Μεσαία κύματα: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ.Α44
(ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ. Α44)
(ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΚΡΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ.Α44)
Τα '''μεσαία κύματα''', '''M.W''' ( Medium waves ), είναι περιοχή των [[ραδιοκύματα|ραδιοκυμάτων]] όπου για την Ευρώπη, η οποία βρίσκεται στην ( ITU region 1 ) έχει ορισθεί από τους 526,5 KHz έως τους 1606,5 KHz ( ECA TABLE APROVED MAY 2015 ) και χρησιμοποιείται για ραδιοφωνικές εκπομπές, που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με πομπούς ισχύος έως 2MW για ημερήσιες εκπομπές. Τα κέντρα των καναλιών βρίσκονται σε προκαθορισμένες συχνότητες και απέχουν μεταξύ τους 9 KHz.. Συνολικά 120 κανάλια.  Κατά αυτόν τον τρόπο, το κέντρο του πρώτου νόμιμου καναλιού είναι οι 531 KHz. Το κέντρο του τελευταίου νόμιμου καναλιού είναι οι 1602 KHz. Πλευρικές εωςέως +/- 4,5 KHz.
 
Στην βόρεια και νότια Αμερική ( ITU* region 2 ) μπάντα αυτή έχει επεκταθεί από το 1993. Τα όρια της είναι από τους 535 KHz έως τους 1705 KHz.. Τα κανάλια απέχουν μεταξύ τους 10 KHz. Συνολικά 117 κανάλια. Με αυτόν τον τρόπο οι παρεμβολές μεταξύ των σταθμών μειώνονται. Το κέντρο του πρώτου νόμιμου καναλιού είναι οι 540 KHz, και το κέντρο του τελευταίου είναι οι 1700 KHz. Πλευρικές +/- 5 ΚΗz. Στις ΗΠΑ δεν έχει αδειοδοτηθεί το καναλικανάλι 1610 ΚΗz, καθώς εκεί δίνονται οδηγίες σε όσους ταξιδεύουν.
 
Στην Αυστραλία που βρίσκεται στην ( ITU region 3 ) τα κανάλια είναι ανά 9KHz όπως στην Ευρώπη και έχει δοθεί επιπρόσθετη ζώνη με κέντρο πρώτου καναλιού τους 1611 ΚΗz και τελευταίου τους 1701 ΚΗz. Η επιπρόσθετη αυτή ζώνη δεν έχει δοθεί στην Ευρώπη. Χρησιμοποιείται από χομπίστες ερασιτέχνες ραδιοφωνικών εκπομπών, ιδιαίτερα στην Ολλανδία, την Ελλάδα και τη Σερβία. Στην συχνότητα των 1611 KHz έκανε εκπομπές παλαιότερα το Ράδιο Βατικανό.
 
Τα μεσαία κύματα, είναι μέρος των μεσαίων συχνοτήτων '''M.F''' ( Medium frequencies ) οι οποίες εκτείνονται από τους 300 KHz εωςέως τα 3 MHz. Μήκος κύματος 1000 μέτρα και 100 μέτρα αντίστοιχα.
 
