Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Άλωση της Τριπολιτσάς»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Η '''πολιορκία''' (από τις αρχές Ιουνίου 1821) και η '''άλωση''' (23 Σεπεμβρίου 1821)<ref>κατά το Ιουλιανό ημερολόγιο</ref> της Τριπολιτσάς αποτέλεσαν καθοριστικό σταθμό στην πορεία της Ελληνικής Επανάστασης, δεδομένου ότι είχαν ως αποτέλεσμα την σταθεροποίησή της και την επικράτηση των Ελλήνων σε όλη την Πελοπόννησο, πλην ορισμένων φρουρίων.
 
Η επιτυχία οφείλεται στην διορατικότητα και την επιμονή του [[Θεόδωρος Κολοκοτρώνης|Θεόδωρου Κολοκοτρώνη]], ο οποίος κατόρθωσε να πείσει οπλαρχηγούς και προεστούς για την αναγκαιότητα της κατάληψης της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, και την προετοίμασε με τις νίκες στο [[Βαλτέτσι]], στα Δολιανά και στην [[μάχη της Γράνας]].
 
Την άλωση της πόλης ακολούθησε φοβερή σφαγή του οθωμανικού και εβραϊκού πληθυσμού, δεινή λεηλασία και ολοκληρωτική καταστροφή.
 
== Η Τριπολιτσά πριν την Άλωση ==
Η Τριπολιτσά ήταν την εποχή εκείνη το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο της [[Πελοπόννησος|Πελοποννήσου]] με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ήλεγχε τις οδούς προς τις άλλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η σημερινή πρωτεύουσα της Αρκαδίας ιδρύθηκε ως [[Τρίπολη|Τρίπολις]]<ref>Τρικούπης Β΄ 62</ref> περίπου τον 14ο αιώνα στη θέση τριών ερειπωμένων οικισμών: της [[Μαντίνεια]]ς, της [[Τεγέα]]ς και των Αμυκλών ή του [[Παλλάντιο|Παλλαντίου]]<ref>Τρικούπης ό.π. Βλ. διαφορετική άποψη εις Εγκυκλ. Λεξικόν Ελευθερουδάκη, λήμμα ''Τρίπολις'' </ref> και ήδη από το [[1786]] ήταν έδρα του βιλαετίου του Μοριά με διοικητή τον Πασά του Μορέως.
 
Οι Έλληνες είχαν δοκιμάσει να την πολιορκήσουν για πρώτη φορά το 1770 κατά τα [[ορλωφικά]] που όμως έληξαν άδοξα και οδήγησαν στη σφαγή του ελληνικού πληθυσμού.<ref>Σάθας 494 : ''«εν διαστήματι ολιγωτέρω των δύο ωρών εσφάγησαν τρεις χιλιάδες Ελλήνων άνευ διακρίσεως γένους και ηλικίας»'' - Παπαρρηγόπουλος Βιβλίον ΙΔ΄, κεφ. Η΄, υποκεφ. 15 </ref>
Η Τριπολιτσά προστατευόταν από τείχος μήκους 3,5 χλμ. ύψους περίπου 4 μέτρων και πάχους δύο μέτρων στη βάση και ενός περίπου πιο πάνω. Είχε πύργους με διπλές πολεμίστρες, και τριάντα κανόνια, λίγα από τα οποία ήταν σε καλή κατάσταση. Το τείχος, που είχε επτά πύλες, δεν ήταν σε κλασικό κυκλικό σχήμα. Υπήρχε επίσης ένα μικρό τετράγωνο φρούριο στο εσωτερικό του τείχους, σε ένα νοτιοδυτικό ύψωμα, ακρόπολις τρόπον τινά. Παρά την οχύρωσή της αυτή, η Τριπολιτσά ήταν περισσότερο ευάλωτη από τα υπόλοιπα κάστρα της Πελοποννήσου, γιατί βρισκόταν καταμεσής μιας πεδιάδας, γιατί το τείχος ήταν φτιαγμένο από απλές χωρίς ενίσχυση πέτρες αλλά κυρίως επειδή δεν μπορούσε να ελπίζει σε οποιαδήποτε υποστήριξη από θαλάσσης.<ref>Η περιγραφή της οχύρωσης στον Τρικούπη Β΄ 62-63 και στον Raybaud Α΄ 374-375. </ref>
 
