Διαφορά μεταξύ των αναθεωρήσεων του «Χρήστης:Horizons14/πρόχειρο»

μ
καμία σύνοψη επεξεργασίας
μ
μ
{{Βιβλίο
| πρωτότυπο_όνομα_βιβλίου = LaLucien Chartreuse de ParmeLeuwen
| όνομα_ελληνικής_μετάφρασης = ΤοΛυσιέν ΜοναστήριΛεβέν της Πάρμας
| εικόνα = [[Αρχείο:StendhalCharterhouseParma01Stendhal - Lucien Leuwen, I, 1929, éd.jpg Martineau.djvu|200px]]
| λεζάντα =
| συγγραφέας = [[Σταντάλ]]
| χώρα_προέλευσης = [[Γαλλία]]
| γλώσσα = [[γαλλική γλώσσα|γαλλικά]]
| πρώτη_έκδοση = [[18391894, ημιτελές]]
| προηγούμενο_βιβλίο_σειράς =
| επόμενο_βιβλίο_σειράς =
| πρώτη_έκδοση_μετάφρασης =
}}
Ο Λυσιέν Λεβέν Lucien Leuwen είναι το δεύτερο μεγάλο μυθιστόρημα του Stendhal. Γράφτηκε το 1834 μετά τον Le Rouge et le Noir, παρέμεινε ημιτελής επειδή φοβόταν να προκαλέσει την οργή της κυβέρνησης του Ιουλίου. Δεν δημοσιεύθηκε μέχρι το 1894 σε μια συνοπτική έκδοση του Jean de Mitty που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Dentu1.
'''Το Μοναστήρι της Πάρμας''' ([[Γαλλική γλώσσα|Γαλλικά]]: La Chartreuse de Parme) είναι μυθιστόρημα του [[Σταντάλ]] που δημοσιεύθηκε το 1839.
 
Το έργο θα είναι, μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα, σχετικά άγνωστο έξω από λίγους κύκλους αισθητικών, λογοτεχνικών κριτικών ή προσωπικοτήτων όπως ο Νίτσε, αυτό που ο Στάνταλ έπρεπε να ζητά, αφιερώνοντας το μυθιστόρημά του στο Happy Few ("Για τους προνομιούχους λίγους"). Ο τίτλος του είναι εμπνευσμένος από το Charterhouse of Parma που βρίσκεται κοντά στην πόλη της Πάρμα
 
Αναφέρεται στην ιστορία ενός Ιταλού ευγενή στην εποχή του Ναπολέοντα και αργότερα και επαινέθηκε από τους Balzac, Tolstoy, André Gide, di Lampedusa και Henry James. Εμπνεύστηκε από έναν μη αυθεντικό ιταλικό απολογισμό του διαλυμένου νεαρού του Alessandro Farnese. [2] Το μυθιστόρημα έχει προσαρμοστεί για όπερα, ταινία και τηλεόραση.
 
Ο τίτλος αναφέρεται σε ένα μοναστήρι Καρθουσιανών, το οποίο αναφέρεται μόνο στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος και δεν εμφανίζεται σημαντικά στην πλοκή. Ο Σταντάλ έγραψε το βιβλίο σε μόλις 52 ημέρες (από τις 4 Νοεμβρίου 1838 έως τις 26 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους
 
