Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Χρένο»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
| binomial_authority = [[Philipp Gottfried Gaertner|G.Gaertn.]], [[Bernhard Meyer|B.Mey.]] & [[Johannes Scherbius|Scherb.]]
}}
Το '''Χρένο''' ή η '''Αρμοράκια η αγροτική''' (''Armoracia rusticana'', συν. ''Cochlearia Armoracia'') είναι ένα ποώδες, πολυετές φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών ''(Brassicaceae)'' (η οποία επίσης περιλαμβάνει τα φυτά της μουστάρδας, ''wasabi'' (γιαπωνέζικο χρένο), του [[μπρόκολο]]υ και του [[λάχανο]]υ). Το φυτό είναι πιθανόν να προέρχεται από τη Νοτιοανατολική [[Ευρώπη]] και τη Δυτική [[Ασία]] και αργότερα μετανάστευσε στη Ν.Αμερική.
Είναι πλέον δημοφιλές σε ολόκληρο τον κόσμο. Φτάνει έως και τα 1,5 μέτρα σε ύψος και καλλιεργείται κυρίως για τη μεγάλη, λευκή, κωνική του ρίζα. Η συγκομιδή της ρίζας γίνεται την άνοιξη και το φθινόπωρο.
 
Η ακέραια ρίζα του χρένου δεν έχει σχεδόν καθόλου άρωμα. Όταν ωστόσο κοπεί ή τριφθείτριφτεί, τα ένζυμα από τα πρόσφατα τεμαχισμένα φυτικά κύτταρα, καταρρέουν ''sinigrin'' (μια γλυκοζινολική) για την παραγωγή [[ισοθειοκυανικό αλλύλιο|ισοθειοκυανικού αλλυλίου]] ''(allyl isothiocyanate)'', (έλαιο μουστάρδας), που ερεθίζει τις βλεννογόνους μεμβράνες των κόλπων και τα μάτια. Ο τριμμένος πολτός πρέπει να χρησιμοποιείται αμέσως ή να διατηρείται για καλύτερη γεύση, στο [[ξύδι]]. Άπαξ και εκτεθεί στον αέρα ή τη θερμότητα, αρχίζει να χάνει την πικάντικη γεύση του, σκουραίνει και με την πάροδο του χρόνου, γίνεται δυσάρεστα πικρό.
[[Αρχείο:Kren Verkauf.jpg|thumb|αριστερά|Τμήματα ριζών χρένου.]]
[[Αρχείο:Gardenology.org-IMG 2788Kren rbgs11janVerkauf.jpg|thumb|uprightαριστερά|ΦύλλωμαΤμήματα ριζών χρένου.]]
[[Αρχείο:Gardenology.org-IMG 2788 rbgs11jan.jpg|thumb|upright|Φύλλωμα χρένου]]
 
==Ιστορία==
Το χρένο, πιθανώς αυτόχθονο στην εύκρατη [[Ανατολική Ευρώπη]], όπου το σλαβικό του όνομα ''chren'' φάνηκε στον ''Augustin Pyramus de Candolle'' πιο πρωτόγονο από οποιοδήποτε άλλο δυτικό συνώνυμο. Το χρένο καλλιεργείται από την αρχαιότητα.<ref>J.W.Courter and A.M. Rhodes, "Historical notes on horseradish" ''Economic Botany'' '''12'''.2 April=May1969pp156ff</ref> Σύμφωνα με την [[ελληνική μυθολογία]], το [[μαντείο των Δελφών]] είπε στον [[Απόλλων]]α, ότι το χρένο αξίζει το βάρος του σε χρυσό.<ref name=healingfoods>{{cite book|last=Murray|first=Michael T.|title=The Encyclopedia of Healing Foods|year=2005|publisher=Atria Books|location=New York|isbn=978-0743480529|author2=Lara Pizzorno |author3=Joseph E. Pizzorno }}</ref> Το χρένο ήταν γνωστό στην [[Αίγυπτο]] το 1500 π.Χ.. Ο [[Διοσκουρίδης]] κατατάσσει το χρένο ισάξιο με το Περσικό [[σινάπι]] ''(Persicon sinapi)'' (Διοσκ. 2.186) ή ''Sinapi persicum'' (Διοσκ 2.168),<ref>Early Modern translators of Dioscurides offered various names.</ref> το οποίο στη Φυσική Ιστορία του Πλίνιου, αναφέρεται ως ''Persicon napy''<ref>[http://www.perseus.tufts.edu/hopper/text?doc=Perseus%3Atext%3A1999.02.0137%3Abook%3D27%3Achapter%3D113 Pliny on Thlaspi or Persicon napy ''H.N.'' i. 37.113].</ref> Ο [[Κάτος ο Πρεσβύτερος]] ''(Cato the Elder)'' αναφέρει το φυτό, στις πραγματείες του για τη γεωργία και μια τοιχογραφία στην [[Πομπηία]], δείχνει το φυτό. Το χρένο είναι ίσως το φυτό που αναφέρεται από τον [[Πλίνιος ο Πρεσβύτερος|Πλίνιο τον Πρεσβύτερο]] ''(Pliny the Elder)'' στο έργο του Φυσική Ιστορία, με το όνομα ''"Amoracia"'' και το συνέστηνε για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες και ενδεχομένως, το "άγριο ράπανο" των Ελλήνων. Οι πρώτοι βοτανολόγοι στην Αναγέννηση ο ''Pietro Andrea Mattioli'' και ο ''John Gerard'' το κατέδειξαν κάτω από το ''Raphanus''.<ref>{{Cite journal| last1 = Courter | first1 = J. W.| last2 = Rhodes | first2 = A. M.| doi = 10.1007/BF02860621| title = Historical notes on horseradish| journal = Economic Botany| volume = 23| issue = 2| pages = 156–164|date=April–June 1969| jstor = 4253036}}</ref> Αν και στη σύγχρονη ταξινόμηση του [[Λινναίος|Λινναίου]] το γένος ''Armoracia'' εφαρμόστηκε για πρώτη φορά σε αυτό από τον ''Heinrich Bernhard Ruppius''. Στο έργο του ''Flora Jenensis'' του 1745, ο Λινναίος το αποκάλεσε ''Coclearia Armoracia''.
 
