Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Αρχαία Αλεξάνδρεια»

Διορθώσεις
(Διορθώσεις)
(Διορθώσεις)
Οι διαμάχες μεταξύ των χριστιανών και των εθνικών αποκορυφώθηκαν το 391 όταν λεηλατήθηκε το Σαράπειο και παραδόθηκε στις φλόγες το άγαλμα του θεού. Υπάρχουν ενδείξεις ότι μετά από το εν λόγω περιστατικό σημαντικός αριθμός παγανιστών προσηλυτίστηκε στον χριστιανισμό. Εξάλλου, το 414/415 σημειώθηκαν περεταίρω συγκρούσεις μεταξύ Εβραίων και χριστιανών, που ξεκίνησαν στο θέατρο και κατέληξαν σε αιματηρές επιθέσεις εναντίον χριστιανών. Την επομένη ο Κύριλλος τέθηκε επικεφαλής τεράστιου πλήθους και αφού εξεδίωξε τους Εβραίους από την πόλη ενθάρρυνε τους χριστιανούς να λαφυραγωγήσουν την εβραϊκή συνοικία και τις συναγωγές.<ref>Σωκράτης Σχολαστικός, ''Εκκλησιαστική ιστορία'', 7.13.</ref> Το 415 μαινόμενος χριστιανικός όχλος οδηγούμενος από τον Πέτρο τον Αναγνώστη επιτέθηκε στην παγανίστρια φιλόσοφο Υπατία και τη δολοφόνησε με άγριο τρόπο στο Καισάρειο.<ref>Σωκράτης Σχολαστικός, ''Εκκλησιαστική ιστορία'', 7.15.</ref> Μολαταύτα υπάρχουν μαρτυρίες για συνεχιζόμενη δράση παγανιστών στην κατά μεγάλο μέρος εκχριστιανισμένη πόλη του όψιμου πέμπτου αιώνα. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή του «φιλόσοφου» Ηραΐσκου που κηδεύτηκε γύρω στο 480 σύμφωνα με το αρχαίο αιγυπτιακό τελετουργικό.
 
Επιπρόσθετα από τις εντάσεις μεταξύ των χριστιανών και των παγανιστών υπήρχαν βίαιες διαμάχες οι οποίες οφείλονταν σε διαφωνίες επί θεολογικών θεμάτων που ανέκυπταν εντός των κόλπων της χριστιανικής εκκλησίας. Ένα τέτοιο σημαντικό ζήτημα ήταν το δόγμα περί ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού το οποίο θεωρούνταν αλεξανδρινό (με μια «πατριωτική» απόχρωση) λόγω της ισχυρής προάσπισής του από τον Αθανάσιο. Σε αντιδιαστολή με τούτο το δόγμα εμφανίστηκαν στην Αντιόχεια δύο διακριτές μεταξύ τους απόψεις που υποστήριζαν ότι οι φύσεις του πατέρα και του υιού είναι διαφορετικές. Ο ανερχόμενος αιγυπτιακός κοπτικός χριστιανισμός στον οποίο η θεία φύση του Χριστού θεωρείται κυρίαρχη επί της ανθρώπινης ανέπτυξε ισχυρό τοπικό-εθνικιστικό χαρακτήρα και αντέδρασε με σθεναρότητα στις παρεμβάσεις της Κωνσταντινούπολης. Η Αλεξάνδρεια παρέμεινε σημαντικό μορφωτικό κέντρο και κατά τοντο έκτομεγαλύτερο μέρος του έκτου αιώνα. Το οδιάστημα οποίοςαυτό αποτέλεσε ειρηνικό διάλλειμα στην ταραγμένη ιστορία της πόλης (με εξαίρεση την επανάσταση του Ισχυρίωνος εναντίον του αυτοκράτορα Μαυρίκιου τη δεκαετία του ʼ580).
 
Το 619 η Αλεξάνδρεια πέρασε στα χέρια των [[Αυτοκρατορία των Σασσανιδών|Σασσανιδών Περσών]]. Χάρη στη συμφωνία του αυτοκράτορα [[Ηράκλειος|Ηράκλειου]] με τον Πέρση στρατηγό Σαρβαραζά οι Βυζαντινοί την επανάκτησαν το 629 και την κράτησαν για δεκατρία ακόμη χρόνια. Το 641 ή το 642 η πόλη κατακτήθηκε από τον Άραβα στρατηγό Αμρ Ιμπ ελ Ας που έμεινε ενεός από ό, τι αντίκρισε: «κατέκτησα μια πόλη για την οποία μπορώ να πω μόνο ότι διαθέτει 4000 παλάτια, 4000 λουτρά, 400 θέατρα, 1400 καταστήματα μαναβικής και 40000 Εβραίους».
 