== Υπόθεση ==
[[Αρχείο:Victoria en Louis Philippe.jpg|αριστερά|μικρογραφία|314x314εσ|Les Orléans recevant les Saxe-Cobourg, deux familles pacifiques, économes et … ambitieuses ]]
''Το Μοναστήρι της Πάρμας'' χρονολογεί τις περιπέτειες του νεαρού Ιταλού ευγενή Φαμπρίτσιο ντε Ντόνγκο από τη γέννησή του το 1798 έως το θάνατό του. Ο Φαμπρίτσιο περνά τα πρώτα του χρόνια στο κάστρο της οικογένειάς του στη [[λίμνη Κόμο]], ενώ το μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου μυθιστορήματος διαδραματίζεται στην [[Πάρμα]]. Και οι δύο τοποθεσίες βρίσκονται στην Ιταλία, η οποία την εποχή εκείνη, διατηρούσε το μεσαιωνικό χαρακτήρα των μικρών κρατιδίων με τους δικούς του άρχοντες το καθένα και η Πάρμα, στα βόρεια της Ιταλίας, ήταν ένα μικρό κράτος.<ref>{{Cite web|url=https://passepartoutreading.gr/2018/04/09/to-monastiri-tis-parmas/|title=passepartoutreading.gr/to-monastiri-tis-parmas/|last=.|first=|ημερομηνία=|website=|publisher=|archiveurl=|archivedate=|accessdate=}}</ref>
Ο Lucien Leuwen, ένας νεαρός φοιτητής της Πολυτεχνικής σχολής, εκδιώχθηκε από το σχολείο του επειδή ήταν ύποπτος για δημοκρατικές συμπάθειες και ότι προσπάθησε να συμμετάσχει στην εξέγερση του 1834. Ο πατέρας του, ένας πλούσιος παρισινός τραπεζίτης, του επέτρεψε να γίνει υπολοχαγός, γεγονός που τον οδήγησε φεύγοντας για το "Nancy" - στην πραγματικότητα ένα Nancy στην πρόσοψη, αλλά περιγράφει μια γερμανική πόλη2 - όπου βαριέται. Για ψυχαγωγία, επισκέπτεται την υπερ-βασιλική αριστοκρατία του οποίου η γελοιογραφία τον διασκεδάζει.
 
Ο Lucien αναρωτιέται:
Η δράση του μυθιστορήματος ξεκινά στο Μιλάνο το 1796, με την άφιξη στο [[Μιλάνο]] των επαναστατικών γαλλικών στρατευμάτων, με επικεφαλής τον νεαρό [[Ναπολέων Α΄|Ναπολέοντα Βοναπάρτη]]. Αυτά τα στρατεύματα ξυπνούν στους κατοίκους της [[Λομβαρδία|Λομβαρδίας]], που βρίσκονταν υπό αυστριακή κηδεμονία, παλιές ηρωικές μνήμες, και έγιναν δεκτά από την πλειοψηφία με ενθουσιασμό.
 
«Είναι λοιπόν η μοίρα μου να περνάω τη ζωή μου ανάμεσα σε τρελούς, εγωιστές και ευγενικούς νομιμιστές, λατρεύοντας το παρελθόν, και τρελούς, γενναιόδωρους και βαρετούς Ρεπουμπλικάνους, λατρεύοντας το μέλλον; "
Ο Φαμπρίτσιο μεγαλώνει περιτριγυρισμένος από ίντριγκες και συμμαχίες υπέρ και εναντίον των Γάλλων - ο πατέρας του, ο μαρκήσιος, τάσσεται υπέρ των Αυστριακών.
 