Σύμφωνα με τον [[Τόμας Γκόρντον|Gordon]], οι κάτοικοι της πόλης πριν από την [[Ελληνική Επανάσταση του 1821|Επανάσταση]], ανέρχονταν σε 15000, εκ των οποίων 7.000 Έλληνες και 1.000 Εβραίοι. <ref>Gordon Α΄ 234</ref> Σύμφωνα με άλλες πηγές,κατά το 1821 κατοικούσαν στην πόλη 13000 Έλληνες,7000 Τούρκοι καθώς και 400 Εβραίοι.<ref>Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη,τόμος 23ος,σελ 282</ref> Μόλις άρχισαν οι εχθροπραξίες, οι Έλληνες έφυγαν και πολλοί Τούρκοι κατέφυγαν στην Τριπολιτσά, όπως και σε άλλες οχυρές πόλεις, <ref>Τρικούπης Α΄ 67 και Β΄ 63</ref>με συνέπεια να διπλασιαστεί πληθυσμός της και να φτάσει στους τριάντα χιλιάδες κατοίκους τουλάχιστον. H πόλη δεν είχε επάρκεια τροφίμων, αλλά, παρά το ότι οι Έλληνες κατέστρεψαν τα υδραγωγεία, τα νερά των πηγαδιών της ήταν άφθονα και πόσιμα.<ref>Τρικούπης Β΄ 63 - Κατά τον Raybaud (Α΄389) οι κάτοικοι κατά την πολιορκία ανέρχονταν σε τριάντα τέσσερις χιλιάδες - Ο μονίμως διαφωνών με τον Τρικούπη Φωτάκος υποστηρίζει ότι πόλη είχε επάρκεια τροφίμων (Α΄181)</ref>
 
Διοικητής της Πελοποννήσου στην περίοδο της κήρυξης της επανάστασης ήταν ο [[Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάςπασάς]], απασχολημένος όμως τον καιρό εκείνο εναντίον του [[Αλή πασάς|Αλή πασά]] στην Ήπειρο. Όταν έμαθε για την πολιορκία, ο Χουρσίτ έστειλε στην Τριπολιτσά 3.500 στρατιώτες υπό τον Κεχαγιάμπεη.<ref>Τρικούπης Α΄ 211</ref> Άλλοι ηγέτες των Τούρκων ήταν ο Δεφτερντάρης, ο Σιέχ-Νετσίπ εφέντης και ο Κιαμήλμπεης της Κορίνθου, όλοι Πελοποννήσιοι. Διοικητές της πόλης ήταν ο ΜουσταφάμπεηςΚεχαγιάμπεης και ο καϊμακάμης Σελίχ Μεχμέτ, αλλά μεγάλη ήταν η επιρροή της γυναίκας του Χουρσίτ. Η δύναμη των ενόπλων ήταν 10.000 άντρες, Αλβανοί, Ασιάτες και Πελοποννήσιοι Οθωμανοί.<ref>Τρικούπης Β΄ 63 </ref>
 
Πριν ακόμη εκραγεί η Επανάσταση είχαν έλθει στην Τριπολιτσά αρκετοί αρχιερείς και προεστοί, ύστερα από διαταγή των Τούρκων οι οποίοι είχαν πληροφορίες για την σχεδιαζόμενη εξέγερση, με κάποια πρόφαση διοικητικών ρυθμίσεων.<ref>Τρικούπης Α΄ 52</ref> Έμειναν εκεί ως όμηροι σε όλο το διάστημα της πολιορκίας, υπό μαρτυρικές συνθήκες διαβίωσης.
 
== Η πολιορκία ==
Τέσσερα μεγάλα σώματα πολιορκητών σχημάτιζαν ημικύκλιο γύρω από την Τριπολιτσά. Το αριστερό κατείχε ο Κολοκοτρώνης με 2.500 άντρες, το δεξιό ο [[Παναγιώτης Γιατράκος|Γιατράκος]] με 1.500, το κέντρο με 1.000 ο [[Αναγνωσταράς]] και πίσω από το δεξιό και το κέντρο βρισκόταν ο [[Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης]] με 1.500 άντρες. Οι δρόμοι προς Άργος και Λεοντάρι φυλάγονταν από 150 και τριακόσιους άντρες αντίστοιχα.<ref>Τρικούπης Β΄ 64 </ref> Αρχιστράτηγος ανακηρύχθηκε ο Πετρόμπεης<ref>Παπαρρηγόπουλος βιβλίο ΙΕ΄, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 4</ref> υπό την υπέρτατη ηγεσία του [[Δημήτριος Υψηλάντης|Δημητρίου Υψηλάντη]], αλλά πραγματικός αρχηγός ήταν ο Κολοκοτρώνης.<ref>Φιλήμων Δ΄ 214 και 230</ref>
 
