένεση#.CE.91.CF.85.CF.84.CF.8C.CE.BC.CE.B1.CF.84.CE.B7 .CE.B3.CE.AD.CE.BD.CE.B5.CF.83.CE.B7|αυτόματη γένεση]]) καταρρίφθηκε από μία σειρά πειραμάτων που έκανε ο [[Λουί Παστέρ]], ενώ οι διαμάχες πάνω στο [[βιταλισμός|βιταλισμό]] και το [[Μηχανιστικός υλισμός|μηχανιστικό υλισμό]] (χρόνιο ζήτημα από την εποχή του Αριστοτέλη και των Ελλήνων ατομιστών) εξελίσσονταν.<ref>Magner, ''A History of the Life Sciences'', σσ 254–276</ref>
 
==== Η εμφάνιση της οργανικής χημείας και της πειραματικής φυσιολογίας ====
Ο Χούγκο ντε Βρις προσπάθησε να συνδέσει τη νέα γενετική με την εξέλιξη, βασιζόμενος στο έργο του πάνω στην κληρονομικότητα και τον [[υβρίδιο|υβριδισμό]], προτείνοντας μια θεωρία βασισμένη στη [[μετάλλαξη]] (''mutationism''), η οποία έγινε ευρέως αποδεκτή στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο [[λαμαρκισμός]] είχε επίσης πολλούς υποστηρικτές. Ο [[Δαρβινισμός]] θεωρούνταν ασύμβατος με τα συνεχώς μεταβλητά χαρακτηριστικά που μελετούσε η [[βιομετρία]], τα οποία φαίνονταν να είναι μόνο μερικώς κληρονομήσιμα. Στις δεκαετίες του 1920 και 1930, ως συνέπεια της αποδοχής της Μεντελικής χρωμοσωμικής θεωρίας, η εμφάνιση του κλάδου της [[γενετική των πληθυσμών|γενετικής των πληθυσμών]], με το έργο των [[Ρ.Α. Φίσερ]], [[Τζ.Μπ.Σ. Χάλντειν]] και [[Σίγουολ Ράιτ]], ενοποίησε την ιδέα της εξέλιξης δια της [[φυσική επιλογή|φυσικής επιλογής]] με την [[Μεντελική κληρονομικότητα|Μεντελική γενετική]], παράγοντας τη [[σύγχρονη εξελικτική σύνθεση]]. Η [[κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών]] απορρίφθηκε, ενώ η θεωρία του Βρις (''mutationism'') έχασε έδαφος όσο οι γενετικές θεωρίες ωρίμαζαν.<ref>Smocovitis, ''Unifying Biology'', κεφάλαιο 5· δείτε επίσης: Mayr and Provine (eds.), ''The Evolutionary Synthesis''</ref>
 
Στο δεύτερο μισό του αιώνα οι ιδέες της γενετικής των πληθυσμών άρχισαν να εφαρμόζονται στο νέο κλάδο της γενετικής της συμπεριφοράς, την [[κοινωνιοβιολογία]], και ειδικότερα για τους ανθρώπους, την [[αναπτυξιακή ψυχολογία|εξελικτική ψυχολογία]]. Τη δεκαετία του 1960 ο [[Γ.Ν. Χάμιλτον]] και άλλοι ανέπτυξαν προσεγγίσεις βασισμένες στη [[θεωρία παιγνίων]] ώστε να εξηγήσουν τον [[αλτρουισμός|αλτρουισμό]] από εξελικτική σκοπιά, μέσω της [[επιλογή συγγενών|επιλογής συγγενών]]. Η πιθανή καταγωγή των ανώτερων οργανισμών μέσω της [[ενδοσυμβίωσης]], και οι αντικρουόμενες προσεγγίσεις στη μοριακή εξέλιξη μεταξύ της [[γονιδιοκεντρική άποψη της εξέλιξης|γονιδιοκεντρικής άποψης]] (η οποία θεωρούσε την επιλογή ως το κυρίαρχο αίτιο της εξέλιξης) και της [[ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης|ουδέτερης θεωρίας]] (το οποίο έκανε την [[γενετική παρέκκλιση]] αποφασιστικό παράγοντα) γέννησαν διαρκείς διαμάχες πάνω στην κατάλληλη ισορροπία μεταξύ προσαρμοστικότητας (''adaptationism'') και απρόοπτου στην εξελικτική θεωρία.<ref>Gould, ''The Structure of Evolutionary Theory'', κεφάλαιο 8· Larson, ''Evolution'', κεφάλαιο 12</ref>
 
