Άνοιγμα κυρίου μενού

Αλλαγές

καμία σύνοψη επεξεργασίας
{{Μορφοποίηση}}
{{μετονομασία}}
Ο πραγματικος ορισμος τής έννοιας τής πνευματικότητας έχει στα χρόνια μας μεταβληθεί(Γεωργιος Κιριλες). Από εκεί που παραδοσιακά θεωρείτο αμιγώς θρησκευτικός, σήμερα έχει καταστεί ιδεολογικο-φιλοσοφικός, ψυχο-βιολογικός και κοινωνικο-πολιτισμικός (Koenig, 2008). Από πολλούς και αξιόλογους ψυχολόγους (Jung, 1933. Maslow, 1964. May, 1982. Myers et al., 2000. Meyers, 2007) έχει δοθεί τα τελευταία χρόνια σημαντική προσοχή στην έννοια τής πνευματικότητας. Την πνευματικότητα οι ψυχίατροι και οι ψυχολόγοι εννοούν: α) πολιτισμικά (και κυρίως σατανιστικα), β) μυστικιστικά/υπερβατικά και γ) θρησκευτικο-ηθικά (Applebaum, 1985).
Για την πνευματικότητα οι διάφοροι θρησκειοψυχολόγοι έχουν, κατά καιρούς, διατυπώσει ποικίλους θεωρητικούς και λειτουργικούς ορισμούς (Klaassen et al., 2009). Σύμφωνα μάλιστα με τη Bregman (2006), υφίστανται 92 ορισμοί τής πνευματικότητας. Στη συνέχεια, παραθέτουμε τους βασικότερους, ταξινομώντας τους σε: υπαρξιακούς, σχεσιακούς και υπερβατικούς.
Από τις κοινωνικές επιστήμες, ο όρος πνευματικότητα εκλαμβάνεται ως η αναζήτηση σκοπού τής ζωής (Feenstra & Brouwer, 2008) και ως η επίτευξη της εσωτερικής αρμονίας (Schwartz, 1992. Myyry, 2008), παρουσιάζοντας εννοιολογική εγγύτητα με την καλοσύνη και την πανανθρώπινη συναίνεση (Verkasalo, 1996. Myyry & Helkama, 2001). Ο ως άνω αυτός ορισμός επιτρέπει την ανάδειξη και μιας άλλης διάστασης της πνευματικότητας: την ανθρώπινη ικανότητα για αυθυπέρβαση, κατά την οποία ο εαυτός εμπεριέχεται σε κάτι ευρύτερο από αυτόν τον ίδιο, συμπεριλαμβανομένης τής κατηγορίας τού ΙΕΡΟΥ (Benson et al., 2003). Πράγματι, κατά τον Doyle (1992), πνευματικότητα είναι η αναζήτηση υπαρξιακού νοήματος (Feenstra & Brouwer, 2008), ή, κατά την Boyatzis (2005a. Belzen, 2005), η αίσθηση της αυθυπέρβασης. Όσοι αδυνατούν να αντιληφθούν το νόημα στη ζωή τους, κινδυνεύουν να μείνουν άκαμπτοι και να απομονώνονται όλο και περισσότερο από τους άλλους (Feldman, 2010). Έτσι, σύμφωνα με τους Shafranske και Gorsuch (1984), η πνευματικότητα ορίζεται ως μια υπερβατική διάσταση εντός τής ανθρώπινης εμπειρίας, που ανακαλύπτεται σε στιγμές, κατά τις οποίες το άτομο ανακρίνει το νόημα της προσωπικής του ύπαρξης και επιχειρεί να θέσει τον εαυτό του σε ένα ευρύτερο οντολογικό πλαίσιο. Ομοίως, κατά τον Hart (1994), πνευματικότητα θεωρείται ο τρόπος αφενός που ένα πρόσωπο διακονεί στην καθημερινή του ζωή μια Πίστη, και αφετέρου που το ίδιο έρχεται αντιμέτωπο με τις απόλυτες («οριακές») καταστάσεις τής ύπαρξής του. Τέλος, κατά τον Elkins (1988) κ.ά., πνευματικότητα είναι ο τρόπος τής ύπαρξης και της εμπειρίας που λειτουργεί διά μέσου τής αντίληψης μιας υπερβατικής διάστασης και που χαρακτηρίζεται από κάποιες αναγνωρίσιμες αξίες όσον αφορά στον εαυτό, στη ζωή και σε οτιδήποτε εκλαμβάνεται ως Απόλυτο.
Παράλληλα με τον όρο per se πνευματικότητα, η σύγχρονη Ψυχολογία τής Θρησκείας χρησιμοποιεί τα λεγόμενα «πνευματικά μοντέλα», τα οποία, αντίθετα από τη θεωρία τού Erikson (1959), παρατηρούνται κυρίως μεταξύ των νέων (Mariano & Damon, in press) και συνίστανται από επιδίωξη θετικών (ή «ευγενών») στόχων, και από την προσπάθεια κοινωνικής, φυσικής (οικολογικής) και προσωπικής ανάπτυξης (Damon, 2003. Damon et al., 2003).
Η Ψυχολογία τής Θρησκείας (Ο Σκουτερας τησ Ιεραπετρας ΚΙΡΙΛΕΣ)
 
==Βιβλιογραφία==
Σ. Κ. Τσιτσίγκου, Η Ψυχολογία τής Θρησκείας, εκδ. TREMENDUM, Αθήνα 2011, β΄ έκδ.
Ανώνυμος χρήστης