Ερωτεύεται τη Μαντάμ ντε Τσάστερ, μια νεαρή χήρα νομιμοποίησης. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από το πάθος που αισθάνονται αυτοί οι άνθρωποι που φαίνεται να αντιτίθενται στην κοινωνική τους προέλευση. Διάφοροι χαρακτήρες περιστρέφονται γύρω από τον Lucien, συμπεριλαμβανομένου του Doctor Du Poirier που αναπτύσσει ένα σχέδιο για να αποθαρρύνει αυτήν την αγάπη. Το πρώτο μέρος τελειώνει με την πτήση του Lucien και την επιστροφή του στο Παρίσι, με απόγνωση, στη μητέρα του.
Η πρώτη ενότητα του μυθιστορήματος περιγράφει την μάλλον δονκιχωτική προσπάθεια του Φαμπρίτσιο να ενταχθεί στον στρατό του Ναπολέοντα όταν ο τελευταίος επιστρέφει στη Γαλλία τον Μάρτιο του 1815 (οι [[Ναπολεόντειοι Πόλεμοι#Πόλεμος του Έβδομου Συνασπισμού 1815|Εκατό ημέρες]] <ref>{{Cite web|url=https://www.rizospastis.gr/story.do?id=1164330|title=1815: Οι «Εκατό ημέρες» του Ναπολέοντα|last=.|first=|ημερομηνία=|website=|publisher=|archiveurl=|archivedate=|accessdate=}}</ref>). Ο Φαμπρίτσιο είναι δεκαεπτά ετών, όμορφος, ιδεαλιστής, χαρισματικά αφελής και μιλάει ελάχιστα Γαλλικά. Ωστόσο, μέσα στον ενθουσιασμό του αφήνει το σπίτι του στη λίμνη Κόμο και ταξιδεύει βόρεια με ψεύτικα χαρτιά. Περιπλανιέται στη Γαλλία, χάνοντας γρήγορα χρήματα και άλογα. Φυλακίζεται ως κατάσκοπος, αλλά δραπετεύει φορώντας τη στολή ενός νεκρού Γάλλου ουσάρου. Στον ενθουσιασμό του να παίξει το ρόλο Γάλλου στρατιώτη, χωρίς ουσιαστικά να συνειδητοποιεί για ποιο σκοπό μάχεται, βρίσκεται στα μετόπισθεν του πεδίου της [[Μάχη του Βατερλώ|μάχης του Βατερλώ]].
 
Η επιρροή του πατέρα του του έδωσε τη θέση του γραμματέα του Υπουργού Εσωτερικών, Monsieur de Vaize. Η λειτουργία του τον οδήγησε να συμμετάσχει στην νοθεία των νομοθετικών εκλογών στη Νορμανδία. Οι εκλογές στο Σώμα είναι το σημείο καμπής της καριέρας του, καθώς δεν εκλέγει ένα υπέρ του εις βάρος του τελικά νικηφόρου Ρεπουμπλικανικού υποψηφίου. Με την ευκαιρία αυτή, ο Σένταλ περιγράφει τους μηχανισμούς και τα όρια της νομαρχιακής εξουσίας σε μια επαρχιακή κοινωνία των πολιτών, χαρακτηριστικό των μικτών πολιτικών συναισθημάτων της Γαλλίας εκείνη την εποχή.
Ο Σταντάλ, βετεράνος πολλών [[Ναπολεόντειοι Πόλεμοι|ναπολεόντειων εκστρατειών]] (ήταν ένας από τους επιζώντες της [[Γαλλική εισβολή στη Ρωσία|Γαλλικής εισβολής στη Ρωσία]] το 1812), περιγράφει αυτή τη διάσημη μάχη ρεαλιστικά, βάσει και της προσωπικής του εμπειρίας στα πεδία των μαχών. Ο Φαμπρίτσιο εντάσσεται στη φρουρά του στρατηγού [[Μισέλ Νε|Μισέλ Νεΰ]], πυροβολεί έναν Πρώσο ιππέα καθώς το σύνταγμά του υποχωρεί και επιβιώνει μόνο με μια σοβαρή πληγή στο πόδι του. Τελικά επιστρέφει στο οικογενειακό κάστρο τραυματισμένος και εξακολουθεί να αναρωτιέται, «ήμουν πραγματικά στη μάχη;» Ο νεαρός ήρωας αναγκάζεται γρήγορα να φύγει από το πατρικό του, καθώς ο μεγαλύτερος αδερφός του - άρρωστος και βαρετός - τον καταγγέλλει για τη συμμετοχή του στη στρατιά του Ναπολέοντα.
 
