Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Πρωτοσύγκελλος»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ (Ρομπότ: Αφαιρώ 5 σύνδεσμους interwiki, που τώρα παρέχονται από τα Wikidata στο d:Q59597)
Η λέξη σημαίνει τον Πρώτο των Συγκέλων, των «ομοδιαίτων» της επισκοπής, των σημερινών δηλαδή γραμματέων μίας Επισκοπής - Μητρόπολης. Διοικητικά ο Πρωτοσύγγελος αποτελεί ιεραρχικά τον πρώτο βοηθό του [[Αρχιεπίσκοπος|Αρχιεπισκόπου]] ή [[Μητροπολίτης|Μητροπολίτη]] και είναι ο δεύτερος τη τάξη μετά εκείνου αξιωματούχος της Μητρόπολης. Ο Πρωτοσύγκελος αντικαθιστά τον Μητροπολίτη όταν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται σε διοικητικές υποθέσεις ή εκκλησιαστικές τελετές.
 
Ο τίτλος αυτός δίδεται κυρίως σε άγαμους κληρικούς - ενίοτε κατά την κρίση του οικείου αρχιερέως και σε έγγαμους(π.χ. ο Πρωτοπρεσβ. Θωμάς Συνοδινός είχε ορισθεί Πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών από τον μακαριστό κυρό Χριστόδουλο) -που φέρουν το αξίωμα (Οφίκκιο) του [[Αρχιμανδρίτης|Αρχιμανδρίτη]] και συνήθως σε πτυχιούχους [[Πανεπιστήμιο|Πανεπιστημίου]] ή της [[Θεολογική Σχολή της Χάλκης|Θεολογικής Σχολής της Χάλκης]].
 
*Ιδιαίτερης σημασίας είναι το οφφίκιο του '''Μεγάλου Πρωτοσύγκελου''' του [[Οικουμενικό Πατριαρχείο|Οικουμενικού Πατριαρχείου]] που εκπροσωπεί σε κάθε περίπτωση τον [[Πατριάρχης|Πατριάρχη]] και που διευθύνει το κλήρο της Αρχιεπισκοπής.
10

επεξεργασίες