Μέχρι τον Αύγουστο λάμβαναν χώραν ακροβολισμοί μεταξύ των εμπολέμων, στους οποίους υπερτερούσαν οι Έλληνες όταν είχαν ν’ αντιμετωπίσουν το πεζικό των Τούρκων. Αλλά κι όταν επετίθετο το ιππικό τους, αποσύρονταν στους πρόποδες των βουνών και πάλι προξενούσαν βλάβη στους Τούρκους προστατευμένοι από την μορφολογία του εδάφους.<ref>Τρικούπης Β΄ 64-65 – Gordon Α΄ 235</ref>
Τότε ο Υψηλάντης, και ενώ είχαν ήδη εκδηλωθεί επιδημίες στην πόλη, πρότεινε παράδοση της πόλης υπό ευνοϊκούς όρους, αλλά αυτή απερρίφθη υπεροπτικά από τους Τούρκους.<ref>Τρικούπης, Β΄ 68</ref>
 
Στις 26 Αυγούστου διαδόθηκε η φήμη ότι ο τουρκικός στόλος έφερνε στην Πάτρα 10.000 στρατιώτες για απόβαση, ενώ στην πραγματικότητα είχε μόνο 1000 Αλβανούς.<ref>Τρικούπης, Β΄ 73</ref> Δεδομένου ότι υπήρχε φόβος ότι τα στρατεύματα αυτά θα ενίσχυαν την πολιορκούμενη Τριπολιτσά, ο Υψηλάντης εξεστράτευσε στον Κορινθιακό κόλπο με 500 άντρες του Κολοκοτρώνη, μεταξύ των οποίων ο ανεψιός του Αποστάλης και οι γιοι του [[Πάνος Κολοκοτρώνης|Πάνος]] και [[Γενναίος Κολοκοτρώνης|Γενναίος]]. Ο Οθωμανικός στόλος αγκυροβόλησε στη Ζάκυνθο, εφοδιάστηκε από τις ουδέτερες Αρχές του νησιού και στις 7 Σεπτεμβρίου κατέπλευσε στην Πάτρα. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου έγινε απόβαση 700 Αλβανών του στόλου, οι οποίοι μπήκαν στο εγκαταλελειμμένο Αίγιο και το κατέκαψαν, ενώ διασκορπίστηκαν σε όλη την επαρχία λαφυραγωγούντες. Στις 19 Σεπτεμβρίου ο τουρκικός στόλος έπλευσε προς το [[Γαλαξίδι]], όπου αιχμαλώτισε 34 πλοία, κατέστρεψε τα υπόλοιπα, έσφαξε λίγους γέροντες που είχαν μείνει στην πόλη και την έκαψε. Τελικά όμως ο στόλος δεν ανακούφισε τους πολιορκημένους της Τριπολιτσάς. Σκοπός του ήταν να διευκολύνει την μετάβαση στρατευμάτων προς την Πελοπόννησο αλλά η εκστρατεία αυτή απέτυχε λόγω της ήττας των Τούρκων στην μάχη των Βασιλικών.<ref>Τρικούπης Β΄ 68 και 77-78. Φιλήμων (με μικρές παραλλαγές) Δ΄ 208</ref> Εν τω μεταξύ παραδόθηκαν στους Έλληνες τα φρούρια της Μονεμβασιάς και του Ναβαρίνου.
 
Δεδομένου ότι ''«η εκ περάτων της Πελοποννήσου υπερσωρευθείσα πληθύς ηπείλει διαρπαγήν γενικήν»'' κατά Φιλήμονα, αποφασίστηκε ότι οι στρατιώτες, οι οποίοι δεν είχαν πληρωθεί από την αρχή της πολιορκίας, θα λάμβαναν τα δύο τρίτα της λείας ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο θα πήγαινε στο Εθνικό θησαυροφυλάκιο.<ref>Φιλήμων Δ΄ 207 </ref> Η μοιρασιά μεταξύ των ανδρών θα ήταν ισότιμη: η οπισθοφυλακή θα λάμβανε όσα και η εμπροσθοφυλακή. Μερίδια είχαν προβλεφθεί ακόμα και για τις οικογένειες των νεκρών κατά τη διάρκεια της μάχης. Παράλληλα θεσπίστηκαν ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρκο,<ref>D. Brewer 118</ref> ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Οι Κεχαγιάμπεης, Κιαμήλμπεης και άλλοι επίσημοι Τούρκοι επικηρύχθηκαν.<ref>Φιλήμων Δ΄ 207</ref>
Ουσιαστικά οι εχθροπραξίες είχαν σταματήσει. Πολλοί Έλληνες μπαινόβγαιναν στην πόλη είτε με επίσημη ιδιότητα είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας. Άλλοι ως όμηροι, άλλοι για την καταγραφή και την διανομή της κινητής περιουσίας των Τούρκων και άλλοι για να φρουρήσουν τα σπίτια των Οθωμανών αρχόντων ύστερα από παράκλησή τους.<ref>Δεληγιάννης 268-269 - Παπατσώνης 68</ref> Οι Τούρκοι παρέδιδαν στους Έλληνες πολύτιμα αντικείμενα είτε ως ανταμοιβή της μελλοντικής προστασίας τους είτε προς φύλσξιν.<ref>Φωτάκος Α΄ 165 – Παπατσώνης 68</ref>
 