Τη δεκαετία του 1970 ο [[Στήβεν Τζέι Γκουλντ]] και ο [[Νάιλς Έλντριντ]] πρότειναν τη θεωρία της [[διακοπτόμενης ισορροπίας]] (''punctuated equilibrium'') σύμφωνα με την οποία η στασιμότητα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του αρχείου απολιθωμάτων, και οι περισσότερες εξελικτικές αλλαγές συμβαίνουν ραγδαία σε σχετικά σύντομες χρονικές περιόδους.<ref> Larson, ''Evolution'', σσ 271–283</ref> Το 1980 ο ''[[Luis Alvarez]]'' και ο ''[[Walter Alvarez]]'' πρότειναν την υπόθεση ότι ένα [[συμβάν πρόσκρουσης]] ήταν υπεύθυνο για το [[συμβάν εξαφάνισης Κρητιδικής - Τριτογενούς]].<ref> Zimmer, ''Evolution'', σσ 188–195</ref> Στις αρχές του 1980 επίσης, στατιστικές αναλύσεις του αρχείου απολιθωμάτων θαλάσσιων οργανισμών, που εξέδωσαν οι ''[[Jack Sepkoski]]'' και ''[[David M. Raup]]'' οδήγησαν σε καλύτερη εκτίμηση της σημασίας των [[συμβάντα μαζικής εξαφάνισης|συμβάντων μαζικής εξαφάνισης]] στην ιστορία της ζωής.<ref> Zimmer, ''Evolution'', σσ 169–172</ref>
 
=== Βιοχημεία, μικροβιολογία και μοριακή βιολογία ===
Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα όλοι οι κύριες οδοί του [[μεταβολισμός των φαρμάκων|μεταβολισμού των φαρμάκων]] είχαν ανακαλυφθεί, μαζί με γενική εικόνα του μεταβολισμού των πρωτεϊνών και των λιπαρών οξέων και την σύνθεση της ουρίας.<ref>Caldwell, "Drug metabolism and pharmacogenetics"· Fruton, ''Proteins, Enzymes, Genes'', κεφάλαιο 7</ref> Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα άρχισαν να απομονώνονται και να συντίθενται τα ελάσσονα στοιχεία της ανθρώπινης διατροφής, οι [[βιταμίνη|βιταμίνες]]. Βελτιωμένες εργαστηριακές τεχνικές όπως η [[χρωματογραφία]] και η [[ηλεκτροφόρηση]] οδήγησαν στη ραγδαία ανάπτυξη της φυσιολογικής χημείας, η οποία, όπως και η ''βιοχημεία'', άρχισε να ανεξαρτητοποιείται από τον ιατρικό προσανατολισμό της. Τις δεκαετίες του 1920 και 1930, βιοχημικοί, με επικεφαλής τον [[Χανς Άντολφ Κρέμπς]] τον [[Καρλ Φέρντιναντ Κόρι|Καρλ]] και την [[Γκέρτι Κόρι]], ξεκίνησαν να ανακαλύπτουν πολλές από τις κύριες [[μεταβολικές οδοί|μεταβολικές οδούς]] της ζωής: ο [[κύκλος του κιτρικού οξέος]], η [[γλυκογένεση]] και η [[γλυκόλυση]] καθώς και η σύνθεση των [[στεροειδή|στεροειδών]] και της [[πορφυρίνη]]ς. Μεταξύ της δεκαετίας του 1930 και του 1950, ο [[Φριτς Λίπμαν]] και άλλοι κατέδειξαν το ρόλο του [[τριφωσφορική αδενοσίνη|ATP]] ως του καθολικού φορέα ενέργειας του κυττάρου, και τα [[μιτοχόνδριο|μιτοχόνδρια]] ως των εργοστασίων ενέργειας του. Τέτοιου είδους βιοχημική έρευνα συνεχίστηκε σε όλο τον 20ό αιώνα και συνεχίζεται ακόμα.<ref>Fruton, ''Proteins, Enzymes, Genes'', κεφάλαια 6 and 7</ref>
 