Κατά την επιστροφή του από την αποστολή του, ο Λούσιεν αναλαμβάνει την ευθύνη για την ήττα με την ιεραρχία του, ενώ ο πατέρας του, ένας καθυστερημένος υποψήφιος για την αντικατάσταση, επιστρέφει με ένα φωτοστέφανο εκλογικής νομιμότητας την οποία θα εκμεταλλευτεί για να σχηματίσει μια ομάδα πιστών βουλευτών. Στην κοινοβουλευτική διαφωνία, ο κ. Leuwen επιτίθεται στον Υπουργό Εσωτερικών και έτσι υπερασπίζεται την περιφρονητική τιμή του γιου του. Μέσα από τις πνευματώδεις ομιλίες του στη Συνέλευση, η επιρροή του αυξάνεται. Ακόμα κι αν είναι απογοητευμένος, παραπονιέται στη σύζυγό του: "Λέω ότι είμαι επιρροή, αλλά πραγματικά δεν έχω ιδέα για μένα". Εκτός φιλοδοξίας για τον σύζυγό της, η Μαντάμ Γκράντετ, η σύζυγος του Στρατηγού Αποδέκτη, προσπαθεί να σαγηνεύσει τη Λούσιεν, χωρίς ευαισθησία στις γοητείες της, πριν ερωτευτεί ειλικρινά μαζί του. Ο πατέρας του Leuwen πεθαίνει, καταστράφηκε. Το μυθιστόρημα τελειώνει όταν ο Lucien πρέπει να φύγει για τη Ρώμη.
Το μυθιστόρημα στη συνέχεια εστιάζεται ανάμεσα στον Φαμπρίτσιο και τη θεία του Τζίνα (αδερφή του πατέρα του). Η Τζίνα συναντά και δημιουργεί σχέση με τον πρωθυπουργό της Πάρμας, τον κόμη Μόσκα. Παντρεύεται όμως έναν πλούσιο γέρο, τον δούκα Σανσεβέρινα, διατηρώντας τη σχέση της με τον κόμη.
 
== Θέματα ==
Η Τζίνα (πλέον δούκισσα Σανσεβερίνα) έτρεφε πολύ θερμά συναισθήματα για τον ανιψιό της από τότε που αυτός επέστρεψε από τη Γαλλία. Δεδομένου ότι η προσχώρηση στην στρατιά του Ναπολέοντα ήταν επίσημα παράνομη, αυτή και ο κόμης Μόσκα προσπαθούν να σχεδιάσουν μια επιτυχημένη αποκατάσταση για τον νεαρό. Το σχέδιο του κόμη είναι να πάει ο Φαμπρίτσιο στη θεολογική σχολή (σεμινάριο) της Νάπολης και όταν αποφοιτήσει να επανέλθει στην Πάρμα με ανώτερο αξίωμα στη θρησκευτική ιεραρχία, και τελικά να γίνει Αρχιεπίσκοπος, καθώς ο σημερινός κάτοχος του τίτλου ήταν ηλικιωμένος. Το γεγονός ότι ο Φαμπρίτσιο δεν ενδιαφέρεται για τη θρησκεία (και την αγαμία) δεν έχει σημασία για αυτό το σχέδιο. Ο Φαμπρίτσιο συμφωνεί απρόθυμα και φεύγει για τη Νάπολη.
Ο Stendhal ζωγραφίζει την απογοήτευση της στρατιωτικής σταδιοδρομίας είκοσι χρόνια μετά το Ναπολεόντιο έπος. Επικαλύπτει σε πολλά σημεία το κλίμα υποψίας των στρατιωτικών αρχών έναντι των φιλελεύθερων ιδεών, καθώς και τον φόβο μιας καρβανιστικής μετάδοσης στη Γαλλία, συμπεριλαμβανομένου του στρατού και των ελίτ.
 
Ο Stendhal παραδίδει ένα ρομαντικό μυθιστόρημα ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες που όλα φαίνεται να αντιτίθενται: Ο Lucien είναι ένας μεγάλος αστικός του Παρισιού που έχει συγγένεια με τους Ρεπουμπλικάνους, ενώ η Madame de Chasteller προέρχεται από την υπερ-βασιλική επαρχιακή αριστοκρατία.
Στη συνέχεια, το βιβλίο περιγράφει με μεγάλη λεπτομέρεια πώς ζουν η Τζίνα και ο κόμης Μόσκα στην αυλή του πρίγκιπα της Πάρμας (με την ονομασία Ρανούτσε-Ερνέστος Δ'). Ο Σταντάλ, ο οποίος έζησε δεκαετίες ως επαγγελματίας διπλωμάτης στη βόρεια [[Ιταλία]], δίνει μια ζωντανή και ενδιαφέρουσα περιγραφή της πριγκιπικής αυλής, αν και όλα αυτά που περιγράφει είναι εντελώς φανταστικά, καθώς εκείνη την εποχή στην πραγματικότητα η Πάρμα είχε κυβερνήτη τη [[Μαρία Λουίζα, δούκισσα της Πάρμας|Μαρία Λουίζα, Δούκισσα της Πάρμας]]. (Η Μαρία Λουίζα ήταν η δεύτερη σύζυγος του [[Ναπολέων Α΄|Ναπολέοντα]].)
 