Κατά τον Raybaud Κολοκοτρώνης, Πετρόμπεης και [[Μπουμπουλίνα]] θησαύρισαν από τις συναλλαγές αυτές με τους Τούρκους.<ref>Raybaud Α΄ 455 </ref> Σύμφωνα με τους ξενους συγγραφείς η Μπουμπουλίνα πήρε πλούσια δώρα από τις πλούσιες Εβραίες ''«έναντι αορίστων επαγγελιών»''.<ref>Mendelssohn-Bartholdy Α΄ 316 - Κατά τους Gordon (Α΄ 243), Finlay (Α΄ 198) και Raybaud (Α΄457) η Μπουμπουλίνα απογύμνωσε τις γυναίκες του χαρεμιού από τα κοσμήματά τους</ref>
 
Ως μέρα αναχώρησης των Αλβανών ορίστηκε η 23 Σεπτεμβρίου. Τα πράγματά τους τα έστειλαν προς φύλαξιν στην σκηνή του Κολοκοτρώνη.<ref>Τρικούπης Β΄ 90-91</ref>
Παραπλήσια ή με συνδυασμό των δύο εκδοχών<ref>Gordon Α΄ 244</ref> ή κάπως διαφορετικά αφηγούνται τα γεγονότα οι άλλοι συγγραφείς. Κατά τον Τούρκο ιστορικό Αχμέτ Δζεβδέτ πασά, οι πολιορκητές μπήκαν στην πόλη όταν άνοιξαν οι πύλες για να βγουν οι Αλβανοί.<ref>Σιμόπουλος Α΄ 271, σημ. 128 </ref>
 
Όταν οι Έλληνες πλημμύρισαν την πόλη, οι Αλβανοί συγκεντρώθηκαν όλοι στο σαράι, αμέτοχοι των συγκρούσεων, επικαλούμενοι την συνθήκη που είχαν κάνει. Παρά το ότι, κατά το δίκαιο του πολέμου, η συνθήκη αυτή ήταν άκυρη πια, ο Κολοκοτρώνης φρόντισε για την ασφαλή αποχώρησή τους υπό τον [[Δημήτρης Πλαπούτας|Πλαπούτα]] που τους είχε δοθεί ως όμηρος, παραδίδοντάς τους και την αποσκευή τους που ήταν στην φύλαξή του.<ref>Τρικούπης Β΄ 91-92 - Φωτάκος Α΄ 169. Ο αριθμός των Αλβανών που βγήκαν από την Τριπολιτσά ποικίλει στις πηγές από 1.400 μέχρι 7.000 (βλ. σχετικά Σιμόπουλο Α΄ 273, σημ. 132). </ref>
 
==Η σφαγή==
Οι Τούρκοι προσπάθησαν ν’ αντισταθούν αλλά μάταια. Μερικοί κλείστηκαν στην Μεγάλη Τάπια, την ακρόπολη δηλαδή, άλλοι στο τουρκικό σχολείο και πολλοί οχυρώθηκαν στα σπίτια τους.<ref>Φιλήμων Δ΄ 221 </ref> Ελάχιστοι παραδόθηκαν. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή ''«εκάησαν μέσα εις αυτά με της φαμίλιαις των παρά να παραδοθούν εις τους δούλους των»''.<ref>Φωτάκος Α΄ 173</ref> Ο δελήμπασης (αρχηγός του ιππικού) του Χουρσίτ έβαλε φωτιά στο σαράι για να κάψει τα χαρέμια αλλά οι Έλληνες πρόλαβαν να σβήσουν την φωτιά και οι γυναίκες των πασάδων παραδόθηκαν στην φύλαξη του Πετρόμπεη.<ref>Φιλήμων Δ΄ 223</ref> Όλοι οι Τούρκοι αρχηγοί αιχμαλωτίστηκαν.<ref>Τρικούπης Β΄ 93-94</ref> Αλλά το πλήθος των Τούρκων έμελλε να σφαγεί ανηλέητα.
 