==== Η προέλευση της μοριακής βιολογίας ====
[[Αρχείο:TMV.jpg|thumb|left| Η κρυσταλοποίηση του [[ιός μωσαϊκής του καπνού|ιού της μωσαϊκής του καπνού]] ως καθαρή [[νουκλεοπρωτεΐνη]] από τον ''[[Wendell Meredith Stanley|Wendell Stanley]]'' το 1935 έπεισε πολλούς επιστήμονες ότι η κληρονομικότητα μπορεί να εξηγηθεί πλήρως μέσω της φυσικής και της χημείας.]]
 
Όπως η βιοχημεία, οι αλληλεπικαλυπτόμενοι κλάδοι της [[βακτηριολογία]]ς και της [[ιολογία]]ς (που αργότερα συνδυάστηκαν στη ''μικροβιολογία''), ευρισκόμενοι μεταξύ επιστήμης και ιατρικής, αναπτύχθηκαν ραγδαία στις αρχές του 20ού αιώνα. Η απομόνωση των [[Φάγος|βακτηριοφάγων]] κατά τη διάρκεια του [[Β΄Β' Παγκόσμιος Πόλεμος|Β' Παγκοσμίου Πολέμου]] από τον [[Félix d'Herelle]] πυροδότησε εκτενή έρευνα εστιασμένη στους φάγους και τα βακτήρια που προσβάλλουν.<ref>See: Summers, ''Félix d'Herelle and the Origins of Molecular Biology''</ref>
 
Η ανάπτυξη τυποποιημένων, γενετικά ομοιόμορφων οργανισμών οι οποίοι θα μπορούσαν να παράγουν επαναλήψιμα πειραματικά αποτελέσματα ήταν ουσιώδης για την ανάπτυξη της [[μοριακή γενετική|μοριακής γενετικής]]. Μετά το πρώιμο έργο με τα [[δροσόφυλλα]] και το [[καλαμπόκι]], η υιοθέτηση απλούστερων [[πρότυπος οργανισμός|πρότυπων οργανισμών]] όπως η μούχλα του ψωμιού''[[Neurospora crassa]]'' κατέστησε δυνατή τη σύνδεση γενετικής και βιοχημείας, κυρίως με την υπόθεση του 1941 των ''[[George Wells Beadle|Beadle]]'' και ''[[Edward Lawrie Tatum|Tatum]]'', «[[ένα γονίδιο, ένα ένζυμο]]». Τα γενετικά πειράματα σε ακόμα απλούστερα συστήματα όπως ο [[ιός μωσαϊκού του καπνού]] και οι [[φάγοι]], βοηθούμενα από τις νέες τεχνολογίες του [[ηλεκτρονικό μικροσκόπιο|ηλεκτρονικού μικροσκοπίου]] και της [[υπερφυγοκέντριση]]ς ανάγκασαν τους επιστήμονες να επανεκτιμήσουν το κυριολεκτικό νόημα της ''ζωής''. Η κληρονομικότητα των ιών και η αναπαραγωγή κυτταρικών δομών [[νουκλεοπρωτεΐνη]]ς έξω από τον πυρήνα (''πλασμογονίδια'') έκαναν πιο πολύπλοκη την αποδεκτή Μεντελική χρωμοσωμική θεωρία.<ref>Creager, ''The Life of a Virus'', κεφάλαια 3 and 6· Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 2</ref>
 