Χαμηλότερα από την ραδιοφωνική μπάντα των μεσαίων κυμάτων, βρίσκεται η μπάντα των μακρών κυμάτων '''L.W''' ( Long Waves ) και ψηλότερα από την μπάντα των μεσαίων, βρίσκεται αυτή των βραχέων κυμάτων. '''S.W''' ( Short Waves ), που τελειώνει στους 30 MHz. Τα '''H.F''' ( High Frequencies ) εκτείνονται από τους 3 MHz έως τους 30 MHz.
# Την συχνότητα εκπομπής. Όσο χαμηλότερη είναι τόσο και μεγαλύτερη η εμβέλεια. Ένα σήμα στους 500 KHz εξασθενεί 20 με 60 db λιγότερο από κάποιο άλλο στους 3 MHz. Έτσι οι σταθμοί που βρίσκονται στο χαμηλόσυχνο μέρος της μπάντας εξασθενούν λιγότερο.
# Την ισχύ του σταθμού.
# Την αγωγιμότητα του εδάφους. Όσο μεγαλύτερη είναι, τόσο αυξάνεται και η εμβέλεια. Τα αμμώδη εδάφη, έρημος κτλ έχουν την μικρότερη αγωγιμότητα. Τακαι τα συνηθισμένα εδάφη μέτρια. και τηνΤην μεγαλύτερη αγωγιμότητα την έχει το θαλασσινό νερό. Στα αμμώδη εδάφη, Μέση Ανατολή, Αραβία κτλ, χρειάζεται μεγαλύτερη ισχύς εκπομπής.
# Τον τρόπο εκπομπής της κεραίας. Όπως αναφέρθηκε νωρίτερα προτιμώνται κατακόρυφες κεραίες που εκπέμπουν τα ραδιοκύματα με κατακόρυφη πόλωση'''*.''' Με αυτόν τον τρόπο το κύμα εδάφους έχει μεγαλύτερη εμβέλεια καθώς έτσι ελαττώνεται το βραχυκύκλωμα του ηλεκτρικού πεδίου του κύματος κατά την επαφή του με το έδαφος.
# Το είδος του ανάγλυφου του εδάφους. Στις μεγάλες επίπεδες εκτάσεις όπως κάποιες των ΗΠΑ, το κύμα εδάφους εξασθενεί λιγότερο από ότι σε χώρες με πολλά βουνά όπως η Ελλάδα. Στην πρώτη περίπτωση χρειάζεται μικρότερη ισχύ εκπομπής. Στις μεγάλες σε έκταση πόλεις με ψηλά κτήρια και ουρανοξύστες το κύμα εδάφους εξασθενεί περισσότερο. Στην μπάντα των F.M 88 έως 108 MHz, η διάδοση των ραδιοκυμάτων γίνεται με οπτική επαφή, και η εξασθένησή τους είναι κάπως μεγαλύτερη πίσω από λόφους, βουνά και άλλα εμπόδια. Παρόλα αυτά εδώ βοηθάει το φαινόμενο της περίθλασης. ( Difraction ) Όταν τα ραδιοκύματα συναντήσουν αιχμηρές κορυφογραμμές βουνών, και λόφων στρέφονται προς τα κάτω και πίσω από αυτά τα εμπόδια, ώστε ένα ραδιοφωνικό σήμα να ακούγεται εκεί όπου κατά τα άλλα θα υπήρχε σκιά και απουσία σήματος. Το φαινόμενο ισχύει και για τα μεσαία κύματα.
'''Β. Ιονοσφαιρική διάδοση των μεσαίων κυμάτων'''
 