== Διοίκηση ==
Επί πτολεμαϊκής διακυβέρνησης υπήρχαν αρκετές ανώτερες διοικητικές θέσεις στην Αλεξάνδρεια, όπως αυτές του Εξηγητή και του Υπομνηματογράφου. ΤοΟ τελευταίοτελευταίος αξίωμασυγκαταλέγονταν θεωρούντανστους έναυψηλόβαθμους από τα υψηλότερααξιωματούχους της εποχής, καθώς ο κάτοχός του ήταν επιφορτισμένος με την καταγραφή των πρακτικών του βασιλιά. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή της διοικητής πυραμίδας βρισκόταν ο αυτοκράτορας στον οποίο αναφερόταν η στρατιωτική και η πολιτική διοίκηση. Εξακολουθούσε επίσης να βρίσκεται σε ισχύ το αξίωμα του Υπομνηματογράφου. Παρότι οι αυτοκράτορες επισκέπτονταν σπάνια την πόλη,  εκμεταλλεύονταν την πολιτική τους βαρύτητα για να επηρεάσουν άμεσα τις εξελίξεις με έδικτα και διατάγματα. Σε περίπτωση που ανέκυπταν σημαντικά πολιτικά γεγονότα έστελναν υψηλόβαθμους αξιωματούχους να τα επικοινωνήσουν στους πολίτες, βάσει του εκάστοτε προσφορότερου αφηγήματος. Ανώτατη διοικητική αρχή στην Αίγυπτο ήταν ο Praefectus Aegypti (Έπαρχος Αιγύπτου), που είχε την έδρα του στην Αλεξάνδρεια και ήταν Ρωμαίος πολίτης από την τάξη των ιππέων. ΟΑρχικά ο έπαρχος αρχικά ασκούσε παράλληλα με την πολιτική, και τη στρατιωτική εξουσία, αλλά με την πάροδο του χρόνου οι δραστηριότητές του φαίνεται να περιορίζονται όλο και περισσότερο στην πολιτική σφαίρα. Στην ύστερη αρχαιότητα η άμυνα του νότιου τμήματος της χώρας ανήκε στην αρμοδιότητα του Δούκα της Θηβαΐδος ο οποίος ήταν υφιστάμενος του Δούκα της Αιγύπτου, του ανώτατου στρατιωτικού διοικητή της επαρχίας. Ο τελευταίος ήταν υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην Αλεξάνδρεια, τη δίωξη παρανομούντωνφατριών που παρανομούσαν ή εκτόςείχαν εύνοιαςπεριπέσει φατριώνσε δυσμένεια και την εφαρμογή των αυτοκρατορικών διαταγμάτων που αφορούσαν την πόλη. Κατά τα τέλη του τέταρτου αιώνα (περί το 381 μ.Χ.) ο Έπαρχος Αιγύπτου αντικαταστάθηκε από τον Αυγουστάλιο Έπαρχο (ή απλώς Αυγουστάλιο). Ένα άλλο αξίωμα με παρόμοια καθήκοντα, αυτό του Διορθωτή ή Επανορθωτή (Corrector), εμφανίζεται ως ιδιαίτερα σημαντικό κατά τον τρίτο αιώνα. Στην Αλεξάνδρεια υπήρχεδραστηριοποιούνταν επίσης ο Έπαρχος της Αννώνης (Praefectus Annonae Alexandrinae) που ήταν επιφορτισμένος με τη συλλογή και τη μεταφορά των σιτηρών στην Αλεξάνδρειαπόλη και την περεταίρω διανομή τους στην υπόλοιπη αυτοκρατορία.<ref>Christopher J. Haas: Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict. Johns Hopkins University Press, Baltimore 1997, σσ. 69-74.</ref> Εξ άλλου, η από τα τέλη του τέταρτου αιώνα εμπλοκή του Πατριάρχη σε μη θρησκευτικά θέματα συνεχίστηκε και ο τελευταίος αναδείχθηκε σταδιακά ως η σπουδαιότερη πολιτική αρχή.<ref>Bowman Alan K., Egypt After the Pharaohs, 332 BC-AD 642: From Alexander to the Arab Conquest, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1996, σ. 48.</ref>
 
