Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

μ
Η αρχή της δεύτερης πράξης διαδραματίζεται σε ένα δάσος με ασημένιους φοίνικες. Ο Ζαράστρο, μαζί με τους ιερείς, κάνει επίκληση στις θεότητες να βοηθήσουν τους νέους να περάσουν επιτυχώς τις διαδικασίες μύησής τους, οι οποίες περιλαμβάνουν τις δοκιμασίες της σιωπής, της φωτιάς και του νερού (άρια και χορωδία, μέρος 10ο, ''O Isis und Osiris, schenket...''). Στη δεύτερη σκηνή, ο Ταμίνο μαζί με τον τρομαγμένο Παπαγκένο βρίσκονται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του ναού. Οι δύο ιερείς προειδοποιούν τους δύο νέους πως πρέπει να προσέχουν ορισμένα μειονεκτήματα των γυναικών και αποχωρούν (μέρος 11ο, ''Bewahret euch vor Weibertücken...''). Ξαφνικά εμφανίζονται οι τρεις νεράιδες, που τους ενημερώνουν ότι η βασίλισσα θα τους σώσει από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται (κουιντέτο, μέρος 12ο, ''Wie? wie? wie? Ihr an diesem Schreckensort?...''). Ο Παπαγκένο πείθεται, αλλά ο Ταμίνο τον σωπαίνει. Τελικά οι γυναίκες αποτυγχάνουν στους σκοπούς τους και εξαφανίζονται, ενώ ξεσπούν κεραυνοί. Ο Μονόστατος επιχειρεί εκ νέου να βιάσει την κοιμώμενη Παμίνα, ενώ παράλληλα αναρωτιέται αν ένας μαύρος δούλος έχει δικαίωμα να αποζητά τις χαρές της ζωής (άρια, μέρος 13ο, ''Alles fühlt der Liebe Freuden...'').
 
Στη σκηνή εμφανίζεται η Βασίλισσα της Νύχτας, η οποία σε διάλογο με την Παμίνα αποκαλύπτει τα κίνητρά της, προστάζοντας την κόρη της να σκοτώσει τον Ζαράστρο με ένα μαχαίρι που της παραδίδει, τραγουδώντας μία από τις δυσκολότερες άριες του λυρικού ρεπερτορίου (μέρος 14ο, ''Der Hölle Rache...''). Μετά την αποχώρησή της, ο Μονόστατος αποσπά το μαχαίρι και αρχίζει να εκβιάζει την Παμίνα, απειλώντας πως θα μαρτυρήσει στον Ζαράστρο όσα είδε, αν εκείνη δεν του παραδοθεί. Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ο αρχιερέας, ο οποίος διώχνει τον δούλο και δίνει πίσω στην Παμίνα το μαχαίρι, δηλώνοντας πως γνωρίζει όλη την αλήθεια και πως σύντομα εκείνη θα βρίσκεται με τον αγαπημένο της και η μητέραςμητέρα της στο κάστρο της, αφού η εκδίκηση δεν έχει θέση στο ναό παρά μόνο η αγάπη (μέρος 15ο, ''In diesen heil'gen Hallen...'').
 
Σε μία από τις αίθουσες του ναού ο Παπαγκένο συνεχίζει να φλυαρεί, παρά τον όρκο της σιωπής που έδωσε. Όταν ζητά λίγο [[νερό]], εμφανίζεται μπροστά τους μία άσχημη, ηλικιωμένη γυναίκα, πρόθυμη να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Στο διάλογό της με τον Παπαγκένο, πριν εξαφανιστεί ξαφνικά, αποκαλύπτει πως είναι 18 ετών και πως ο αγαπημένος της ονομάζεται Παπαγκένο. Τα τρία πνεύματα εμφανίζονται να αιωρούνται στη σκηνή και επιστρέφουν στους δύο άνδρες το μαγικό αυλό και τις καμπάνες, τραγουδώντας ένα τρίο. Ο Ταμίνο παίζει τον μαγικό αυλό και τον ήχο του ακολουθεί η Παμίνα, η οποία προσπαθεί να μιλήσει στον πρίγκηπα. Εκείνος δεν αποκρίνεται στις ερωτήσεις της, τηρώντας τον όρκο σιωπής του· το γεγονός απελπίζει την Παμίνα, η οποία τραγουδά μία θλιμμένη άρια.