Η υπεριώδης ακτινοβολία του ηλίου προκαλεί ιονισμό των ατόμων των αερίων της απώτερης ατμόσφαιρας η οποία ονομάζεται ιονόσφαιρα. Μετά την δύση του ηλίου τα κύματα ανακλώνται από τα ιονισμένα στρώματα της ιονόσφαιρας  και επιστρέφουν πίσω στην γη. Ο μηχανισμός είναι λίγο πιο περίπλοκος.
Η υπεριώδης ακτινοβολία του ηλίου προκαλεί ιονισμό των ατόμων των αερίων της απώτερης ατμόσφαιρας η οποία ονομάζεται ιονόσφαιρα. Τα μεσαία κύματα εισερχόμενα στο ιονισμένο στρώμα Ε που βρίσκεται μεταξύ των 90 και των 150 χιλιομέτρων, ανακλώνται από την ιονισμένη περιοχή, και επιστρέφουν στην γη, σε αποστάσεις γύρω στα 2000 έως 3000 χιλιόμετρα από τον σταθμό έχοντας κάνει ένα τεράστιο άλμα. Το στρώμα D της ιονόσφαιρας, καθώς βρίσκεται σχετικά κοντά στην επιφάνεια της γης, 60 έως 90 χιλιόμετρα είναι εξαιρετικά πυκνότερο από τα αέρια της ατμόσφαιρας. Όταν τα άτομα των αερίων στο D ιονισθούν, δημιουργούν ένα υπερβολικά ιονισμένο στρώμα, που αντί να ανακλάσει τις συχνότητες κάτω των 10 MHz τις απορροφά και τις εξασθενεί με αποτέλεσμα να μην φτάνουν στο στρώμα Ε ώστε να ανακλαστούν. Το φαινόμενο της απορρόφησης είναι πολύ πιο έντονο στα μεσαία κύματα. Για αυτόν τον λόγο εξαφανίζονται την ημέρα οι σταθμοί από άλλες χώρες σε αυτή την μπάντα. Όταν ο Ήλιος δύσει, το στρώμα D αποϊονίζεται πολύ γρήγορα, χάνει την ιδιότητα να απορροφά και να εξασθενεί τα ραδιοκύματα κάτω των 10 MHz, έτσι ώστε αυτά να φτάνουν στο Ε και να ανακλώνται. Τον χειμώνα όπου οι νύχτες είναι μεγάλες αλλά και όταν η ηλιακή δραστηριότητα είναι στο ελάχιστο, το D ιονίζεται λιγότερο επιτρέποντας ακόμη καλύτερες ανακλάσεις από το Ε. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ανάκλαση όπως αυτή του φωτός, αλλά για μια καμπυλωτή διαδρομή, ένα σταδιακό λύγισμα, διάθλαση ( Refraction) της πορείας των ραδιοκυμάτων πάλι πίσω στην Γή. Το αποτέλεσμα είναι οι σταθμοί των μεσαίων κυμάτων να ακούγονται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, παρακάμπτοντας κάθε είδος εμποδίου που βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης.
 
Το στρώμα D της ιονόσφαιρας, καθώς βρίσκεται σχετικά κοντά στην επιφάνεια της γης, (60 έως 90 χιλιόμετρα), είναι εξαιρετικά πυκνότερο από αέρια της ατμόσφαιρας. Όταν τα άτομα των αερίων στο D ιονισθούν από την παρουσία της ηλιακής ακτινοβολίας την ημέρα, δημιουργούν ένα υπερβολικά ιονισμένο στρώμα, που αντί να ανακλάσει τις συχνότητες κάτω των 10 MHz τις απορροφά και τις εξασθενεί με αποτέλεσμα να μην φτάνουν στα επόμενα στρώματα για να ανακλαστούν. Το φαινόμενο της απορρόφησης είναι πολύ πιο έντονο στα μεσαία κύματα, που είναι μια χαμηλόσυχνη μπάντα, καθώς η απορρόφηση είναι αντιστρόφως ανάλογη του τετραγώνου της συχνότητας.  Για αυτόν τον λόγο εξαφανίζονται την ημέρα οι σταθμοί από άλλες χώρες.
 
Όταν ο ήλιος δύσει, το στρώμα D αποϊονίζεται και εξαφανίζεται πολύ γρήγορα, χάνει την ιδιότητα να απορροφά και να εξασθενεί τα ραδιοκύματα κάτω των 10 MHz, έτσι ώστε αυτά να φτάνουν στο  Ε ( που βρίσκεται μεταξύ των 90 και των 150 χιλιομέτρων), και το οποίο έχει συμμετοχή στην ανάκλαση σε αποστάσεις 2000 έως 3000 χιλιόμετρα από τον σταθμό. Λίγες ώρες μετά την δύση του ηλίου έχει αποϊονιστεί έως ένα βαθμό και το Ε, με αποτέλεσμα τα μεσαία κύματα να φτάνουν το στρώμα F (που βρίσκεται σε ύψος μεταξύ των 150 και των 400 χιλιομέτρων), και να ανακλωνται κάνοντας ένα τεράστιο άλμα, σε αποστάσεις έως 4000 χιλιόμετρα από τον σταθμό.
 