== Ιστορικό πλαίσιο ==
Μετά από αρκετά χρόνια θεολογικών σπουδών στη Νάπολη, κατά τη διάρκεια των οποίων δημιούργησε αρκετές αισθηματικές σχέσεις, ο Φαμπρίτσιο επιστρέφει στην Πάρμα και αναπτύσσει ρομαντικά συναισθήματα απέναντι στη θεία του Τζίνα. Ο παντογνώστης αφηγητής μας λέει ότι τα ίδια συναισθήματα ταράζουν και τη θεία του, αν και δεν τα εξωτερικεύουν ποτέ.
Για να κατανοήσουμε το μυθιστόρημα, πρέπει να γνωρίζουμε το κοινωνικό πλαίσιο της μοναρχίας του Ιουλίου: ο Κάρολος Χ μόλις εκδιώχθηκε από την επανάσταση του Ιουλίου του 1830 λόγω των αυταρχικών του μέτρων. Ο Louis-Philippe I, ανακηρυγμένος Βασιλιάς των Γάλλων (και όχι πλέον «Βασιλιάς της Γαλλίας») μισείται από τους υπερήχους που τον βλέπουν ως απόγονο του Philippe Égalité, ξάδελφο του Louis XVI, αλλά ο οποίος ψήφισε την εκτέλεση του.
 
Ο Φαμπρίτσιο εμπλέκεται σε σχέση με μια νεαρή ηθοποιό, τον διευθυντή/εραστή της οποίας σκοτώνει ο Φαμπρίς σε μονομαχία και φεύγει από την Πάρμα για τη [[Μπολόνια]], για να μην αντιμετωπίσει τη δίκη. Στη Μπολόνια, περνά τον χρόνο του προσπαθώντας να δημιουργήσει μια σχέση με μία ελκυστική σοπράνο, τη Φάουστα. Εν τω μεταξύ, στην Πάρμα το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για τη δολοφονία. Καθώς οι εξελίξεις δείχνουν ότι ο Φαμπρίτσιο ενδέχεται να εκτελεστεί, η Τζίνα πηγαίνει στον Πρίγκιπα για να παρακαλέσει για τη ζωή του και τελικά ο Φαμπρίτσιο φυλακίζεται για δώδεκα χρόνια.
 
Για τους επόμενους εννέα μήνες, η Τζίνα σχεδιάζει να απελευθερώσει τον Φαμπρίτσιο και καταφέρνει να του μεταδώσει μυστικά μηνύματα. Στη φυλακή ο νεαρός ήρωας ζει ευτυχισμένος καθώς ερωτεύτηκε την κόρη του διοικητή της φυλακής, την Κλέλια Κόντι, την οποία παρατηρούσε από το παράθυρο του κελιού του καθώς αυτή φρόντιζε τα κλουβιά με τα πουλιά της. Ερωτεύονται και μετά από λίγο καιρό αρχίζουν να επικοινωνούν με σημειώματα.
 
Ο ευτυχισμένος Φαμπρίτσιο αντιστέκεται στα σχέδια της Τζίνας για απόδραση αλλά τελικά πείθεται. Το μόνο που τον ενδιαφέρει όμως είναι αν θα μπορέσει να συναντήσει την Κλέλια μετά την απόδρασή του. Αλλά η Κλέλια - που έχει συναισθήματα ενοχής, επειδή έδωσε στον πατέρα της λάβδανο, το οποίο αντιλήφθηκε ως δηλητήριο - υπόσχεται στην Παναγία ότι δεν θα δει ποτέ ξανά τον Φαμπρίτσιο και θα ακολουθήσει τις συμβουλές του πατέρα της να παντρευτεί κάποιον που της πρότεινε.
 