''«Ήτον ημέρα καταστροφής, πυρκαϊάς, λεηλασίας και αίματος. Άνδρες, γυναίκες, παιδία, όλοι απέθνησκαν......η δε δίψα της εκδικήσεως κατεσίγαζε την φωνήν της φύσεως. Εν ταις οδοίς, εν ταις πλατείαις, παντού δεν ηκούοντο ειμή μαχαιροκτυπήματα, πυροβολισμοί, πάταγοι κατεδαφιζομένων οικιών εν μέσω φλογών, φρυάγματα οργής και γόοι θανάτου• εστρώθη το έδαφος πτωμάτων......εφαίνοντο δε οι Έλληνες ως θέλοντες να εκδικηθώσιν εν μια ημέρα αδικήματα τεσσάρων αιώνων. Οι δε εν Τριπολιτσά Εβραίοι......όλοι κατεστράφησαν»''. Αυτή είναι η μάλλον λιτή αφήγηση της σφαγής κατά τον [[Σπυρίδων Τρικούπης|Τρικούπη]].<ref>Τρικούπης Β΄ 92</ref>
 
''«Γυναίκες...νεανίδες...βρέφη...νέοι, γέροντες, άντρες, ανάμικτοι κατέκειντο θέαμα βαρυπενθές, και οιονεί διεμαρτύροντο κατά της διαιρούσης την ανθρωπότητα πολιτικής τυραννίας και θρησκευτικής ετεροδοξίας. Ιδίως δε η εκ της πύλης των Καλαβρύτων μέχρι του σατραπείου λεωφόρος από λιθοστρώτου μετεσχηματίσθη, ιν’ είπωμεν, εις πτωματόστρωτον, και ουθ’ ο πεζός, ουθ’ ο ίππος επάτει επί της γης, αλλά επί πτωμάτων»''. Είναι η εικόνα, πολύ παραστατικότερη, που δίνει ο [[Ιωάννης Φιλήμων|Φιλήμων]].<ref>Φιλήμων Δ΄ 224</ref>
 
Και οι αυτόπτες. Κολοκοτρώνης : ''«Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη...Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες».''<ref>Κολοκοτρώνης 82</ref> [[Φωτάκος]] : ''«Ακόμα και τώρα έρχεται στο νού μου το λιάνισμα και το τρίξιμο των κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγή αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτα, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμία πληγήν. Τόσην ήτο η μέθη των δια να σκοτώνουν Τούρκους...»''<ref>Φωτάκος Α΄ 170</ref> Raybaud (ο μόνος αυτόπτης από τους ξένους συγγραφείς)<ref>Σιμόπουλος Α΄ 273, σημ. 130</ref> : ''«σ’ ένα μόνο νόμο υπάκουαν, σ’ αυτόν της καταστροφής• σ’ ένα σύνθημα, της σφαγής»''.<ref>Raybaud Α΄ 467 </ref>
 
Πλην του Φωτάκου ''«πολλοί καπεταναίοι και άλλοι Έλληνες από φιλανθρωπίαν ήθελαν να σώσουν κανένα Τούρκον»''.<ref>Φωτάκος Α΄ 173</ref> Κατά τον Raybaud οι Κολοκοτρώνης και Γιατράκος προσπάθησαν να σταματήσουν την σφαγή και οι [[Παναγιώτης Ρόδιος|Ρόδιος]], Πάτροκλος και κάποιοι Πελοποννήσιοι χωρικοί έσωσαν Τούρκους.<ref>Raybaud Α΄ 467 και 514</ref> Μάταιες όμως ήταν οι προσπάθειες των αρχηγών. Τρεις μέρες κράτησε η σφαγή και η λεηλασία. Στις 26 Σεπτεμβρίου, για να σταματήσει το κακό, ο Κολοκοτρώνης διόρισε αστυνόμο τον Ανδρέα Παπαδιαμαντόπουλο και του έδωσε 200 άνδρες ώστε ''«να περιέρχεται έσωθεν της πολιτείας εις τους δρόμους και εις τα οσπήτια και εις ταις πόρταις δια να μη ακολουθούν αταξίαι, αρπαγαί, και φερσίματα αλλόκοτα από τους ατάκτους, τους οποίους να παιδεύη αυστηρώς»''.<ref>Βέη Μαίρη, "Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος και έγγραφα περί αυτού (εκ του αρχείου του). Γορτυνιακά, τ. 1 (1972), σ. 135.</ref>
 