==== Η επέκταση της μοριακής βιολογίας ====
Εκτός από το τμήμα βιολογίας στο [[Caltech]], το [[Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας]] (και τους προδρόμους του) στο [[Κέμπριτζ|Καίμπριτζ]], καθώς και μερικά άλλα ιδρύματα, το [[Ινστιτούτο Παστέρ]] έγινε μείζων κέντρο μοριακής βιολογικής έρευνας στα τέλη της δεκαετίας του 1950.<ref>Για τη μοριακή βιολογία στο Caltech, βλ. Kay, ''The Molecular Vision of Life'', κεφάλαια 4–8· για το εργαστήριο του Καίμπριτζ, δείτε de Chadarevian, ''Designs for Life''· για συγκρίσεις με το Ινστιτούτο Παστέρ, δείτε Creager, "Building Biology across the Atlantic"</ref> Οι επιστήμονες στο Καίμπριτζ, καθοδηγούμενοι από τους ''[[Max Perutz]]'' and ''[[John Kendrew]]'', εστίασαν στο ραγδαίως αναπτυσσόμενο πεδίο της [[δομικής βιολογίας]], συνδυάζοντας [[κρυσταλλογραφία ακτίνων Χ]] με [[μοριακό μοντέλο|μοριακά μοντέλα]] και τις νέες υπολογιστικές δυνατότητες των [[Ιστορία των υπολογιστών|ηλεκτρονικών υπολογιστών]]. Αργότερα, μια ομάδα βιοχημικών υπό τον [[Fred Sanger]] εντάχθηκε στο εργαστήριο του Καίμπριτζ, ενώνοντας τη μελέτη της [[μακρομόριο|μακρομοριακής]] δομής και λειτουργίας.<ref>de Chadarevian, ''Designs for Life'', κεφάλαια 4 και 7</ref> Στο Ινστιτούτο Παστέρ, οι [[François Jacob]] και [[Jacques Monod]] ακολούθησαν το πείραμα PaJaMo με μία σειρά δημοσιεύσεων σχετικά με το [[οπερόνιο λακτόζης]] (''lac operon'') το οποίο κατέδειξε την έννοια της [[γονιδιακή ρύθμιση|γονιδιακής ρύθμισης]] και αναγνώρισε αυτό που έγινε γνωστό ως [[αγγελιαφόρο RNA|αγγελιοφόρο RNA]].<ref>{{cite journal |author=Pardee A |title=PaJaMas in Paris |journal=Trends Genet. |volume=18 |issue=11 |pages=585–7 |year=2002 |pmid=12414189 |doi=10.1016/S0168-9525(02)02780-4}}</ref> Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, ο πυρήνας της μοριακής βιολογίας, ένα μοντέλο για την μοριακή βάση του μεταβολισμού και της αναπαραγωγής, είχε κατά ένα μεγάλο μέρος ολοκληρωθεί.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 14</ref>
 
Η περίοδος από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, υπήρξε περίοδος έντονης έρευνας και επέκτασης στην μοριακή βιολογία, η οποία είχε μόλις πρόσφατα γίνει κάπως συνεκτικό πεδίο. Σε αυτό που ο βιολόγος [[E. O. Wilson]] αποκάλεσε ''Μοριακούς Πολέμους'' οι μέθοδοι και οι εξασκώντες τη μοριακή βιολογία αυξήθηκαν ραγδαία, συχνά κυριαρχώντας σε ολόκληρα τμήματα.<ref>Wilson, ''Naturalist'', κεφάλαιο 12· Morange, ''A History of Molecular Biology, κεφάλαιο 15</ref> Η μοριοποίηση ήταν ιδιαίτερα σημαντική για την [[γενετική]], την [[ανοσολογία]], την [[εμβρυολογία]] και την [[νευροβιολογία]], ενώ η ιδέα ότι η ζωή ελέγχεται από ένα [[γενετικό πρόγραμμα]], μία μεταφορά των Jacob και Monod εισηγμένη από τα νέα πεδία της [[επιστήμη συστημάτων|κυβερνητική]]ς και της [[Επιστήμη υπολογιστών|επιστήμης των υπολογιστών]], επηρέασε όλη τη βιολογία.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 15· Keller, ''The Century of the Gene'', κεφάλαιο 5</ref> Η ανοσολογία, συγκεκριμένα, συνδέθηκε με τη μοριακή βιολογία, με την καινοτομία να ρέει αμφίδρομα: η [[κλωνική θεωρία επιλογής]] (''clonal selection theory'') που αναπτύχθηκε από τους [[Niels Jerne]] και [[Frank Macfarlane Burnet]] στα μέσα της δεκαετίας του 1950 βοήθησε να εξακριβωθούν οι γενικοί μηχανισμοί της σύνθεσης πρωτεϊνών.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology, σσ 126–132, 213–214</ref>
 