Ο κόμης Μόσκα, για να παραχωρήσει στον Φαμπρίτσιο ένα ανώτερο θρησκευτικό αξίωμα, τον πείθει να επιστρέψει οικειοθελώς για να δικασθεί πάλι και να αθωωθεί. Αντί να πάει στη φυλακή της πόλης, ο Φαμπρίτσιο επιστρέφει εθελοντικά στον Πύργο Φαρνέζε για να είναι κοντά στην Κλέλια. Επιδιώκοντας εκδίκηση, ο πατέρας της προσπαθεί να τον δηλητηριάσει, αλλά η Κλέλια τον εμποδίζει.
 
Η Κλέλια, εν τω μεταξύ, παντρεύτηκε αυτόν που ο πατέρας της επέλεξε.
 
Μετά την αθώωσή του, ο Φαμπρίτσιο αναλαμβάνει τα καθήκοντά του ως αρχιδιάκονος της [[Καθολική Εκκλησία|Καθολικής Εκκλησίας]] και τα κηρύγματα του γίνονται γνωστά σε όλη την πόλη. Ο μόνος λόγος που κάνει αυτά τα κηρύγματα, λέει ο ίδιος, είναι η ελπίδα ότι η Κλέλια θα έρθει να τον ακούσει, επιτρέποντάς του να τη δει και να της μιλήσει. Μετά από 14 μήνες, τη συναντά και η Κλέλια συμφωνεί να συναντιέται μαζί του υπό την προϋπόθεση ότι είναι στο σκοτάδι, για να μην παραβιάσει τον όρκο της στην Παναγία να μην τον ξαναδεί και τιμωρηθούν και οι δύο για την αμαρτία της. Ένα χρόνο αργότερα, φέρνει στον κόσμο το παιδί του Φαμπρίτσιο. Όταν το αγόρι είναι δύο ετών πεθαίνει και η Κλέλια επίσης λίγους μήνες αργότερα. Μετά το θάνατό της, ο Φαμπρίτσιο αποσύρεται στο μοναστήρι της Πάρμας (ένα μοναστήρι Καρθουσιανών), όπου μετά από λιγότερο από ένα χρόνο πεθαίνει κι αυτός. Η Τζίνα, κόμισα Μόσκα, που πάντα αγαπούσε τον Φαμπρίτσιο, πεθαίνει λίγο μετά από αυτόν. Το μυθιστόρημα τελειώνει με την αφιέρωση «To Happy Few» δηλαδή στους λίγους που θα το καταλάβουν.
 
== Λογοτεχνική σημασία ==
Το μυθιστόρημα είναι ένα «ρομαντικό θρίλερ» με πολιτικές ίντριγκες και περιπέτειες και συγχρόνως είναι επίσης μια εξερεύνηση της ανθρώπινης φύσης, της ψυχολογίας και της δικαστικής πολιτικής. Ο Σταντάλ καυτηριάζει τα ήθη της εποχής σχολιάζοντας την ματαιοδοξία και σκληρότητα των ευγενών, τις μηχανορραφίες της πριγκιπικής αυλής, τον αγώνα για εξουσία, τις δωροδοκίες, τους επαναστάτες και τους προδότες.
 
