Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Λιουτπράνδος της Κρεμόνας»

μ
Προσθήκη δύο συνδέσμων
μ (Προσθήκη δύο συνδέσμων)
Το [[931]] ανέλαβε υπηρεσία στην αυλή της [[Παβία]]ς ως ακόλουθος του Ούγου της [[Αρλ]], ο οποίος {{ασαφές|είχε τον τίτλο του Βασιλιά}} της Ιταλίας και ήταν παντρεμένος με τη διαβόητη Μαροζία, την πανίσχυρη αρχόντισσα της εποχής της [[Πορνοκρατία]]ς. Εκεί μορφώθηκε και έγινε κληρικός στον καθεδρικό της Παβίας. Όταν ο Ούγος πέθανε το [[947]] και άφησε το θρόνο της Ιταλίας στο ανήλικο γιο του Λοθάριο, ο Λιουτπράνδος έγινε ο έμπιστος γραμματέας του πραγματικού κυβερνήτη της Ιταλίας, Βερεγγάριου Β΄, μαρκησίου της Ιβρέας. Αυτός τον έκανε ''καγκελάριο'' και τον έστειλε το [[949]] σε διπλωματική αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, στον αυτοκράτορα [[Κωνσταντίνος Ζ'|Κωνσταντίνο Ζ' τον Πορφυρογέννητο]]. Σε παρόμοιες αποστολές είχαν συμμετάσχει τόσο ο πατέρας του Λιουτπράνδου το [[927]], όσο και ο νονός του το [[942]], επομένως θεωρήθηκε και ο ίδιος κατάλληλος, εξάλλου ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για να μάθει την ελληνική γλώσσα, ένα προσόν σπάνιο για τη Δυτική Ευρώπη του Ι΄ αιώνα. Η γνωριμία με την βυζαντινή αυλή φαίνεται ότι άφησε εντυπωσιασμένο το νεαρό πρέσβη, η αποστολή του όμως απέβη άκαρπη και όταν επέστρεψε στην Ιταλία έπεσε σε δυσμένεια. Ο Λιουτπράνδος έδωσε στο έργο του για την ιταλική ιστορία της περιόδου [[887]]-[[948]] τον ελληνικό τίτλο ''Antapodosis'', για να ανταποδώσει στο Βερεγγάριο και τη γυναίκα του Βίλλα τις ταπεινώσεις που υπέστη.
 
Διωγμένος από την Παβία βρήκε καταφύγιο στη Σαξωνία όπου το [[950]] εισήλθε στην υπηρεσία του Γερμανού βασιλιά [[Όθων Α΄ της Γερμανίας|Όθωνα Α΄]]. Ο Βερεγγάριος μετά το θάνατο του Λοθάριου ανακηρύχθηκε Βασιλιάς της Ιταλίας χωρίς να έχει πάρει την έγκριση του Όθωνα, του οποίου ήδη από το [[941]] ήταν υποτελής. Χωρίς χρονοτριβή ο Όθων έφτασε στην Παβία, παντρεύτηκε τη χήρα του Λοθάριου [[Αδελαΐδα της Ιταλίας|Αδελαΐδα]] και έτσι απέκτησε τον τίτλο του βασιλιά της Ιταλίας. Πρόσκαιρα οι δύο ανταγωνιστές συμβιβάστηκαν, με το Βερεγγάριο να ορκίζεται για δεύτερη φορά υπακοή στον Όθωνα. Το [[961]] ο Όθων εξεστράτευσε για δεύτερη φορά στην Ιταλία και σ' αυτήν την εκστρατεία τον συνόδευε ο Λιουτπράνδος, ο οποίος τότε έγινε και επίσκοπος της Κρεμόνας. Ο Λιουτπράνδος ήταν κοντά στον Όθωνα, όταν εκείνος στέφθηκε αυτοκράτορας από τον πάπα [[Πάπας Ιωάννης ΙΒ΄|Ιωάννη ΙΒ΄]] και ως έμπιστός του ανέλαβε τις διαπραγματεύσεις με την πολιορκημένη Βίλλα. Το [[963]], όταν ο [[Πάπας Ιωάννης ΙΒ΄|Ιωάννης ΙΒ΄]] μεταστράφηκε υπέρ του γιου του Βερεγγάριου, Αδαλβέρτου, καθαιρέθηκε από σύνοδο στην οποία μετείχε ο Λιουτπράνδος και αντικαταστάθηκε από τον [[Πάπας Λέων Η΄|Λέοντα Η']].
 
Το [[968]] ο Λιουτπράνδος ανέλαβε νέα διπλωματική αποστολή στην [[Κωνσταντινούπολη]], στην αυλή του [[Νικηφόρος Β' Φωκάς|Νικηφόρου Φωκά]] με σκοπό να διαπραγματευτεί το συνοικέσιο της [[Θεοφανώ Σκλήραινα|Θεοφανούς]], πορφυρογέννητης κόρης του [[Ρωμανός Β'|Ρωμανού Β']] με το γιο του Όθωνα Α΄, Όθωνα Β΄. Ο Όθωνας είχε ήδη στεφθεί Αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κάτι που δημιουργούσε πρόσθετα προβλήματα στις σχέσεις με το Βυζάντιο, και το συνοικέσιο θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εξομάλυνση της κατάστασης. Οι διαπραγματεύσεις παρατάθηκαν επί μακρόν και κατέληξαν σε αποτυχία εξαιτίας του ανταγωνισμού των δύο αυτοκρατοριών για τη Ν. Ιταλία. Ο Λιουτπράνδος θεώρησε ότι οι Βυζαντινοί δεν τον φιλοξένησαν με τρόπο αντάξιο της αποστολής του, τον υποτίμησαν σε σχέση με άλλους πρέσβεις, τον προσέβαλαν για την καταγωγή του και προσπάθησαν να τον παραπλανήσουν σχετικά με τις πραγματικές τους προθέσεις. Η σχετική αναφορά του (''Relatio'') εκφράζει με υβριστικό τόνο την οργή για την ταπείνωσή του και δυσφήμισε το [[Βυζάντιο]] στη Δύση.
 
Είναι αβέβαιο αν πράγματι ο Λιουτπράνδος συμμετείχε σε τρίτη αποστολή στην Κωνσταντινούπολη το [[971]], προκειμένου τελικά να μεταφερθεί η [[Θεοφανώ Σκλήραινα|Θεοφανώ]] στη Δύση. Φαίνεται ότι πέθανε το [[972]], αλλά ο αντικαταστάτης του στον επισκοπικό θρόνο της [[Κρεμόνα]]ς δεν εγκαταστάθηκε πριν το [[973]].
 
== Έργα ==
2.375

επεξεργασίες