Τον χειμώνα όπου οι νύχτες είναι μεγάλες αλλά και όταν η ηλιακή δραστηριότητα είναι στο ελάχιστο, το D ιονίζεται λιγότερο επιτρέποντας ακόμη καλύτερες ανακλάσεις από το Ε και το F. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για ανάκλαση όπως αυτή του φωτός, αλλά για μια καμπυλωτή διαδρομή, ένα σταδιακό λύγισμα, διάθλαση ( Refraction) της πορείας των ραδιοκυμάτων πάλι πίσω στην γη. Το αποτέλεσμα είναι οι σταθμοί των μεσαίων κυμάτων να ακούγονται εκατοντάδες ή και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, παρακάμπτοντας κάθε είδος εμποδίου που βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης.
 
Ένας ακόμη λόγος που προτιμώνται οι κατακόρυφες κεραίες σε σχέση με τις οριζόντιες, είναι η χαμηλή γωνία ακτινοβολίας τους σε σχέση με τον ορίζοντα. (Low Elevation angle) Μεγαλύτερες γωνίες ακτινοβολίας, δημιουργούν διαθλάσεις σήματος στην ιονόσφαιρα που επιστρέφει εντός της εμβέλειας του κύματος εδάφους. Το κύμα εδάφους και εκείνο από διάθλαση, συνδυάζονται άλλοτε σε φάση και άλλοτε εκτός, με αποτέλεσμα τις διαλείψεις και τον ίδιο τον σταθμό να αυτοπαρεμβάλλεται.
Στα μεσαία κύματα όπως και σε άλλες  μπάντες, σχεδόν πάντα, τα σήματα πολύ μακρινών σταθμών, που προέρχονται από ιονοσφαιρική ανάκλαση  χωρίς  να υπάρχει πια η εμπλοκή του κύματος εδάφους, παρουσιάζουν διαλείψεις ( fading ). Άλλοτε ανεπαίσθητες και άλλοτε μεγαλύτερες. Το φαινόμενο αυτό εξηγείται ως εξής.
 
Κατά την διάθλαση των κυμάτων ενός σταθμού στην ιονόσφαιρα, στον δέκτη μπορεί να φτάσουν δύο ή περισσότερα σήματα που έχουν ακολουθήσει διαφορετικές διαδρομές  '''( Multipath  Propagation )'''. Αν τα δύο σήματα φτάσουν στο δέκτη με την ίδια φάση τότε υπάρχει ενίσχυση '''( Upfade )'''. Ο Σταθμός ακούγεται δυνατότερα. Αν δεν έρχονται με την ίδια φάση, η λήψη είναι υποβαθμισμένη. Αν η διαφορά φάσης είναι 180 μοίρες, τότε τα δύο σήματα αλληλοεξουδετερώνονται και ο σταθμός παύει να ακούγεται '''( Downfade )'''. Ενώ σε μία περιοχή μπορεί να έχουμε ενίσχυση του σήματος,  σε μία άλλη μπορεί να έχουμε πλήρη απώλεια λήψεως. Επίσης στα μεσαία, μερικές φορές το ανακλώμενο από την ιονόσφαιρα σήμα παρουσιάζει παραμόρφωση στον ήχο του. Αυτό εξηγείται ως εξής.  Η διαμόρφωση είναι τοποθετημένη και στις δύο πλευρικές του σήματος, ( Double Side Band Full Carrier Amplitude Modulation) που έχουν μία πολύ μικρή διαφορά συχνότητας. Υπό κάποιες συνθήκες, η κάτω και η επάνω πλευρική, παίρνουν διαφορετικές διαδρομές κατά την διάθλαση τους στην ιονόσφαιρα, φτάνοντας στον δέκτη εκτός φάσης, έτσι ώστε να παρουσιάζεται ήπια η σοβαρότερη παραμόρφωση. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται επιλεκτική διάλειψη. ( Selective Fading )
 
'''Κεραίες λήψεως, για τα μεσαία κύματα.'''
Ανώνυμος χρήστης