Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Πρόσωπο με πρόσωπο»

καμία σύνοψη επεξεργασίας
Ο Δημήτρης προσπαθεί να ανταπεξέλθει, αλλά το σπίτι είναι ένα τρελοκομείο. Ο πατέρας ασχολείται μόνο με τις επιχειρήσεις του, ενώ οι εργάτες στους δρόμους διαδηλώνουν, ο νεαρός τεντιμπόης ρίχνεται στην υπηρέτρια, η μητέρα παίζει συνέχεια κουμκάν με τέσσερις φιλενάδες της, μια από αυτές και μια ξεπεσμένη αρχόντισσα από την Μόσχα που με την επανάσταση κατέφυγε στην Οδησσό, από εκεί στην Κωνσταντινούπολη για να καταλήξει στην Αθήνα, ενώ το προσωπικό ονειροπολεί ένα καλύτερο αύριο.
 
Τελικά αντί να της μάθει αγγλικά, ο Δημήτρης περιπλέκεται σε όλο και πιο περίεργες καταστάσεις, βγάζει βόλτα το σκύλο, βλέπει την παρέλαση από το μπαλκόνι, και τελικά ξεναγεί τον μέλλοντα γαμπρό στην Αθήνα. Οι συνεχείς αντιφάσεις, και το παράλογο της κατάστασης του προξενούν παραισθήσεις, ονειροπολεί τρυφερές σκηνές και ερωτικούς δεσμούς με την μητέρα και την κόρη, και ταλαντεύεται ανάμεσα στα αισθήματα ενοχής και αδιεξόδου, για να αποφασίσει τελικά να απελευθερωθεί και να τους δώσει όλους τα παπούτσια στο χέρι. Η ταινία τελειώνει με έναν μακρύ αφελή μονόλογο της Βαρβάρας που χωρίς να το ξέρει ακούγεται στο δρόμο μέσα από το θυροτηλέφωνο. «... μιλάτε πιο σιγά, γιατί θα μας ακούσουν».
 
== Διανομή ==
61.897

επεξεργασίες