== Πολεοδομικός σχεδιασμός και κτίρια της αρχαίας πόλης ==
Ο Αλέξανδρος ανέθεσε την πολεοδομική μελέτη της Αλεξάνδρειας στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη της Ρόδου και έλαβε ο ίδιος ενεργό μέρος στη χάραξη των οδών. Ο [[Δεινοκράτης]] εκπόνησε τα σχέδια σύμφωνα με το καθιερωμένο ιπποδάμειο σύστημα (Ιπποδάμειος Νέμησις). Η πόλη ήταν διατεταγμένη ως κάνναβος παράλληλων και κάθετων οδών οι οποίες σχημάτιζαν insulae, (οικοδομικά τετράγωνα και πλατείες) και συνοδεύονταν από υπόγεια κανάλια.
Στην ελληνιστική Αλεξάνδρεια διακρίνονταν τρεις κύριες περιοχές:
* Το Βρουχείον (αρχικά «Πυρρούχιον»<ref>Η λέξη Πυρρούχιον υποδηλώνει τους τελωνειακούς χώρους αποθήκευσης σιταριού που ήταν όμοροι με το δυτικό τμήμα των ανακτόρων.</ref> –η λέξη ετυμολογείται από το «πυρός» (σιτάρι) και το «έχειν»): το βασιλικό διαμέρισμα που συνιστούσε το μεγαλοπρεπέστερο τμήμα της πόλης. Τα βασιλικά ενδιαιτήματα διακρίνονταν αφενός στα Βασίλεια ή Ρήγια, δηλαδή το συγκρότημα που περιλάμβανε τμήμα των ανακτόρων, τη Βιβλιοθήκη και το Μουσείο, και αφετέρου το παλάτι με τον λιμένα του στο ακρωτήριο της Λοχιάδος. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους το Βρουχείο διευρύνθηκε με την προσθήκη διοικητικής ζώνης η οποία αποτέλεσε την τέταρτη περιοχή.
* Η Εβραϊκή συνοικία: καταλάμβανε το βορειοανατολικό τμήμα της πόλης.
* Η Ρακώτης: οικισμός που κατοικούνταν από αυτόχθονες που είχαν μεταναστεύσει από την ενδοχώρα.<ref name=":2">Haas Christopher, ''Alexandria in Late Antiquity: Topography and Social Conflict'', JHU Press, Baltimor and London 2006, σ. 49.</ref>[[File:Plan of Alexandria c 30 BC Otto Puchstein 1890s Greek 2.jpg|μικρογραφία|Χάρτης της Αλεξάνδρειας περ. 30 π.Χ.|400x400εσ]]
Οι δύο κεντρικές οδοί (η Κανωπική και αυτή του Σώματος), είχαν πλάτος 32 μέτρων<ref>Fraser Peter M., ''Ptolemaic Alexandria'', OUP, Oxford 1972, I, σ. 13.</ref> και ήταν κοσμημένες με κιονοστοιχίες. Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι οι εν λόγω οδοί διασταυρώνονταν στο κέντρο της πόλης, κοντά στο μαυσωλείο (Σώμα ή Σήμα) του Αλέξανδρου, στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το τζαμί του προφήτη Δανιήλ (Αμπού Ντανιέλ). Σύμφωνα με τους ερευνητές η χάραξη της μεγάλης Κανωπικής οδού (Μέσον Πεδίον) αποκλίνει ελάχιστα από εκείνη της λεωφόρουοδού Ροζέτης-Φουάντ (της σημερινής οδούλεωφόρου ΦουάντΧορέγια). Ίχνη της οδόστρωσης και του καναλιού της έχουν ανακαλυφθεί στην περιοχή της πύλης της Ροζέτης. Η εν λόγω λεωφόρος ξεκινούσε από την ανατολική Κανωπική Πύλη («Πύλη του Ήλιου») και κατέληγε προς Δυσμάς στην «Πύλη της Σελήνης». Κατά την ίδρυσή της η Αλεξάνδρεια περιοριζόταν σε μια έκταση λίγο μεγαλύτερη από το νησί του Φάρου, το οποίο συνδεόταν με την ξηρά μέσω του Επτασταδίου, μιας τεχνητής χωμάτινης λωρίδας. Η σημερινή συνοικία Ρας ελ-Τιν είναι κτισμένη σε ό, τι έχει απομείνει από το νησί του Φάρου, ενώ η περιοχή επί της οποίας ήταν κτισμένος ο ίδιος ο Φάρος έχει καταποντιστεί.
 
Κατά το δεύτερο μισό του πρώτου αιώνα π.Χ. ο Στράβων επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια και κατέγραψε με λεπτομέρεια τα κύρια κτίριά της με τη σειρά που θα τα αντίκριζε ένας ναυτικός που θα εισερχόταν για ελλιμενισμό στον Μέγα Λιμένα:
341

επεξεργασίες