Το μυθιστόρημα αναφέρεται σαν ένα πρώιμο παράδειγμα [[Ρεαλισμός (λογοτεχνία)|ρεαλισμού]], μια έντονη αντίθεση στον [[Ρομαντισμός (λογοτεχνία)|ρομαντισμό]] που ήταν δημοφιλής όταν ο Σταντάλ έγραφε το μυθιστόρημα. Θεωρείται από πολλούς συγγραφείς ως πραγματικά επαναστατικό έργο. Ο [[Ονορέ ντε Μπαλζάκ]] το θεωρούσε το σημαντικότερο μυθιστόρημα της εποχής του, ο [[Λέων Τολστόι|Τολστόι]] επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από την περιγραφή της μάχης του Βατερλώ στην απεικόνιση της [[Μάχη του Μποροντίνο|μάχης του Μποροντίνο]], στο έργο του [[Πόλεμος και Ειρήνη (Μυθιστόρημα)|Πόλεμος και Ειρήνη]]. Ο [[Αντρέ Ζιντ]] το περιέγραψε ως το μεγαλύτερο από όλα τα γαλλικά μυθιστορήματα, ενώ ο [[Χένρι Τζέιμς]] το κατατάσσει «μεταξύ των δώδεκα καλύτερων μυθιστορημάτων που διαθέτουμε». <ref>{{Cite web|url=https://archive.nytimes.com/www.nytimes.com/books/99/08/29/reviews/990829.29mendelt.html|title=After Waterloo-A new translation of Stendhal's masterpiece|last=.|first=|ημερομηνία=|website=|publisher=|archiveurl=|archivedate=|accessdate=}}</ref>
 
== Ελληνικές μεταφράσεις ==
 
Στο Nancy (ένα φανταστικό Nancy χωρίς Place Stanislas), ο Lucien Leuwen θέλει να κάνει συχνά υπερήχους, συμπεριλαμβανομένης της Mme de Chasteller (νεαρής χήρας 26 ετών) που είναι Carlist (δηλαδή υποστηρικτής του Charles X, ο οποίος είναι στο εξορία στην Πράγα). Γι 'αυτό, συναντά τους ευγενείς που εκδιώκονται από το στρατό, οι οποίοι είναι απογοητευμένοι και αμείλικτοι. Κατά καιρούς υπάρχουν φεστιβάλ Henriquin που χρηματοδοτούνται από μια ζωγραφική του "Henry V", εγγονός του Charles X.
* ''Το μοναστήρι της Πάρμας'' : Γιάννης Μπεράτης (Γκοβόστης, 1950), Νίκος Σαρλής (εκδ. Π.Κ., 1955), Κωστούλα Αγγελοπούλου (De Agostini Hellas, 2006), Δημήτρης Στεφανάκης (ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, στη σειρά Μεγάλες Αφηγήσεις).
 
Η Lucien λέγεται ότι δεν μπορεί να την δεχτεί η Madame de Chasteller λόγω του τρίχρωμου κοκτέιλ με τη στολή της: πράγματι, η τρίχρωμη σημαία που αποκατέστησε ο Louis-Philippe είναι ένα αντικείμενο μίσους για τους Legitimists. Ο πατέρας της κ. De Chasteller εξακολουθεί να τραυματίζεται από την εξορία του κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Η δημοκρατία είναι μια λέξη που είναι πολύ τρομακτική σε αυτό το περιβάλλον.
== Εξωτερικοί σύνδεσμοι ==
 
Το πολιτικό σύστημα της εποχής περιγράφεται με ακρίβεια: οι βουλευτές εκλέγονται από μεγάλους ψηφοφόρους (έμμεση ψηφοφορία) και οι περίπλοκες δολοπλοκίες για την αγορά αυτών των ψήφων παρουσιάζονται λεπτομερώς. Οι υπουργοί διορίζονται από τον βασιλιά ...
* [https://books.google.gr/books/about/%CE%A4%CE%BF_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A0%CE%AC%CF%81%CE%BC.html?id=3R1bDwAAQBAJ&source=kp_book_description&redir_esc=y Το μοναστήρι της Πάρμας] (google books, αποσπάσματα κεφαλαίων στα ελληνικά)
 
== Παραπομπές ==
<references />
{{Authority control
} }
}
 
* Ο γιατρός Πασκάλ, μτφ. Δημήτρης Κωστελένος (εκδ. "Ζουμπουλάκης - Βιβλιοθήκη για όλους", 1980)
4.701

επεξεργασίες