Τόσο η ρίζα όσο και τα φύλλα κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, χρησιμοποιούντοχρησιμοποιούνταν ως φάρμακο και η ρίζα χρησιμοποιήθηκε ως καρύκευμα για κρέατα στη [[Γερμανία]], τη [[Σκανδιναβία]] και τη [[Βρετανία]]. Εισήχθη στη [[Βόρεια Αμερική]] κατά τη διάρκεια της ευρωπαϊκής αποίκησης<ref name="motherearthnews.com">{{cite news |first=Barbara |last=Pleasant |title= Horseradish |url= http://www.motherearthnews.com/Organic-Gardening/2003-10-01/Horseradish.aspx |publisher=Mother Earth News |date=Oct–November 2003 |accessdate=2007-07-01}}</ref> τόσο ο [[ΓεώργιοςΤζωρτζ ΟυώσινγκτονΟυάσινγκτον]] ''(George Washington)'' όσο και ο [[ΘωμάςΤόμας Τζέφερσον]] ''(Thomas Jefferson)'' το αναφέρουν στις εκθέσεις κηπουρικής.<ref>Ann Leighton, ''American Gardens in the Eighteenth Century: 'For Use or Delight' '', 1976, p.431.</ref>
 
Ο ορνιθολόγος [[Ουΐλιαμ Τέρνερ]] αναφέρει στο "Βότανα" ''("Herbal")'' του (1551-1568), το χρένο ως "Κόκκινο λάχανο" ''("Red cole")'', αλλά όχι ως καρύκευμα. Στο ''The Herball, or Generall Historie of Plantes'' (1597)), ο ''John Gerard'' το περιγράφει με το όνομα ''raphanus rusticanus'', δηλώνοντας ότι απαντάται άγριο σε διάφορα μέρη της Αγγλίας. Αφού αναφέρεται σε φαρμακευτικές χρήσεις του, λέει:
{{Το χρένο, ψεκασμένο με λίγο ξύδι σε αυτό, χρησιμοποιείται συνήθως από τους Γερμανούς ως σάλτσα για να τρώνε το [[ψάρι]] και παρόμοια σαν το [[κρέας]], όπως κάνουμε εμείς με τη [[μουστάρδα]].<ref>{{cite book|last=Phillips|first=Henry |title=History of Cultivated Vegetables|publisher=H. Colburn and Co.|year=1822|page=255|url=http://books.google.com/?id=PfMCAAAAYAAJ|isbn=1-4369-9965-0}}</ref>}}
 
Η λέξη χρένο βεβαιώνεται στα αγγλικά από τη δεκαετία του 1590. Στα Αγγλικά το χρένο αποκαλείται ''"horseradish"'' ("χώρςχορς ράντις" κυριολ. αλογοράπανο), συνδυάζει τη λέξη άλογο (που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως ένα επίθετο που σημαίνει "ισχυρό, μεγάλο ή χοντρό") και τη λέξη ραπανάκι.<ref name=etymonline>{{cite web|last=Harper|first=Douglas|title=Online Etymology Dictionary: horseradish|url=http://www.etymonline.com/index.php?allowed_in_frame=0&search=horseradish&searchmode=none|accessdate=18 November 2012}}</ref> Παρά το όνομα, αυτό το φυτό είναι δηλητηριώδες σταγια τα άλογα.
 