Η αντίσταση στην αυξανόμενη επιρροή της μοριακής βιολογίας ήταν ειδικότερα εμφανής στην [[εξελικτική βιολογία]]. Η αλληλούχιση των πρωτεϊνών είχε μεγάλες προοπτικές για την ποσοτική μελέτη της εξέλιξης (μέσω της [[μοριακόυπόθεση ρολόιτου μοριακού ρολογιού|υπόθεσης του μοριακού ρολογιού]] (''molecular clock hypothesis''), αλλά διαπρεπείς εξελικτικοί βιολόγοι αμφισβήτησαν την σχετικότητα της μοριακής βιολογίας στην απάντηση των μεγάλων ερωτημάτων σχετικά με την εξέλιξη. Τμήματα και τομείς διασπάστηκαν καθώς οι οργανικοί βιολόγοι διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους. Ο [[Theodosius Dobzhansky]] είπε την διάσημη φράση πως «[[τίποτα στην βιολογία δεν έχει νόημα χωρίς την εξέλιξη]]» (''nothing in biology makes sense except in the light of evolution'') σαν απάντηση στη μοριακή πρόκληση. Το ζήτημα έγινε ακόμα πιο κρίσιμο μετά το 1968. Η ουδέτερη θεωρία της μοριακής εξέλιξης του [[Motoo Kimura]] πρότεινε ότι δεν είναι η [[φυσική επιλογή]] το μοναδικό αίτιο της εξέλιξης, τουλάχιστον σε μοριακό επίπεδο, και ότι η μοριακή εξέλιξη μπορεί να είναι θεμελιωδώς διαφορετική διαδικασία από την [[μορφολογία (βιολογία)|μορφολογική]] εξέλιξη. Η επίλυση αυτού του μοριακού/μορφολογικού παραδόξου είναι το κύριο μέλημα της έρευνας στη μοριακή εξέλιξη από την δεκαετία του 1960.<ref>Dietrich, "Paradox and Persuasion", σσ 100–111</ref>
 
=== Βιοτεχνολογία, γενετική μηχανική και γενωμική ===
Η [[βιοτεχνολογία]], εν γένει, ήταν σημαντικό τμήμα της βιολογίας από τα τέλη του 19ου αιώνα. Με τη βιομηχανοποίηση της [[ζυθοποιία]]ς και της [[γεωργία (δραστηριότηταεργασία)|γεωργίας]], οι χημικοί και οι βιολόγοι συνειδητοποίησαν τις μεγάλες προοπτικές της δυνατότητας ελέγχου των βιολογικών διεργασιών. Πιο συγκεκριμένα, η [[βιομηχανική ζύμωση|ζύμωση]] αποδείχθηκε μεγάλο ευτύχημα για τις χημικές βιομηχανίες. Στις αρχές τις δεκαετίας του 1970, άρχισε να αναπτύσσεται ένα μεγάλο εύρος βιοτεχνολογιών, από φάρμακα όπως η [[πενικιλίνη]] και τα [[στεροειδή]] μέχρι τρόφιμα όπως η ''[[Chlorella]]'' και την [[gasohol]], καθώς και ένα μεγάλο εύρος [[υβρίδιο|υβριδίων]] και γεωργικών τεχνολογιών, την βάση για την [[πράσινη επανάσταση]].<ref>Bud, ''The Uses of Life'', κεφάλαια 2 and 6</ref>
 
