Δούκας: Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων

14 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 3 έτη
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μΧωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Χωρίς σύνοψη επεξεργασίας
Ο '''δούκας''' ({{lang-de|''Ηerzog'', θηλ. ''Ηerzogin''}}<b>·</b> {{lang-en|''Duke'', θηλ. ''Duchess''}}<b>·</b> {{lang-fr|''duc'', θηλ. ''duchesse''}}) είναι τίτλος ευγενείας καθώς και στρατιωτικός τίτλος, προερχόμενος από την [[λατινικά|λατινική]] λέξη [[Δουξ|dux]], που σημαίνει τον στρατιωτικό διοικητή.
 
Στην ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία καθώς και στο Βυζάντιο, συνέχισε να σημαίνει τον περιφερειακό στρατιωτικό διοικητή. Ιδιαίτερα στο Βυζάντιο, δινόταν κατά τον 10ο και10οκαι 11ο αιώνα σε διοικητές ευρύτερων περιφερειών που περιλάμβαναν πολλά θέματα και όπου στρατωνίζονταν τα επαγγελματικά τάγματα.
 
Στη μεσαιωνική Δυτική Ευρώπη, εξελίχτηκε σε τίτλο που έφεραν τοπικοί άρχοντες επικεφαλής μειζόνων περιοχών, συχνά με φυλετική βάση, λ.χ. τα Stammesherzogtümer της πρώιμης [[Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία|Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας]]. Αν και θεωρητικά υποτελείς σε κάποιον μονάρχη, πολλοί δούκες δρούσαν ως αυτόνομοι ηγεμόνες. Μετά το τέλος της φεουδαρχίας, σε γενικό τίτλο ευγενείας χωρίς εδαφικό ρόλο.
 
Παραλλαγές του τίτλου ήταν ο [[Αρχιδούκας]] (γερμ. Erzherzog) που υιοθετήθηκε από τα μέλη του οίκου των [[Αψβούργοι|Αψβούργων]], και ο [[Μέγας Δούκας]] (γερμ. Grossfürst, ρωσ. великий князь), τίτλος ανώτερος του Δούκα που χρησιμοποιήθηκε κυρίως στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Στο Βυζάντιο, ο [[Μέγας Δουξ]] ήταν ο επικεφαλής του στόλου από τον ύστερο 11ο αιώνα. ανανανα
 
==Δείτε επίσης==
Ανώνυμος χρήστης