==Καλλιέργεια==
[[Αρχείο:Fresh Ground Horseradish.jpg|thumb|left|270px|Σάλτσα χρένου σε βάζο.]]
Το χρένο είναι ένα πολυετές φυτό στις ζώνες ανθεκτικότητας 2-9 και μπορεί να καλλιεργηθεί ως ετήσιο φυτό στις άλλες ζώνες, αν και δεν έχει την ίδια επιτυχία όπως στις ζώνες με τόσο μεγάλη καλλιεργητική περίοδο και χειμερινές θερμοκρασίες αρκετά κρύες ώστε να εξασφαλίζουν τον λήθαργο του φυτού. Μετά τον πρώτο φθινοπωρινό παγετό που σκοτώνει τα φύλλα, η ρίζα σκάπτεται και διαιρείται. Η κύρια ρίζα συλλέγεται και ένα ή περισσότερα μεγάλα παρακλάδια της κύριας ρίζας μεταφυτεύονται να παράξουν τη συγκομιδή του επόμενου έτους. Το χρένο που μένει στον κήπο ανενόχλητο, εξαπλώνεται δια των βλαστών του υπογείως και μπορεί να γίνει είδος εισβολέας. Οι άνω του εδάφους, εναπομείνασες παλαιές ρίζες, γίνονται ξυλώδεις και δεν είναι πλέον χρήσιμες μετά στην μαγειρική, αν και τα παλαιότερα φυτά δύνανται να σκαφθούνσκαφτούν ώστε επαναδιαιρούμενα να ξεκινήσουν νέα φυτά.<ref name="motherearthnews.com" /><ref>{{cite web |url=http://horseradishplants.com/cgi-bin/store/grow.html |title= How To Grow Horseradish|accessdate=2007-07-01 |work= }}</ref> Τα φύλλα στην αρχή της εποχής τους, μπορεί να είναι εντελώς διαφορετικά, ασύμμετρα αιχμηρά, πριν αρχίσουν να αναπτύσσονται τα ώριμα, τυπικά, επίπεδα, πλατιά φύλλα.
 
===Εχθροί και ασθένειες===
Ευρέως εισηγμένες εξ' ατυχήματος, οι προνύμφες του ''Pieris rapae'', ''"cabbageworms"'' ("λαχανοσκώληκες"), η μικρή λευκή πεταλούδα, είναι μια κοινή παρασιτική κάμπια του χρένου. Οι ενήλικες, είναι λευκές πεταλούδες με μαύρες κηλίδες στα μπροστινά τους φτερά, που συνήθως κατά τη διάρκεια της ημέρας, ίπτανται πέριξ των φυτών. Οι κάμπιες είναι βελούδινο-πράσινες με αχνές κίτρινες ρίγες να διατρέχουν κατά μήκος κάτω από το πίσω μέρος και τις πλευρές. Οι πλήρως μεγαλωμένες κάμπιες είναι περίπου 25 χιλ. (1 ίντσα) σε μήκος. Κινούνται αργά όταν σπρώχνονται. Διαχειμάζουν σε πράσινους θαλάμους χρυσαλλίδων. Οι ενήλικες αρχίζουν να εμφανίζονται στους κήπους μετά το τελευταίο παγετό και είναι ένα πρόβλημα για το υπόλοιπο της καλλιεργητικής περιόδου. Υπάρχουν τρεις με πέντε επικαλυπτόμενες γενεές ανά έτος. Οι ώριμες κάμπιες μασάνε μεγάλες τραχύς οπές επί των φύλλων, αφήνοντας τις μεγάλες φλέβες ανέπαφες. Το μάζεμα με το χέρι είναι μια αποτελεσματική στρατηγική ελέγχου στους σπιτικούς κήπους..<ref>{{cite web|url=http://www.extension.umn.edu/yardandgarden/ygbriefs/e253caterpillarpests-cole.html |title=Caterpillar Pests of Cole Crops in Home Gardens |accessdate=2007-09-30 |author=Suzanne Wold-Burkness and Jeff Hahn |publisher=University of Minnesota}}</ref>
 
==Μαγειρικές χρήσεις==