Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

10 bytes προστέθηκαν ,  πριν από 7 μήνες
μ
Περνώντας από το [[Αφγανιστάν]], την [[Περσία]], την [[Αρμενία]] και την [[Μικρά Ασία]], έφτασαν στην [[Ευρώπη]], όπου στη συνέχεια εξαπλώθηκαν στις περισσότερες περιοχές της ηπείρου και αργότερα στην [[Αμερική]].<br />
[[Αρχείο:RomaWAPoland.jpg|thumb|Τσιγγάνα στην [[Πολωνία]].]]
Από τη γλώσσα των τσιγγάνωνΤσιγγάνων συμπεραίνεται ότι πρέπει να έζησαν για σημαντικό χρονικό διάστημα σε περιοχές ελληνόφωνες και σλαβόφωνες από τις οποίες πήραν σημαντικό λεξιλόγιο. Έχει υποτεθεί με κάποια εύλογα επιχειρήματα ότι ακόμα ότι οι χαρακτηρισμοί Ρόμ και Ρομάνι με τους οποίους αυτοπροσδιορίζονται οι Ευρωπαίοι τσιγγάνοιΤσιγγάνοι μπορεί να προέρχεταιπροέρχονται από το βυζαντινό «ρωμαίοιΡωμαίοι» ήκαι «ρωμανίαΡωμανία».<br />
Πιστεύεται ότι οι τσιγγάνοιΤσιγγάνοι πέρασαν στην Ευρώπη μέσω Αρμενίας και Βυζαντινής Αυτοκρατορίαςαυτοκρατορίας, αφού προηγουμένως εμφανίστηκαν στην Περσία περί το τέλος του 9ου αιώνα. Δεν είναι γνωστό πότε μετανάστευσαν προς τηνστην Αρμενία, παρατηρείται όμως ότι σε όλες τις διαλέκτους των Ευρωπαίων Τσιγγάνων υπάρχει σημαντικός αριθμός αρμενικών λέξεων. Η μετανάστευσή τους προς τα βυζαντινά εδάφη πιστεύεται ότι έγινε ώστε να αποφύγουν τις επιδρομές των Σελτζούκων.
 
Αναφορές για την ύπαρξη Τσιγγάνων στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν από τα μέσα του 11ου αι. Από εκεί πέρασαν στη Θράκη και στη συνέχεια σε άλλα μέρη της Ευρώπης υπό την πίεση της προέλασης των Οθωμανών.
 
Η πρωιμότερη αναφορά περί Τσιγγάνων στην Κωνσταντινούπολη και τη Βυζ.Βυζαντινή Αυτοκρατορίααυτοκρατορία βρίσκεται σε Γεωργιανό αγιογραφικό κείμενο, τη «Ζωή του Αγίου Γεωργίου του Αθωνίτου» (1009-65) που γράφηκε στη Μονή Ιβήρων περί το 1068 από μαθητή του Αγίου. Εκεί αναφέρεται ότι το έτος 1050 ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Μονομάχος χρησιμοποίησε ζήτησε τη βοήθεια των «ατζιγγάνων» οι οποίοι με κάποιο μαγικό τέχνασμα σκότωσαν άγρια ζώα που περιφέρονταν στο βασιλικό πάρκο. Η επόμενη αναφορά σε «αθίγγανους» γίνεται τον 12ο αιώνα όπου αναφέρεται ότι οι εν λόγω περιφέρουν αρκούδες, πωλούν φυλαχτά και προλέγουν την τύχη. Η Εκκλησία έκανε αρκετές προσπάθειες να καταπολεμήσει την δεισιδαιμονία των τσιγγάνωνΤσιγγάνων γι’ αυτό και αναφέρονται σε σχετικά εκκλησιαστικά κείμενα (κανόνες, εγκυκλίους κ.ά.) Σε τέτοιο κείμενο του 15ου αι. οι τσιγγάνεςΤσιγγάνες που λένε την τύχη αναφέρονται ως «Αιγύπτισσες» και αυτοί που τις συμβουλεύονται αποκλείονται από τη Θεία Κοινωνία για πέντε χρόνια. Από τον όρο «Αιγύπτιοι» προέκυψε το «γύφτοι, gypsies κτλ». Ο όρος αυτός και ο σχετικός μύθος της προέλευσης από την Αίγυπτο ήταν γνωστός στους Βυζαντινούς και δεν προέκυψε αργότερα στην Ευρώπη όπως συχνά αναφέρεται. Ο Νικηφόρος Γρηγοράς αναφέρει με λεπτομέρειες ομάδα περιοδευόντων «Αιγυπτίων» που έκαναν ακροβατικές επιδείξεις (ανάλογες με το σύγχρονο «τσίρκο») στην Κωνσταντινούπολη στις αρχές του 14ου αι., οι οποίοι πιθανότατα ήταν τσιγγάνοιΤσιγγάνοι, κατά τον [[Γεώργιος Σούλης|Γ. Σούλη]].
 
Σε βυζαντινό κείμενο πιθανώς του 14ου αι. οι τσιγγάνοι αναφέρονται ως «''κατζίβελοι''» και ως κοσκινοποιοί, μια τέχνη που ασκούσαν έως πρόσφατα. Σε μερικά κείμενα ο όρος «τζιγγάνος» χρησιμοποιείται ως υποτιμητικό και σκωπτικό.
14

επεξεργασίες