[[Αρχείο:E coli at 10000x, original.jpg|thumb|left|Προσεκτικά επεξεργασμένα υβρίδια του βακτηρίου ''[[Ερσέχια Κόλι]]'', τα οποία είναι ζωτικής σημασίας στη [[Βιοτεχνολογία]] όπως και σε άλλα πεδία της Βιολογίας.]]
Ανήσυχη για τους δυνατούς κινδύνους (ειδικά την πιθανότητα ενός γόνιμου βακτηρίου με ιικό γονίδιο που να προκαλέι καρκίνο), η επιστημονική κοινότητα αντέδρασε σε αυτές τις εξελίξεις με ενθουσιασμό αλλά και φοβισμένα. Καταξιωμένοι μοριακοί βιολόγοι καθοδηγούμενοι από τον Μπεργκ πρότειναν ένα προσωρινό μορατόριο στην έρευνα ανασυνδυασμένου DNA μέχρι να αποτιμηθούν οι κίνδυνοι και να δημιουργηθούν πολιτικές. Το μορατόριο έγινε ευρέως σεβαστό, μέχρι οι συμμετέχοντες στο [[Συνέδριο Ανασυνδυασμένου DNA του Asilomar]] το 1975 να δημιουργήσουν προτάσεις για πολιτικές και να καταλήξουν στο ότι η τεχνολογία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια.<ref>Bud, ''The Uses of Life'', κεφάλαιο 8· Gottweis, ''Governing Molecules'', κεφάλαιο 3· Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 16</ref>
 
Μετά το Asilomar, αναπτύχθηκαν ραγδαία νέες τεχνικές γενετικής μηχανικής και εφαρμογές. Οι μέθοδοι [[Αλληλούχιση του DNA|αλληλούχισης του DNA]] βελτιώθηκαν πολύ, όπως και τεχνικές σύνθεσης [[νουκλεοτίδιοολιγονουκλεοτίδιο|ολιγονουκλεοτιδίων]] και [[διαμόλυνση]]ς.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 16</ref> Οι ερευνητές έμαθαν να ελέγχουν τις εκφράσεις των [[διαγονίδιο|διαγονιδίων]], και σύντομα διαγωνίζονταν, σε ακαδημαϊκό και βιομηχανικό επίπεδο, στο να δημιουργούν οργανισμούς ικανούς να εκφράζουν ανθρώπινα γονίδια για την παραγωγή ανθρώπινων ορμονών. Εντούτοις, αυτή ήταν πιο εκφοβιστική αποστολή από όσο ανέμεναν οι μοριακοί βιολόγοι. Εξελίξεις μεταξύ 1977 και 1980 έδειξαν ότι λόγω των φαινομένων των διακεκομμένων γονιδίων και του [[Συναρμογή (Βιολογία)|ματίσματος]], ανώτεροι οργανισμοί είχαν πολύ πιο πολύπλοκο σύστημα [[Γονιδιακή έκφραση|γονιδιακής έκφρασης]] από ότι τα πρότυπα βακτήρια των προγενέστερων μελετών.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 17</ref> Η πρώτη τέτοιου είδους κούρσα, για την σύνθεση της ανθρώπινης [[ινσουλίνη]]ς, κερδήθηκε από την [[Genentech]]. Αυτό σηματοδότησε το ξεκίνημα μιας βιοτεχνολογικής έκρηξης (και μαζί με αυτή την εποχή της [[κατοχύρωση γονιδίων|κατοχύρωσης γονιδίων]]), με μία άνευ προηγουμένου αλληλεπικάλυψη βιολογίας, βιομηχανίας και νόμου.<ref>Krimsky, ''Biotechnics and Society'', κεφάλαιο 2· για την κούρσα για την ινσουλίνη, δείτε: Hall, ''Invisible Frontiers''· δείτε επίσης: Thackray (ed.), ''Private Science''</ref>
 
==== Μοριακή συστηματική και γενωμική ====
[[Αρχείο:Cycler.jpg|thumb|upright|Εσωτερικό μιας συσκευής σαρανταοχτώ θέσεων για την πρόκληση αλυσιδωτής αντίδρασης της πολυμεράσης ταυτόχρονα σε πολλά δείγματα.]]
 