Την τρίτη μέρα θανατώθηκαν όσοι Τούρκοι είχαν καταφύγει πεινασμένοι στο στρατόπεδο των Ελλήνων πριν από την άλωση. Η δε λεηλασία ήταν τόσο δεινή ''«ώστε αι πλείσται των οικιών εγυμνώθησαν και αυτής της ξυλώσεώς των»''.<ref>Τρικούπης Β΄ 92-94</ref>
Ο Φωτάκος προσπαθεί να δικαιολογήσει την σφαγή : ''«Δεν τους εσκότωσαν από ωμότητα οι Έλληνες τους Τούρκους, καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μας εκατηγόρησεν, ούτε διά κανένα άλλον σκοπόν, καθώς είδαμε, αλλά από δικαίαν εκδίκησιν, την οποίαν έτρεφαν εναντίον των»''. Αναφέρει τις αιτίες του μίσους κατά των Τούρκων και δικαιολογεί αναλυτικότερα την σφαγή των Εβραίων της Τριπολιτσάς.<ref>Φωτάκος Α΄ 173-174</ref>
 
''«Αλίμονο !»'' γράφει ο ΡεμπώRaybaud ''«ένας ολόκληρος πληθυσμός έπρεπε να προσφερθεί για να εξιλεωθούν οι σκιές των θυμάτων της Σμύρνης, της Κωνσταντινούπολης και του Αϊβαλιού»'' και αιτιολογεί την σφαγή των Εβραίων ως εκδίκηση για την συμπεριφορά των ομοθρήσκων τους κατά των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη.<ref>Raybaud Α΄ 459 και 471</ref>
 
Φιλήμων : ''«Ουδείς αρνείται το κακόν, και ημείς απέχομεν πάσης υπερασπίσεως επί της ουσία. Αλλ’ υπήρξέ ποτε επανάστασις κατά εξουσίας τυραννικής, και ταύτης αλλοεθνούς, αλλοθρήσκου και αλλογλώσσου, μη συνοδευθείσα μεθ’ όλων των… συνεπειών εκείνων, οίας προκαλούσι…τα παθήματα του παρελθόντος και η ανάγκη του παρόντος ;»'' Και συνεχίζει αναφερόμενος στις τουρκικές βαρβαρότητες και στην αδυναμία των Ελλήνων αρχηγών να επιβληθούν.<ref>Φιλήμων Δ΄ 228-229 </ref>
 
Με πνεύμα δικαιολόγησης της σφαγής έγραψαν οι [[Μιχαήλ Οικονόμου]]<ref>Οικονόμου Α΄ 160</ref> και [[Αμβρόσιος Φραντζής]].<ref>Φραντζής Β΄ 65-66</ref>
 
Ο [[Νικόλαος Σπηλιάδης]] είναι «ορθολογικότερος» : Οι Έλληνες έπρεπε όλοι να βάψουν τα χέρια τους στο αίμα των τυράννων τους για να συνηθίσουν να τους σκοτώνουν και να μη μείνει καμιά ελπίδα συνδιαλλαγής. Άλλωστε δεν μπορούσαν να τους τρέφουν, κινδύνευαν από επιδημίες εξ αιτίας τους και θα τους είχαν στα νώτα τους σε περίπτωση εισβολής των Τούρκων.<ref>Σπηλιάδης Α΄ 246-247</ref>
 
''«Λαός, αποτινάσσων πολυχρόνιον και βαρύν ζυγόν»'', λέει ο Τρικούπης ''«κινείται πάντοτε θηριωδώς κατά των δεσποτών του• ο δε οπλοφόρος της Ελλάδος λαός ήτον έτι μάλλον ακράτητος κατ' εκείνας τας ημέρας, διότι ούτε κυβέρνησις υπήρχεν, ούτε μισθός εδίδετο, ούτε τροφαί τακτικώς διενέμοντο, ούτε μέλλον ασφαλές εφαίνετο, ούτε ο άτακτος επαιδεύετο, ούτε ο σωφρονών αντημείβετο»''.<ref>Τρικούπης Β΄ 92</ref> Και καταλήγει : ''«Ουδαμώς προτιθέμεθα να δικαιολογήσωμεν τας επί της αλώσεως της Τριπολιτσάς απανθρωπίας των Ελλήνων, ως απανθρωπίας ομογενών, υπενθυμίζομεν μόνον, ότι παντός λαού ιστορία, και αυτών των μάλλον εξευγενισμένων, έχει σελίδας απανθρωπίας»'' και φέρνει παράδειγμα την σφαγή που διατάχθηκε από τον Ναπολέοντα στην Ιόππη (Γιάφα).<ref>Τρικούπης Β΄ 94 </ref>
 
