Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Βασίλης Τσιτσάνης»

Αναίρεση έκδοσης 5645260 από τον 109.242.145.91 (Συζήτηση)
(Αναίρεση έκδοσης 5645260 από τον 109.242.145.91 (Συζήτηση))
Ο '''Βασίλης Τσιτσάνης''' ([[Τρίκαλα|Τρίκαλα Θεσσαλίας]], 18 Ιανουαρίου 1915 - [[Λονδίνο]], 18 Ιανουαρίου 1984) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους [[Έλληνες]] λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του [[20ος αιώνας|20ού αιώνα]] (του οποίου τραγούδια ακούγονται μέχρι και σήμερα). Ήταν μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του [[Ρεμπέτικη μουσική|ρεμπέτικου]] και του [[λαϊκό τραγούδι|λαϊκού τραγουδιού]].
 
== Βιογραφία ==
== ΒιογραφίΟΟ Τσιτσάνης γεννήθηκε στα [[Τρίκαλα]] στις [[18 Ιανουαρίου]] [[1915]] από Ηπειρώτες γονείς και απεβίωσε στις [[18 Ιανουαρίου]] [[1984]]. Ο πατέρας του ήταν Γιαννιώτης και η μητέρα του από τα Ζαγόρια. Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη μουσική και έμαθε [[μαντολίνο]] και [[βιολί]] και φυσικά [[μπουζούκι]]. Το φθινόπωρο του [[1936]] ο Τσιτσάνης επισκέφθηκε την [[Αθήνα]]. Κύριος σκοπός του ήταν να σπουδάσει [[Νομική]], αλλά γρήγορα τον κερδίζει η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του [[Βαγγέλης Παπάζογλου|Βαγγέλη Παπάζογλου]] και του [[Μάρκος Βαμβακάρης|Μάρκου Βαμβακάρη]]. Η πρώτη του εμφάνιση γίνεται στο μαγαζί «Μπιζέλια», ενώ σύντομα γνωρίζει τον σπουδαίο αλλά αδικημένο από την ιστορία τραγουδιστή [[Δημήτρης Περδικόπουλος|Δημήτρη Περδικόπουλο]]. Ο Περδικόπουλος τον πηγαίνει στην Odeon, όπου ηχογραφεί τα πρώτα του τραγούδια. Το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη. Την περίοδο 1937-1940 γράφει καταπληκτικά τραγούδια, τα οποία ηχογραφεί με τις φωνές του [[Δημήτρης Περδικόπουλος|Δημήτρη Περδικόπουλου]] και των άλλων σπουδαίων τραγουδιστών εκείνης της εποχής [[Στράτος Παγιουμτζής|Στράτου Παγιουμτζή]], [[Μάρκος Βαμβακάρης|Μάρκου Βαμβακάρη]], [[Στέλιος Περπινιάδης|Στελλάκη Περπινιάδη]], με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετέχει σαν δεύτερη φωνή. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη [[Θεσσαλονίκη]], όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) είχε δικό του μαγαζί, το 'Ουζερί ο Τσιτσάνης' στην οδό Παύλου Μελά 22<ref>[http://www.tavernoxoros.gr/#p=t5797 Τοποθεσία του Ουζερί Τσιτσάνης στο χάρτη της πόλης]</ref>, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του [[Β' Παγκόσμιος Πόλεμος|πολέμου]], όπως την "Συννεφιασμένη Κυριακή". ==
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης έμεινε στη [[Θεσσαλονίκη]], όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) είχε δικό του μαγαζί, το 'Ουζερί ο Τσιτσάνης' στην οδό Παύλου Μελά 22<ref>[http://www.tavernoxoros.gr/#p=t5797 Τοποθεσία του Ουζερί Τσιτσάνης στο χάρτη της πόλης]</ref>, που έγινε διάσημο. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του [[Β' Παγκόσμιος Πόλεμος|πολέμου]], όπως την "Συννεφιασμένη Κυριακή".
 
Το [[1946]] επιστρέφει στην Αθήνα και αρχίζει να ηχογραφεί. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστοί τραγουδιστές όπως η [[Σωτηρία Μπέλλου]], η [[Ιωάννα Γεωργακοπούλου]], η [[Μαρίκα Νίνου]] και ο [[Πρόδρομος Τσαουσάκης]]. Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας είχε ξεκινήσει και συναυλίες σε στάδια και ανοιχτά θέατρα/ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο ήταν σε τιμητική εκδήλωση του [[Νίκαια Αττικής|Δήμου Νίκαιας]], σε συνεργασία του δημάρχου [[Στέλιος Λογοθέτης|Στέλιου Λογοθέτη]] με τον [[Μίκης Θεοδωράκης|Μίκη Θεοδωράκη]] για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.
* Κατά τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης, «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα ''αντικοινωνικά'' και ''ανατολίτικα'' στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, ''αρμονίες'' με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν».<ref>Λάμπρος Λιάβας, Το Ελληνικό τραγούδι από το 1821 έως τη δεκαετία του 1950, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 2009,σελ.12</ref><ref>D. Michael,''Tsitsanis and the Birth of New “Laiko Tragoudi'', Modern Greek Studies,vol. iv,(1996),σελ.55-96</ref>
Ανώνυμος χρήστης