Μέχρι την δεκαετία του 1980, η αλληλούχιση των πρωτεϊνών είχε ήδη μεταμορφώσει την [[Συστηματική ταξινόμηση|επιστημονική ταξινόμιση]] (ειδικά την [[Κλαδιστική]]) των οργανισμών αλλά οι βιολόγοι άρχισαν σύντομα να χρησιμοποιούν τις αλληλουχίες RNA και DNA ως [[φαινοτυπικά χαρακτηριστικά]]. Αυτό επέκτεινε την σπουδαιότητα της [[μοριακή εξέλιξη|μοριακής εξέλιξης]] στα πλαίσια της εξελικτικής βιολογίας, καθώς τα αποτελέσματα της [[μοριακή συστηματική|μοριακής συστηματικής]] μπορούσαν να συγκριθούν με τα παραδοσιακά εξελικτικά δέντρα που βασίζονταν στην [[μορφολογία (βιολογία)|μορφολογία]]. Ακολουθώντας τις πρωτοποριακές ιδέες του [[Lynn Margulis]] πάνω στην [[ενδοσυμβιωτική θεωρία]], που υποστηρίζει ότι κάποια από τα [[οργανίδιο|οργανίδια]] των [[Ευκαρυωτικά κύτταρα|ευκαριωτικών]] κυττάρων προήλθαν από [[προκαρυωτικά κύτταρα|προκαρυώτες]] οργανισμούς μέσω της [[συμβίωση (βιολογία)|συμβιωτικών]] σχέσεων, αναθεωρήθηκε ακόμα και το συνολικό δέντρο της ζωής. Μέσα στην δεκαετία του 1990, οι πέντε επικράτειες (Φυτά, Ζώα, Μύκητες, Πρώτιστα και Μονήρη) έγιναν τρεις ([[Αρχαία]], [[Βακτήριο|Βακτήρια]], και [[Ευκαρυωτικά κύτταρα|Ευκάρυα]]) βάσει της πρωτοποριακής [[μοριακή συστηματική|μοριακής συστηματικής]] εργασίας του [[Carl Woese]] με την αλληλούχιση του [[16S rRNA]] sequencing.<ref>Sapp, ''Genesis'', κεφάλαια 18 και 19</ref>
 
Η ανάπτυξη και η διάδοση της [[Αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης|αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης]] (PCR) στα μέσα της δεκαετίας του 1980 (από τον [[Kary Mullis]] και άλλους στην [[Cetus Corp.]]) σηματοδότησε ακόμη ένα σταθμό στην ιστορία της σύγχρονης βιοτεχνολογίας, αυξάνοντας και΄τα πολύ την ευκολία και την ταχύτητα της γενετικής ανάλυσης. Μαζί με την χρήση ''[[expressed sequence tags]]'' η PCR οδήγησε στην ανακάλυψη πολλών περισσοτέρων γονιδίων από αυτά που μπορούσαν να βρεθούν με τις παραδοσιακές βιοχημικές και γενετικές μεθόδους και επέτρεψαν την δυνατότητα αλληλούχισης ολόκληρων γονιδιωμάτων.<ref>Morange, ''A History of Molecular Biology'', κεφάλαιο 20· δείτε επίσης: Rabinow, ''Making PCR''</ref>
 
{{Link_FA|en}}
 
[[de:Biologie#Geschichte
 
[[ar:تاريخ علم الأحياء]]
26.490

επεξεργασίες