Κατά τον [[Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος|Παπαρρηγόπουλο]] η «ανωφελής και ανηλεής» σφαγή πολλών χιλιάδων Οθωμανών ''«ημπορεί ίσως να εξηγηθή εκ του προαιωνίου μεταξύ των δύο φυλών και θρησκειών πάθους, αλλά να δικαιολογηθή δεν επιτρέπεται»''.<ref>Παπαρρηγόπουλος βιβλίο ΙΕ΄, κεφ. Γ΄, υποκεφ. 4 και 5 </ref>
 
Πλην του Raybaud προσπάθεια αιτιολόγησης της σφαγής έκαναν oι Gordon,<ref>Gordon Α΄ 245</ref> [[Καρλ Μέντελσον Μπαρτόλντυ|Mendelssohn-Bartholdy]],<ref>Mendelssohn-Bartholdy, μέρος Α΄ σ.320-321</ref> Abraham John Valpy,<ref>''«το πιο βάρβαρο απ’ όλα...είναι η προσπάθεια μερικών να εξομοιώσουν το ελληνικό χαρακτηριστικό της "συστηματικής σκληρότητας", όπως το λένε, με εκείνο των ίδιων των Τούρκων, και για το λόγο αυτό αναφέρονται συνεχώς στην ιστορία των βαρβαροτήτων που πραγματοποιήθηκαν στην Τριπολιτσά...Εάν μιλάμε για συστηματικές σκληρότητες, δεν θα πρέπει να δώσουμε προσοχή τόσο στις φρικτές πράξεις του πολέμου, αν και είναι τρομερές, όσο σε εκείνες που για τέσσερις συνεχείς αιώνες εφαρμόσθηκαν μονομερώς ενάντια στα αθώα θύματά τους»'' (Abraham John Valpy, The Pamphleteer, Great Britain Politics and government Periodicals, 1822, 182</ref> J. Irving Manat<ref>''«η ελληνική προσπάθεια δεν μπορεί ποτέ να γίνει κατανοητή χωρίς παραστατική εξέταση τετρακοσίων ετών τουρκικής κυριαρχίας»''. Ήταν ''«το φυσιολογικό αποτέλεσμα της εμπειρίας τετρακοσίων ετών υπό τους μουσουλμάνους, της υποταγής των Ελλήνων στο ελληνικό έδαφος σε μια χούφτα αλλοδαπών κατακτητών, εκ διαμέτρου αντίθετων στη φυλή τη θρησκεία και τον πολιτισμό, οι οποίοι στραγγίζουν το καλύτερο αίμα τους για την ικανοποίηση του πάθους τους για άναρχη δύναμη και την επιβολή της, έως ότου ωριμάζει η συσσωρευμένη καταπίεση με αναπόφευκτη συγκομιδή μια εθνική βεντέτα. Μόλις δοθεί το ιστορικό υπόβαθρο, βλέπουμε ότι εκ φύσεως μια ελληνική έγερση σήμανε έναν πόλεμο εξολόθρευσης»'' (J. Irving Manatt, σχόλιο στο The War of Greek Independence του W. Alison Phillips, The American Historical Review, Vol. 3, No. 3. (Apr., 1898), σελ. 538) </ref> να μπει σε υποσημ. και άλλοι.
 
''«Ευκόλως δύναταί τις να συμπεράνη οποίαι πράξεις έλαβον χώραν κατά την περίστασιν ταύτην»'', γράφει ο [[Δημήτριος Αινιάν]] ''«όταν συλλογισθή από πόσα και οποία πάθη εκυριεύοντο οι εισβαλόντες εις την πόλιν, και διά πόσας αναμνήσεις δεινών έπρεπε να ικανοποιηθώσιν!»''...''«ως δε συμβαίνει εις τοιαύτας εκ ταυτομάτου λαμβάνουσας χώραν πράξεις, ουδέν κίνημα εγίνετο εκ σχεδίου τινός, εκ παραγγελίας, ή εκ συνεννοήσεως».<ref>Αινιάν 57</ref>
 
Αντίθετα, κατά τον Άγγλο ιστορικό [[Τζορτζ Φίνλεϊ|George Finlay]] (Τζωρτζ Φίνλεϋ), που κατέβηκε στην Ελλάδα ως εθελοντής, οι Φιλικοί υπαγόρευσαν την εξολόθρευση ολόκληρου του τουρκικού πληθυσμού ενσταλάζοντας στους Έλληνες την πεποίθηση για την αναγκαιότητά της. Επικαλείται μάλιστα και το δημοτικό τραγούδι :
«Τούρκος μη μείνη ‘ς τον Μωρεά / μηδέ ΄ς τον κόσμον όλον».<ref>Finlay Α΄ 188</ref>
 
Ο Gordon μιλά για τον ''«ενθουσιασμό που η κατάληψη της Τριπολιτσάς ενέπνευσε στους Έλληνες»''.<ref>Gordon Α΄ 294-295</ref>
 
Κατά τον [[Απόστολος Βακαλόπουλος|Απόστολο Βακαλόπουλο]] ''«Η άλωση της Τριπολιτσάς τονώνει πολύ το ηθικό των Πελοποννησίων...από τη στιγμή εκείνη η επανάσταση όχι μόνο εξυψώνεται στη συνείδηση όλων των Ελλήνων, αλλά και προχωρεί ουσιαστικά και παίρνει πια καθολικότερο χαρακτήρα»''.<ref>Βακαλόπουλος 59</ref>
 
Σταθμό ''«για την εδραίωση και την πορεία του Αγώνα»'' θεωρεί την πτώση της Τριπολιτσάς ο Βασίλης Σφυρόερας.<ref>Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Larousse-Britannica, λήμμα ''Τρίπολη''</ref>
 
==Η άλωση της Τριπολιτσάς ως πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης==
Η πολιορκία απεικονίστηκε με λεπτομέρειες στον πίνακα «Πόλεμος της Τριπολιτζάς και των πέριξ αυτής χωρίων» του αυτοδίδακτου ζωγράφου [[Παναγιώτης Ζωγράφος | Παναγιώτη Ζωγράφου]], που φιλοτεχνήθηκε για την εικονογράφηση των Απομνημονευμάτων του [[Μακρυγιάννης | Μακρυγιάννη]].
 
Η πολιορκία και άλωση της Τριπολιτσάς αναφέρεται σε διάφορα δημοτικά τραγούδια και παραλλαγές τους. Το παρακάτω βρίσκεται στη συλλογή του [[Κλωντ Φωριέλ|C. Fauriel]] του 1824-1825.<ref>Fauriel Claude, ''Ελληνικά δημοτικά τραγούδια,'', Α', Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2η έκδ., Ηράκλειο, 1999, σελ. 229 – 232.</ref>
 
::::ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ
Πιστεύεται ότι η Λειβαδιά που αναφέρει το τραγούδι δεν είναι η πόλη της Βοιωτίας αλλά περιοχή της Μεγαλόπολης, ενώ σε μία παραλλαγή ο στίχος ήταν “''Σαράντα παλληκάρια από την Αρκαδιά''” (περιοχή της Κυπαρισσίας). <ref>http://www.arcadians.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=442:-q&catid=99:q- Αναστασόπουλος K. Βασίλης (2006) ''Το Δημοτικό Τραγούδι "Σαράντα Παλληκάρια''" .</ref>
 
Ο [[Διονύσιος Σολωμός]] τραγούδησε σε στροφές δαντικής ζοφερότητας την άλωση και την σφαγή της Τριπολιτσάς (στροφές 35-74)
(στροφή 44)
:Aκούω κούφια τα τουφέκια,
:αίμα αντίς για τη δροσιά.
 
Το μυθιστόρημα του [[Μ. Καραγάτσης|Μ.Καραγάτση]] «Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου» αναφέρεται στην αρχή του στους αρχιερείς και προκρίτους ομήρους της Τριπολιτσάς.
 
Στο έργο του [[Άγγελος Βλάχος (1915-2003)|Άγγελου Βλάχου]] «Ένας Φιλέλλην για το 1821» έχουμε την άλωση κατ’ αφήγησιν -υποτίθεται- του Gordon.
 
Ο Γιώργος Κατράλης συνέθεσε το έργο "Η Άλωση", για συμφωνική ορχήστρα σε τέσσερα μέρη, 2006-07, έργο 37, μουσικάμουσική αναπαράσταση της απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς.
 
 
3.340

επεξεργασίες